Του Νίκου Τσούλια

 

Συχνά η σχολειοποίηση των λέξεων και η εν πολλοίς έντονη βιωματική πρόσληψη των εννοιών στις μικρές ηλικίες μας δημιουργούν μια ισχυρή κρούστα προκατάληψης και δεν επιτρέπουν την ανανέωση του περιεχομένου τους. Έτσι, αν θέλουμε να προσδιορίσουμε την έννοια της λέξης «βαρβαρότητα», η σκέψη μας θα πάει σε άγριους ανθρώπους, σε έλλειμμα πολιτισμού, σε σκληρές και απάνθρωπες συμπεριφορές και πάντως θα θεωρήσουμε ότι είναι κάτι που δεν αφορά το σημερινό δυτικό πολιτισμό.

Παράλληλα εναντιωνόμαστε με πολύ έντονο τρόπο – και πολύ ορθά – στα φαινόμενα τρομοκρατίας και στις φρικιαστικές όψεις που παίρνει ο θρησκευτικός και δη ο μουσουλμανικός φονταμενταλισμός. Αλλά δεν εναντιωνόμαστε με τον ίδιο τρόπο ούτε στις δυτικές παλιότερες θρησκευτικές ωμότητες της Ιεράς Εξέτασης, των Σταυροφοριών και των θρησκευτικών πολέμων που έβαψαν με αίμα όλη την ευρωπαϊκή ήπειρο και πέραν αυτής. Και αυτό σε καμιά περίπτωση δεν αναιρείται από το ότι τα φαινόμενα αυτά είναι του παρελθόντος, γιατί πολύ απλά προσπερνάμε και τα πολύ πρόσφατα στοιχεία φρίκης της Καθολικής εκκλησίας έναντι των ναζιστών και του Ολοκαυτώματος αλλά και τους σημερινούς ιμπεριαλιστικούς πολέμους της Δύσης στη Μέση Ανατολή με τις εκατόμβες χιλιάδων νεκρών και ερημωμένων προσφύγων, που ένα μεγάλο μέρος τους απολήγει στο βυθό της Μεσογείου.

Κάπως έτσι δεν αναρωτιόμαστε καθόλου μήπως η σημερινή εφαρμογή του νεοφιλελευθερισμού σχεδόν σ’ ολόκληρο τον κόσμο – που οδηγεί στην πείνα και στην εξαθλίωση, στην ανέχεια και στην περιθωριοποίηση εκατομμύρια ανθρώπων σε κάθε γωνιά της Γης – είναι μια έκφραση βαρβαρότητας και μάλιστα πρωτόγνωρης έντασης και έκτασης σε σχέση με κάθε προηγούμενη μορφή της, παρά το γεγονός ότι τα θύματά της είναι απείρως πιο πολλά από ό,τι σε οποιαδήποτε άλλη ιστορική περίοδο. Υπάρχει και κάτι άλλο που συσκοτίζει την αυθεντική πρόσληψη της απλής πραγματικότητας. Τα εργαλεία που χρησιμοποιεί ο νεοφιλελευθερισμός δεν είναι μόνο τα κλασικά όπλα, που προκαλούν φόβο ακόμα και με την απλή θέα τους, αλλά και «ανεπαίσθητες» οικονομικές πολιτικές που επιβάλλονται ως δήθεν αναγκαιότητα για τη συμμετοχή κρατών και πολιτών στο σύγχρονο πολιτισμό!

Εδώ σ’ αυτό το πεδίο της βαρβαρότητας δεν υπάρχουν γραμμές πολέμου ούτε στρατηγοί και στρατιωτικοί, δεν υπάρχουν νεκροί και τραυματίες που μεταφέρονται σε νοσοκομεία. Με άλλα λόγια δεν γίνονται ορατά τα θύματα αυτού του ακήρυκτου αλλά και του πιο σκληρού πολέμου στην ιστορία. Ο εχθρός είναι …άγνωστος. Κι όμως εκατομμύρια εκατομμυρίων ανθρώπων οδηγούνται από τους οικονομικούς δολοφόνους στην ασιτία και στον υποσιτισμό, στην εξαθλίωση και στην έσχατη μορφή πείνας. Η απόγνωση ανοίγει τις πύλες της πραγματικής κόλασης: κατάθλιψη και κάθε μορφής ψυχικής ασθένειας, αυτοκτονίες, διάλυση οικογενειών, δραματική μείωση του προσδόκιμου ορίου της ζωής, εμπορευματοποίηση ακόμα και των βιολογικών οργάνων των εξαθλιωμένων!

Και συμβαίνει κάτι τρομακτικό στην ερμηνεία του φαινομένου της σύγχρονης βαρβαρότητας. Όλα αυτά τα θύματα θεωρούμε ότι προκύπτουν, γιατί δεν αγωνίζονται για να κερδίσουν τη ζωή τους και έτι περαιτέρω τα ενοχοποιούμε για την ανικανότητά τους και την αδράνειά τους! Και είναι ο μεσαίωνας της σκέψης μας βασική αιτία για να μην φαίνεται (για να μην βλέπουμε) το ποιος οδηγεί στη μαζική φρίκη τους κατατρεγμένους και τους περιθωριοποιημένους. Έχουμε χάσει τα πραγματικά ορθολογικά εργαλεία της σκέψης μας. Δεν κατανοούμε το πώς κινείται η σύγχρονη πολιτική.

 

«Η «οικονομία» αποσπάται από την αποκλειστική σύνδεση με την παραγωγή, από την κυκλοφορία των αγαθών και τη συσσώρευση πλούτου. Η «οικονομία» σημαίνει συγκεκριμένες αρχές, μετρήσεις και τρόπους συμπεριφοράς, συμπεριλαμβανομένων των εγχειρημάτων όπου δεν τίθεται ζήτημα χρηματικού κέρδους και πλούτου. Και πάλι, η νεοφιλελεύθερη πολιτική ορθολογικότητα δεν περιορίζεται στην αγοραιοποίηση της κοινωνικής συμπεριφοράς και των κοινωνικών σχέσεων, αλλά τις τοποθετεί σε ένα αποκλειστικά οικονομικό πλαίσιο που έχει επιστημολογικές και οντολογικές διαστάσεις» (W. Brown, Η καταστροφή του δήμου).

Η μαγική λέξη, η ιδεολογική αιχμή του σημερινού καπιταλισμού για την κοσμοθεωρητική επικράτησή του είναι ο ανταγωνισμός. Έρχεται δε η νομιμοποίηση αυτής της ιδέας πολύ εύκολα στις συνειδήσεις των ανθρώπων, με το απλουστευτικό σκεπτικό ότι ο ανταγωνισμός κάνει κάθε άνθρωπο καλύτερο και ωθεί τις εξελίξεις προς τη συνεχή πρόοδο! Εμφανίζεται δηλαδή με το περιεχόμενο της άμιλλας, η οποία είναι μια κρατούσα και αθώα αντίληψη που ευδοκιμεί παντού: στην εκπαίδευση, στον αθλητισμό, στον πολιτισμό…

Αλλά ο ανταγωνισμός δεν έχει κανένα αθώο περιεχόμενο. Είναι εργαλείο των δυνάμεων της αγοράς και αποτελεί το στερέωμα της οικονομικοποίησης και πιο πολύ της εμπορευματοποίησης κάθε δραστηριότητας της κοινωνίας! Καθετί που εκφράζει τη ζωή του ανθρώπου, κάθε λειτουργία του θεωρείται ορθολογική μόνο όταν είναι εμπορεύσιμη και έχει ανταλλακτική αξία στο πεδίο της αγοράς! Έχουμε χάσει ως εργαζόμενοι και ως πολίτες τη μάχη των ιδεών. Έχουμε διαποτιστεί από το αξιακό φορτίο των δυνάμεων της αγοράς. Έχουμε ενσωματώσει στη συνείδησή μας τον τρόπο σκέψης του κεφαλαίου και δεν μπορούμε να ερμηνεύσουμε την πραγματικότητα. Ζούμε τη ζωή μας χωρίς να την αγαπάμε, ακριβώς γιατί δεν είναι δική μας!

Η μεγάλη μας πρόκληση είναι μοναδικά «προκλητική»: μπορούμε να αμφισβητήσουμε την αξιακή και κοσμοθεωρητική κυριαρχία του καπιταλισμού, μπορούμε να αλλάξουμε τον τρόπο της σκέψης μας και της ζωής μας;

 

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here