Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΔΟΥΚΑ

Τα σκοτεινά σύννεφα κρέμονταν απειλητικά πάνω από τις αμφιβολίες της Κεντρικής Επιτροπής. Η οργή της καταιγίδας δεν θα αργήσει. Από παντού. το ίδιο μοτίβο:  Η Μεγάλη Απουσία. Τα μέλη της Κεντρικής Επιτροπής κοιτάχτηκαν .μεταξύ τους. Δεν έλειπε κανείς.  Όλοι παρόντες στην κρίσιμη συνεδρίαση.  Η αίθουσα φυλασσόμενη. Ο χώρος προστατευμένος από εξωτερικούς, ανεπιθύμητους εισβολείς. Κανένα περιθώρια φυγής από και προς την αίθουσα.

Δεν είναι η φυσική απουσία, η ζημιά είναι από μέσα, η  Απουσία είναι  αλλού. (Αναρωτιέται: Γιατί, γιατί;).  Εκφράστηκαν διάφορες εικασίες:

”Έχουμε την κυβέρνηση, αλλά δεν έχουμε πάρει την εξουσία. Μας κατηγορούν ακόμα και όταν διορίζουμε συγγενείς και φίλους…»

«Είμαστε σε μεταβατική φάση. Ο Γκράμσι μίλησε για τα τέρατα αυτής της μεταβατικής περιόδου…»

Η Εσωκομματική Αντιπολίτευση: Κείμενο κριτικής  «10 θέσεων».  «Τα τέρατα έχουν ονοματεπώνυμο, το συγκυβερνήτη».  Υπενθυμίζει την ύπαρξή της κατά καιρούς. Λέγεται ότι επενδύει στην επόμενη μέρα. Χαμηλοί τόνοι,  όλοι είναι κάπου τακτοποιημένοι.

«Παντού επιδόματα, προεκλογικές παροχές και υποσχέσεις ». Καμένη γη. Όπως πάντα, ξανά και ξανά (Φτάνει πιά, φτάνει πιά!)

«Χειροπέδες, ριγέ μπλούζες.  Ένα δικαστήριο…»  (Φτάνει, φτάνει!).

Εκείνος είπε: «. Όλα τα κέντρα εξουσίας και  διαπλοκής είναι εναντίον μας. Είναι μάχη  ζωής ή θανάτου. Θα τους πολεμήσουμε παντού, στο δρόμο και στα καφενεία,  στις πλατείες και στο facebook,  στα Beach Bar και τα σχολεία, στα γυμναστήρια και τα κανάλια.  Ή εμείς ή αυτοί».

Όλοι σηκώθηκαν, η συνεδρίαση έληξε.  (Γιατί! Γιατί!)

Γιατί η σκέψη δεν αναγνωρίζει πια  τα «γιατί», γνωρίζει μόνο τα «διότι». Ας προφυλαχθούμε από την αποξηραμένη σκέψη, τις επιφανειακές εξηγήσεις.

Οι παλιοί θεσμοί κλονίζονται από σκληρές δοκιμασίες, μοιάζουν σαθρές σκαλωσιές. Ο σκεπτικισμός και η φθορά κατεβαίνουν μέχρι τα κοινωνικά θεμέλια. Ένας δημόσιος βίος αλαζονικός από δήθεν «συγκρούσεις», «πολώσεις», «ηρωικές» εφόδους χωρίς βαθύτερες ρίζες στις συνειδήσεις. Μια κραυγαλέα και επιδεικτική παράσταση , από  αμφίβολα πάθη, υποκριτικά, επιπόλαια..

Έξω ο ουρανός στέναζε από τη βαρβαρότητα  των  ηχητικών και φωτεινών εκρήξεων. Δεν ήταν  η εκδίκηση της φύσης, αλλά  το θέατρο των καθημερινών συγκρούσεων στα άβατα της πόλης, άλλες αθέατες συγκρούσεις στις βαθιές συνοικίες.  Όλη η πόλη άβατο ανέχειας.

Πόσο μίσος, πόση εχθρότητα,  γιατί, γιατί;   Όλη η μνησικακία μαζεύεται στην ατμόσφαιρα.  Θα ελευθερώσει κεραυνούς,  οι βροντές  θα εξουσιάζουν  τα πράγματα, οι αστραπές θα πέφτουν  οργισμένες, όλα τρόμος όλα μίσος. Ένας τυφώνας  σαρώνει σπίτια, έργα και βάσανα των φτωχών  ανθρώπων. Σε αυτό το ναυάγιο, από πού μπορείς να πιαστείς για να μη βουλιάξεις;  Άραγε  θα επιστρέψουν  τα λαμπερά πρωινά της ελπίδας;

Ας μην απελπιζόμαστε. Τίποτα δεν μπορούμε να κατακρίνουμε και τίποτα δεν υπάρχει να θρηνήσουμε. Όλα διαγράφουν την τροχιά τους και δεν μπορούμε να κάνουμε πολλά πράγματα για αυτό.  Άσχετα από το γεγονός ότι όλα περνούν, η σημερινή κατάσταση είναι δύσκολο να συνεχιστεί.  Όταν τα πράγματα φτάνουν στο κενό, όταν αδειάζουν από  νόημα,  οι «ήρωες» της παρακμής ακόμη και αν δεν  πρόκειται να αποσυρθούν, φτάνουν αν όχι στο αδιέξοδο τουλάχιστο στο έσχατο όριο αυτών που μπορούν να κάνουν.

Ίσως τότε αρχίσει να διαμορφώνεται  καινούργια σκέψη, ένας ανοιχτός χώρος μιας μεγάλης αλλαγής στον τρόπο που σκεπτόμαστε και αισθανόμαστε. Αν  πράγματι συμβαίνει αυτό, πρέπει να αναμένουμε τη γέννηση μιας νέας συνείδησης που δεν θα αργήσει να φανεί. ΄΄Όχι μια καινούργια άποψη στο παλιό περιεχόμενο της ζωής, αλλά μια ζωή καμωμένη από καινούργια ουσία. Καινούργιες διαδρομές και θεσμούς που κάνουν καλύτερη την έννοια του Ανθρώπου. Μέχρι τότε είμαστε αναγκασμένοι να βαδίσουμε κάτω από αυτό τον ιδεολογικά  ηλεκτρισμένο ουρανό, αυτό το λιγοστό φως που μας βοηθά έστω να περπατήσουμε, να μην χάσουμε το δρόμο.

Αποκλεισμένοι στην αίθουσα της Κεντρικής Επιτροπής, απομονωμένοι από τον έξω κόσμο, σκοτεινιά των πραγμάτων, αόρατα τείχη, όπως στον «Εξολοθρευτή Άγγελο» του Μπουνιουέλ. Από απέναντι πλησίαζε μια διαδήλωση αγνώστου προέλευσης, σύνθεσης και προορισμού. Ένα πανώ έγραφε: «Οι χαμένοι δεν κλαίνε».

(Αναζητά τη μυστική διαδρομή που θα τον οδηγήσει σε κάποια παρουσία. Καμμιά παρουσία. Τίποτα. «Έχει βλάβη η επαφή». Φόρεσε την καμπαρντίνα, σήκωσε το γιακά, έβαλε τα μαύρα γυαλιά και εξαφανίστηκε στο σκοτεινό λαβύρινθο της καταιγίδας και του χάους).

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here