Συντροφικά μόνος

Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΣΕΒΑΣΤΑΚΗ

 

Επειδή εξελίσσεται ένας σκληρός πόλεμος, η ποιότητα των μεταξύ μας σχέσεων, των συντροφικών σχέσεων, μετράει πάρα πολύ. Η ποιότητα της διαφωνίας, η αίσθηση πως είμαστε μαζί και όχι σε μια παράλληλη και μοναχική πορεία, η ιδεολογική πυκνότητα (όχι κατ’ ανάγκη η συμφωνία) παίζουν, ιδίως αυτή την περίοδο, πολύ μεγάλο ρόλο.

Βλέπω συντρόφους από περιοχές κρίσης και καταλαβαίνω την αγωνία, τη μοναξιά τους. Τρώνε, συχνά, ολομόναχοι την πίεση, τη συκοφαντία, την επιθετική απαξίωση. Νιώθω αυτό που νιώθουν. Με πρόφαση το προσφυγικό, ανθίζουν όλα τα μπουμπούκια. Όπως ακριβώς συμβαίνει με το «Μακεδονικό». Σαν να περίμενε ένα μέρος της κοινωνίας, ανέκφραστο και σιωπηλό, να βγει σε μια σκοτεινή και αιχμαλωτιστική πολιτική σκηνή. Μια ευνοϊκή συνθήκη, κατάλληλες (όχι κανονικές) συνθήκες θερμοκρασίας και πιέσεως βγάζουν στην επιφάνεια όλο το κακό. Πλούτος που δεν ήρθε, πλούτος που ήρθε και χάθηκε, προσοχή και θαυμασμός που δεν κερδήθηκε, αναγνώριση που προσπέρασε. Όλα γίνονται επώδυνα όταν δεν έχεις κάτι άλλο. Κι αυτό το άλλο είναι η υψηλή αυτοεκτίμηση, αλλά και η σύνδεση της αυτοεκτίμησης με το υλικό μεγαλείο.

Μέρος του κόσμου δεν συγχωρεί την κατάπτωση. Και, για να μην ενοχοποιήσει τον εαυτό του, μέμφεται και καταριέται τον άλλον. Οποιονδήποτε άλλο. Οι μικροεργολάβοι κάπνιζαν πολύ, πολλαπλασιάζονταν ραγδαία, δούλευαν οι ίδιοι, έκαναν τα πιο δύσκολα τελειώματα. Βράδυ Σαββάτου, να ρίξουν την πλάκα να δέσουν τον οπλισμό. Ο Μαρκόπουλος είχε συνθέσει τους εργάτες μετά τους μετανάστες. Λυρισμός της εργασίας, έπος του κόπου. Γιατί υπήρχε ανάπτυξη, άνοδος, προσδοκίες. Τα ανερχόμενα μικροαστικά στρώματα έχτιζαν τα σπίτια με οπλισμένο σκυρόδεμα, άφηναν αναμονές για τον επάνω όροφο, της κόρης, όταν αυτή έβρισκε ένα παλικάρι. Οι μικροαστοί έφερναν ούζο στους εργάτες, σιγά – σιγά τους μετέτρεπαν (με τη ζήτηση) σε μικροεργολάβους, αργότερα σε μεγαλύτερους εργολάβους, στο τέλος σε εργολήπτες δημοσίων έργων. «Δικά μας παιδιά».

Τα σπίτια στοίχιζαν, συγκέντρωναν τις αποταμιεύσεις δύο γενεών, αλλά υπήρχε η μεγάλη κοινωνική απόσβεση, η μεγάλη επιβεβαίωση. Λαμπρά φρεσκοβαμμένα σπίτια στέγαζαν και επικύρωναν. Αυτός ο καταπληκτικός μηχανισμός κοινωνικής επιβεβαίωσης ακολουθήθηκε από τον μηχανισμό του γυαλισμένου κόκκινου ή γκρι σεντάν, τον μηχανισμό των κυβικών και της ιπποδύναμης, τον μηχανισμό της μεθυσμένης σαββατιάτικης κόντρας. Οι πενηντάρηδες μικροαστοί μπορούσαν να απατήσουν τη μαραμένη σύντροφο, να δείξουν αυτά που έχουν ως νοικοκυραίοι, να δειχθούν ως διαρκή και «νεάζοντα» πρότυπα. Κατασκευάστηκε ένας εγωισμός που να τους περιέχει, που να τους χωρά, ένας κατάδικός τους εγωισμός που να τους σουλουπώνει στο φαντασιακό κοστούμι.

Σήμερα, στη σαρκοφάγο στην οποία εξελίχθηκε το εγωισμός, στον μισογυνισμό στον οποίο εξελίχθηκε η ωραιοπάθεια, στον μισανθρωπισμό στον οποίο εξελίχθηκε η αίσθηση της εκπτώχευσης. Ναι, σ’ αυτό το υπόστρωμα τρέχεις μόνος σε ένα άτι άγνωστό σου – δεν είσαι επαγγελματίας στην πολιτική, δεν ξέρεις τα κόλπα, δεν θέλεις να μάθεις τα τεχνάσματα. Μόνος με τους συντρόφους, κοιτάς τον ορίζοντα. Ναι, έχεις την πολυτέλεια του πνευματικού και ηθικού ορίζοντα. Και την ακόμα οδυνηρότερη πολυτέλεια μιας συλλογικής μοναξιά.

Από Αυγή

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here