Στο παραδουνάβιο ιστορικό χωριό των αμέτρητων καλλιτεχνών, Σέντεντρε

 

 

Του Γεωργίου Νικ. Σχορετσανίτη

 

 

‘… Η μικρή κωμόπολη Σέντεντρε, απλώνεται στη δεξιά πλευρά του Δούναβη ανάμεσα στη Βουδαπέστη, το Βίσεγκραντ και το Έστεργκομ. Υπέροχη περιοχή!  Πριν από την πόλη, ρέει ο Μικρός Δούναβης, μπροστά στα μάτια μας υπάρχει ένα νησί, διασκορπισμένα γόνιμα χωριά καλυμμένα εν μέρει απ’ τα ψηλά δέντρα, πάνω από το ρέμα του Μεγάλου Δούναβη υπάρχουν ερείπια ρωμαϊκής πέτρινης γέφυρας,  και πίσω και αριστερά της πόλης αμπελώνες και όμορφες απαλές βουνοκορφές. Και αυτή η ωραία κοιλάδα Σέντεντρε, είναι όπως ένα τεράστιο αμφιθέατρο, καταπληκτικό τοπίο, ευχάριστο κρασί, υπέροχα νερά…’. Αυτές οι γραμμές γράφτηκαν περισσότερο από εκατό χρόνια πριν από τον Jakov Ignjatović (Σέντεντρε, 1822-Νόβι Σαντ, 1889), ένα σέρβο μυθιστοριογράφο και πεζογράφο του δέκατου ένατου  αιώνα με καταγωγή από την Ουγγαρία. Κατά τη διάρκεια της ουγγρικής επανάστασης του 1848, με ρομαντική ορμή, εντάχθηκε στις ουγγρικές δυνάμεις ενάντια στους Αυστριακούς, σε αντίθεση με αυτό που έκαναν οι περισσότεροι Σέρβοι και Κροάτες στην Αυστρία της εποχής εκείνης. Οι ενθουσιώδεις φράσεις του Σέρβου συγγραφέα δεν είναι μόνο τα βαθιά συναισθήματα ενός ανθρώπου του οποίου οι πρόγονοι βρήκαν κάποτε μια νέα πατρίδα στο Σέντεντρε. Μιλώντας για την μικρή ετούτη πόλη, ο Ignjatović στην πραγματικότητα περιγράφει τις εντυπώσεις των περισσότερων ανθρώπων οποιασδήποτε ηλικίας οι οποίοι επισκέπτονται την όμορφη και εκμαυλιστική ετούτη περιοχή σχεδόν όλες τις εποχές του χρόνου.

Το Δημαρχείο του Σέντεντρε.

 

Τα ανατολικά σύνορα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ήταν ο Δούναβης, και το  Σέντεντρε µέρος των ανατολικών συνόρων αυτής µε το όνοµα ‘Ουλτσίσια Κάστρα’ (Ulcisia Castra, στρατόπεδο λύκων) από τον 2ο αιώνα µ.Χ., ένα μόνο μέρος, αλλά σημαντικότατο, της ρωμαϊκής οχύρωσης κατά μήκος των όχθεων του Δούναβη. Η οχύρωση που υπήρχε μέχρι το πρώτο μισό του 5ου αιώνα, ήταν σε θέση να φιλοξενήσει έναν στρατό χιλίων ανδρών. Η γεωγραφική και στρατηγική του σημασία αποδεικνύεται από το γεγονός ότι το επισκέφθηκαν πολλοί Ρωμαίοι αυτοκράτορες, όπως ο Σεπτίμιος Σεβήρος το 202, ο Καρακάλλας το 210, και ο Βαλεντινιανός το 375. Το vicus militaris γύρω το φρούριο ήταν ο τόπος όπου κατοικούσαν οι οικογένειες των στρατιωτών και οι πάσης φύσεως τεχνίτες που προμήθευαν με τα απαραίτητα υλικά τον μεγαλοπρεπή ρωμαϊκό  στρατό.

Κεντρική εκκλησία της ιστορικής κωμόπολης.

Ενώ όμως το φρούριο και ο οικισμός γύρω του χτίστηκαν για να προστατεύσουν τα σύνορα της αυτοκρατορίας, οι βίλες στα όρια της πόλης χτίστηκαν για εντελώς διαφορετικούς σκοπούς. Οι βετεράνοι αξιωματικοί της λεγεώνας, συνήθιζαν να αποκτούν ένα κομμάτι πολύτιμης γης και εδώ στα περίχωρα του Σέντεντρε όπου έχτιζαν μια βίλα και δημιουργούσαν τοιουτοτρόπως  ένα αγρόκτημα. Οι Ρωμαίοι αρέσκονταν στις  φυσικές ομορφιές και έφτιαχναν τις βίλες τους στις πιο όμορφες περιοχές τις οποίες ήλεγχαν. Υπήρχαν εκεί μέσα, στοές, μαρμάρινα μωσαϊκά, διακοσμημένα δωμάτια, τρεχούμενα νερά  και  λουτρά   καλυμμένα με εντυπωσιακές τοιχογραφίες. Κάποια αγροτικά εργαλεία που βρέθηκαν μαρτυρούν ότι πολύ πιθανό οι ιδιοκτήτες τους  ασχολούνταν με την αμπελοκαλλιέργεια. Έτσι θα μπορούσαμε άφοβα να υποστηρίξουμε ότι το Σέντεντρε ανάγει την πρώιμη ύπαρξή του στη Ρωμαϊκή εποχή, αφού οι Ρωμαίοι ήταν οι πρώτοι που δημιούργησαν πολιτισμό σε αυτόν τον χώρο, διανοίγοντας δρόμους, δημιουργώντας σωλήνες τρεχούμενου νερού, χρησιμοποιούσαν την πέτρα στα σπίτια, ενώ παράλληλα έθεσαν τις βάσεις για    την ανάπτυξη της  βιομηχανίας, το εμπόριο και την οργανωμένη κοινωνική ζωή. Το μεγάλο δίκτυο των οδικών κατασκευών των Ρωμαίων έχει αναμφισβήτητα  επηρεάσει ακόμα και τη σημερινή δομή της μικρής κωμόπολης.

Στις αρχές του 5ου αιώνα οι Ούννοι, μαζί με κάποιες διαφορετικές γερμανικές φυλές,  κατέλαβαν την περιοχή. Οι Ούγγροι κατέκτησαν το Σέντεντρε και τα περίχωρά του τον 9ο αιώνα. Ο στρατός και οι άνθρωποί του χρησιμοποιούσαν το ρωμαϊκό παρατηρητήριο που βρήκαν ως φρούριο. Ο κολπίσκος του Bükkös δεν είναι μόνο ένας φυσικός σχηματισμός για τους κατοίκους του Σέντεντρε, αλλά και από τα σημαντικότερα στοιχεία της άκρως ενδιαφέρουσας ιστορίας της μικρής πόλης. Δυστυχώς, πολύ λίγα λείψανα από τον Μεσαίωνα διατηρήθηκαν ως τις μέρες μας. Ο μεταγενέστερος μεσαιωνικός οικισμός αναπτύχθηκε γύρω από τα παλιά αρχοντικά κατά μήκος των ρωμαϊκών δρόμων, περίπου δηλαδή στο σημερινό κέντρο της, όπως μαρτυρούν και κάποιες ανασκαφές που έλαβαν χώρα εκεί. Ο ρόλος και η σημασία του, στη συνέχεια, καθορίστηκαν από τη γεωγραφική του θέση ανάμεσα στο Έστεργκομ, το Βίσεγκραντ και τη Βούδα.

Μετά την κατάκτηση της Βούδα (1541), το Σέντεντρε έπεσε στα τουρκικά χέρια. Κάτω από την 150χρονη τουρκική κυριαρχία, η πόλη σχεδόν ερήμωσε.  Απελευθερώθηκε το 1684, αλλά για μερικά ακόμη χρόνια χρησίμευσε ως σημείο οργάνωσης και εκκίνησης για τους χριστιανικούς στρατούς που πολιορκούσαν φιλόδοξα τη Βούδα. Η  σημερινή μπαρόκ μορφή του έχει τις βάσεις της σε εκείνη την εποχή. Πρόσφατα, σχετικά,  ανακαινίστηκε και πάλι το 1987-1989 με μια μοναδική κοινωνική συνεργασία μεταξύ όλων των ανθρώπων μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία  είναι σήμερα το πιο σημαντικό ιστορικό κτίριο, η καρδιά και το σύμβολο της όμορφης ετούτης πόλης.

Καθώς οι Τούρκοι προχωρούσαν στα Βαλκάνια, όλο και περισσότεροι Βαλκάνιοι ευγενείς και ιερείς άρχισαν να αποσύρονται μαζί με τον λαό τους προς το βορρά, ελπίζοντας φυσικά ότι  η περιοχή της Ουγγαρίας δεν θα κατακτηθεί από τους Τούρκους. Σύμφωνα με ορισμένες πηγές, οι Βαλκάνιοι εμφανίστηκαν στο Σέντεντρε  ήδη από τον 15ο αιώνα. Η τελευταία και μεγαλύτερη ομάδα προσφύγων, περίπου 6000 άτομα, με ηγέτη τον πατριάρχη Αρσένιο Τσερνόγεβιτς, έφθασε το 1690, μετά την τουρκική κυριαρχία, και βρήκαν την πόλη καταστραμμένη και σχεδόν έρημη. Οι πρόσφυγες που κατάγονταν από διαφορετικούς οικισμούς και περιοχές των Βαλκανίων, διατήρησαν την ενότητά τους με κάθε θυσία και τρόπο. Με την ηγεσία των ιερέων τους έχτισαν χωριστά τις ξύλινες εκκλησίες τους και εγκαταστάθηκαν γύρω απ’ αυτές. Λίγες δεκαετίες αργότερα, σταδιακά αντικατέστησαν το ξύλο με πέτρα και τούβλα. Οι Σέρβοι και οι Έλληνες υπήρξαν ιδιαίτερα δραστήριοι και σε αυτόν τον τομέα. Οι σερβικοί ναοί χτίστηκαν τον 18ο αιώνα και είναι σημαντικά έργα της ουγγρικής μπαρόκ αρχιτεκτονικής, με τους  εσωτερικούς χώρους  των εκκλησιών να είναι πραγματικά αριστουργήματα της τέχνης της ανατολικής εκκλησίας. Ωστόσο, οι Σέρβοι πολίτες δεν έχτισαν αποκλειστικά εκκλησίες, αλλά κι’ ένα επιβλητικό σχολικό κτίριο. Λόγω των ακούραστων και πολύ δραστήριων ηγετών τους, οι Σέρβοι απέκτησαν πολλά προνόμια, όπως ελεύθερη άσκηση της θρησκείας τους, εκλογή δικαστών, σχολικά ιδρύματα, χρήση της γλώσσας τους και φορολογικές ελαφρύνσεις, σε αντάλλαγμα βεβαίως για τα στρατιωτικά τους επιτεύγματα. Τα προνόμια και η σκληρή και επιμελής δουλειά έφεραν τους πολυπόθητους καρπούς και  στη θέση της μεσαιωνικής ουγγρικής πόλης του Σέντεντρε, βρίσκουμε μια ανθηρή πόλη της Σερβίας. Ο πλούτος και η ανάπτυξή τους προερχόταν από την παραγωγή κρασιού, τη βιομηχανία και το εμπόριο με τις απαραίτητες μεταφορές. Σε δύο ή τρεις γενιές, η παραγωγή σταφυλιών αυξήθηκε δέκα φορές, και το εξαιρετικό κρασί της πόλης έφθασε ως την Αυστρία, τη Βοημία, καθώς και στην Πολωνία, τόσο μέσω του μεγάλου ποταμού, όσο βεβαίως και οδικώς. Ταυτόχρονα δημιουργήθηκαν πολλές συντεχνίες επαγγελματιών. Κλωστοϋφαντουργία, παπλώματα, βιομηχανίες ξύλου, ξυλουργοί, ξυλόγλυπτα, ταπετσαρίες, υποδηματοποιοί, βιομηχανία δερμάτινων ειδών, βιομηχανία μετάλλων, χρυσοχόοι, ενώ πολλοί ήταν ναυτικοί, φορτοεκφορτωτές, ζωγράφοι, αρτοποιοί και κατασκευαστές σωληνώσεων. Οι πλουσιότεροι πολίτες της πόλης ήταν οι έμποροι που κατείχαν αμπελώνες. Κάτω από το όνομα της Σερβικής Εμπορικής Ένωσης ίδρυσαν συντεχνία στα 1698, η οποία διατηρήθηκε σχεδόν για 150 χρόνια. Αυτοί τοποθέτησαν τον αναμνηστικό  Σταυρό στην κεντρική πλατεία της πόλης ως δείγμα της ευγνωμοσύνης τους, επειδή η πόλη διέφυγε από τη μεγάλη και άκρως επικίνδυνη επιδημία πανώλης. Τα σπίτια των Σέρβων εμπόρων βρίσκονταν κυρίως γύρω από την κεντρική πλατεία και κατά μήκος των όχθεων  του Δούναβη. Διατηρούσαν το κρασί τους σε τεράστια κελάρια, είχαν ένα μικρό κατάστημα στο ισόγειο και χώρο αποθήκευσης στη σοφίτα. Χρησιμοποίησαν το υλικό από τα ρωμαϊκά και μεσαιωνικά ερείπια για τις όποιες κατασκευές τους και στην ουσία έχτιζαν συχνά τα σπίτια πάνω στα θεμέλια παλαιότερων κτιρίων, με αποτέλεσμα η πόλη να κερδίσει το σημερινό της πρόσωπο συνδυάζοντας τα  μεσαιωνικά οδοστρώματα με κτίρια μπαρόκ και ροκοκό. Η σημασία της πόλης αυξήθηκε περαιτέρω από το γεγονός ότι η πόλη ήταν η έδρα της Εκκλησίας τους  και το πολιτιστικό κέντρο των Σέρβων που ζούσαν στην Ουγγαρία. Οι ηγέτες της Ορθόδοξης Εκκλησίας διαδραμάτισαν πάντοτε ενεργό ρόλο στη διατήρηση και την αύξηση των πολιτικών και οικονομικών προνομίων των Σέρβων, ενώ πολλά μέλη της προέρχονταν από τις τάξεις των πλουσίων οικογενειών του Σέντεντρε. Κατά τη διάρκεια των ναπολεόντειων πολέμων, πολλοί από τους νεαρούς πολέμησαν με τον στρατό των Αψβούργων ως ανώτεροι αξιωματικοί του. Κατά το πρώτο μισό του 19ου αιώνα, όπως και στις πολύτιμες δεκαετίες, μεγάλες πλημμύρες και πυρκαγιές έβλαψαν την πόλη, καταστρέφοντας τις περιουσίες πολλών πολιτών. Η μεγαλύτερη πλημμύρα η οποία ήταν και εθνικό πλήγμα, κατέκλυσε τα χαμηλότερα τμήματα της πόλης στις 13 Μαρτίου 1838, και τελικά όπως ισχυρίζονται τα αρχεία της πόλης, κατέστρεψε 172 σπίτια. Πέρα από τις πλημμύρες, το 1882, ενέσκηψε  η ασθένεια της φυλλοξήρας με δραματικά αποτελέσματα σε ολόκληρη την κοινωνία της πόλης, επειδή στις προηγούμενες δεκαετίες όλοι είχαν επενδύσει στους κερδοφόρους αμπελώνες. Οι πολίτες που κατείχαν πολλούς αμπελώνες χρεοκόπησαν ένας προς ένας, και οι εργάτες που εργάζονταν εκεί έγιναν με τον καιρό φτωχότεροι. Μέχρι το τέλος του αιώνα,  αργά αλλά σταθερά, σταμάτησε η οικονομική κατρακύλα   της πόλης. Με κάποια έργα αποστράγγισης της περιοχής, αποκτήθηκαν περισσότερες εκτάσεις και περιοχές, ενώ την ίδια στιγμή δέκα χιλιάδες οπωροφόρα δέντρα φυτεύτηκαν αντικαθιστώντας τους καταστραμμένους αμπελώνες. Υπήρξε παράλληλα   έκρηξη και στην κτηνοτροφία.  Η παρουσία του τοπικού σιδηροδρομικού σταθμού ατμού, το 1888, έφερε σημαντικές αλλαγές στη ζωή της κοινωνίας, αφού όλο και περισσότεροι άνθρωποι βρήκαν την ευκαιρία να εργαστούν στην πρωτεύουσα, η οποία γρήγορα έγινε βιομηχανοποιημένη, και το  πρώτο ατμόπλοιο ξεκίνησε τα δρομολόγιά του στον Δούναβη.

Με την πλούσια ιστορία των καλλιτεχνών στους τοίχους της κεντρικής πλατείας! Η κωμόπολη ξέρει να τους τιμά δεόντως!

 

Ήταν δεδομένο πια ότι η παλιά  δομή της κοινωνίας της πόλης είχε αλλάξει σε δραματικό βαθμό. Από τη μία πλευρά, η αφοσίωση των Σέρβων στη δυναστεία των Αψβούργων ήταν αδιάκοπη λόγω της γνώμης των προγόνων τους και φυσικά λόγω των προνομίων που τους δόθηκαν, αλλά από την άλλη πλευρά, παρατηρήθηκε σταδιακή κατάργηση των φεουδαρχικών προνομίων. Η ανεξαρτησία της παλιάς χώρας τους,  που ανακτήθηκε τον 19ο αιώνα,  τους έκανε να επιστρέψουν εκεί σε μεγάλες ομάδες, ενώ τους αντικατέστησαν αρκετοί Σλοβάκοι και Γερμανοί άποικοι των κοντινών οικισμών, έτσι ώστε  μέχρι το τέλος του αιώνα ήταν λιγότεροι από τους Σλοβάκους, τους Γερμανούς και τους Ούγγρους. Την εποχή εκείνη, στα 1848, με τον  Ουγγρικό Πόλεμο της Ανεξαρτησίας, η πόλη συγκέντρωνε  υποχρεωτικά τριακόσια μέλη για την Εθνική Φρουρά, αλλά επίσημα δεν έστειλε ποτέ στρατό για να πολεμήσει. Ο σχηματισμός, επίσης,  διαφόρων ενώσεων ήταν χαρακτηριστικό της εποχής, όπως ο  Εθελοντικός Σύλλογος Πυροσβεστών (1874), η Λέσχη Αγροτών και οι Καθολικές Ενώσεις Νέων. Το Καζίνο ιδρύθηκε το 1892, και σύντομα ο τοπικός τύπος. Η χιλιετία της ουγγρικής κατάκτησης γιορτάστηκε και εδώ. Στις 9 Μαΐου 1896, ο δήμαρχος έκανε μια τελετουργική ομιλία στη γενική συνέλευση. Ονομάστηκε Ουγγρική κατάκτηση, κι’ ήταν στην πραγματικότητα  ένα κοινό φεστιβάλ για όλες τις μειονότητες που ζούσαν εθελοντικά στην ίδια χώρα.

 

Όμως το  Σέντεντρε, λέγεται ότι είναι η πόλη των ζωγράφων.  Ο Miklós Bánovszki (1895-1995), ήταν ένας από εκείνους τους πρωτοπόρους που έθεσαν τις βάσεις για κάτι τέτοιο, σε συνδυασμό πάντοτε με τον προνοητικό και διορατικό δήμαρχο της πόλης. Κάποια σπίτια προσφέρθηκαν, τότε,  δωρεάν σε φτωχούς καλλιτέχνες, ζωγράφους και γλύπτες  και τους μαθητές τους. Τα θεμέλια για την πόλη των ζωγράφων είχαν ήδη τεθεί καθώς και μια αποικία καλλιτεχνών στην πόλη. Μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και την ειρηνευτική συνθήκη του Τριανόν, η ζωή άρχισε αργά να επανέρχεται στο φυσιολογικό και σε τούτη την πόλη, και άρχισαν να δραστηριοποιούνται λατομείο, τσιμεντοβιομηχανίες, εταιρείες μεταφοράς και εργοστάσια εργαλείων.

Κεντρικό σοκάκι του χωριού.

 

Ωστόσο, η πλειοψηφία των εργατών εργαζόταν στα εργοστάσια της πρωτεύουσας, όπου  ταξίδευαν με τον τοπικό ηλεκτρικό σιδηρόδρομο. Η γεωργία βρισκόταν σε εξέλιξη και τα φρούτα του Σέντεντρε, όπως φραγκοστάφυλο, καρύδι, ροδάκινο, μήλο και αργότερα το σταφύλι ήταν σε μεγάλη ζήτηση από τις αγορές της πρωτεύουσας. Μέχρι τα μέσα του αιώνα, ο πληθυσμός της πόλης είχε διπλασιαστεί σε περίπου δέκα χιλιάδες  ανθρώπους. Οι πολίτες που μετακινούνταν έξω από τη Βουδαπέστη έχτισαν βίλες κατά μήκος του σιδηροδρόμου, σχεδόν μέχρι και  τα όρια της πόλης, και πολλές απ’ αυτές, αρχικά χτισμένες ως θερινά θέρετρα, είχαν γίνει μόνιμες πλέον κατοικίες. Οι νέοι ζωγράφοι σίγουρα ήθελαν να κάνουν γνωστή την πόλη τους και τελικά με την επιμονή τους το κατάφεραν. Οι περισσότεροι απ’ αυτούς εγκαταστάθηκαν μόνιμα εκεί. Μέχρι την έναρξη του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου περισσότεροι από τριάντα ζωγράφοι δούλεψαν εδώ  ή επισκέφτηκαν το Σέντεντρε, μεταξύ των οποίων υπήρχαν επιφανείς εκπρόσωποι της ουγγρικής ζωγραφικής, όπως οι Έντρε Μπάλιντ (Endre Bálint, 1914-1986), Gyula Czimra (1901 – 1966), Dezso Korniss (1908-1984),  Lajos Vajda (1908-1941),  István Ilosvai Varga (1895-1978), και Erzsébet Vaszkó (1902-1986). Πολλοί από αυτούς ζούσαν στο Σέντεντρε από την άνοιξη μέχρι το φθινόπωρο και επέστρεφαν στη Βουδαπέστη μόνο για την περίοδο του δύσκολου χειμώνα.

Ernõ Jeges (1898 – 1956), Σέντεντρε.

 

Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο η μικρή πόλη ήταν κατοικία για τους ανθρώπους που ‘αγνοούσαν’ το νέο καθεστώς.  Ανάμεσά τους ήταν ο Béla Hamvas (1897-1968) που έγραψε εκεί  ένα αριστούργημα της ουγγρικής λογοτεχνίας του 20ού αιώνα, το Carneval. Το 1948 τοποθετήθηκε από το καθεστώς στη β-λίστα, δηλαδή βρισκόταν ανάμεσα σε κείνους που το καθεστώς, η νεοεκλεγείσα δηλαδή κομμουνιστική κυβέρνηση, απαγόρευε τη δημοσίευση των  έργων τους, με αποτέλεσμα να αποσυρθεί από τη δουλειά του εκεί. Αν και είχε δημοσιεύσει αρκετά έργα πριν από την απαγόρευσή του, το μεγαλύτερο μέρος του έργου του Hamvas γράφτηκε ανώνυμα αργότερα. Έτσι έλαβε άδεια εκμετάλλευσης στον κήπο του γαμπρού του στο Σέντεντρε, και ασχολήθηκε με  τα φυτά,   μεταξύ του 1948 και του 1951, κατά τη διάρκεια των οποίων ολοκλήρωσε επίσης το Carneval, ένα από τα σημαντικότερα δοκίμιά του. Μόνο στη δεκαετία του 1960, το Σέντεντρε, απέκτησε ξανά  ιδιαίτερο ενδιαφέρον, όταν η πόλη καθιερώθηκε ως πολιτιστικό κέντρο της επαρχίας της Πέστης και άρχισαν παραστάσεις  θεάτρου. Παράλληλα τα ιστορικά κτίρια της πόλης αποκαταστάθηκαν προκειμένου να αποτελέσουν χώρο για γκαλερί και συλλογές έργων τέχνης, και η πόλη ξανάγινε πόλη των καλλιτεχνών. Ο τουρισμός επίσης βρισκόταν σε συνεχή άνοδο.

 

Η πόλη των ζωγράφων αποτελεί, επίσης, αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής πολλών συγγραφέων και ποιητών. Μεταξύ των δύο πολέμων ο Ούγγρος ποιητής, μυθιστοριογράφος, ζωγράφος, δοκιμιογράφος, εκδότης και περιστασιακός μεταφραστής Lajos Kassák (1887-1967)  περνούσε τα καλοκαίρια του   στην περιοχή αυτή, κοντά σε φίλους του ζωγράφους. Ο Lajos Kassák ήταν από τους πρώτους πραγματικούς συγγραφείς της εργατικής τάξης στην ουγγρική λογοτεχνία. Ήταν αυτοδίδακτος, έγινε συγγραφέας μέσα στο σοσιαλιστικό κίνημα και δημοσίευσε σε σημαντικά περιοδικά για τη ριζοσπαστική πνευματική κουλτούρα της Βουδαπέστης, στις αρχές της δεκαετίας του 1900. Μέσα στο  μυθιστόρημά του με τίτλο, ‘Η ψυχή αναζητά τον εαυτό της’, αναφέρεται και στο Σέντεντρε. Ο István Vas (1910-1991) περνούσε επίσης πολύ ελεύθερο χρόνο   εδώ, και μια αναφορά αυτών των χρόνων μπορεί να διαβαστεί στο βιβλίο του, ‘Γιατί σκούζει ο αετός’; Πολλά από τα ποιήματά του επίσης ήταν εμπνευσμένα από την πόλη. Ο Imre Szántó βρέθηκε  επίσης αρκετές φορές εδώ από την πρώιμη παιδική του ηλικία και απεικόνισε το Σέντεντρε ως μια υπέροχη πόλη στα χαρακτικά του και στα γραπτά του, όπως μέσα στην ανθολογία του ‘Στιγμές του  Σέντεντρε’.

Από την παλιά συνοικία του χωριού.

 

Τα προγράμματα του καλοκαιρινού Σέντεντρε είναι πάντοτε υψηλού επιπέδου. Οι ντόπιοι πολίτες κατόρθωσαν να έχουν τέτοιες πολιτιστικές και ψυχαγωγικές δυνατότητες, οι οποίες ήταν αδιανόητες στο παρελθόν. Ωστόσο, από τη δεκαετία του 1970, λόγω της ακανόνιστης  ανάπτυξης, δημιουργήθηκε ένα τεράστιο χάσμα μεταξύ των πολιτιστικών εγκαταστάσεων των πολιτών και των συνθηκών διαβίωσης, γιατί μόνο τότε, εκεί προς τα τέλη της δεκαετίας αυτής, έγινε αντιληπτό ότι κάποιος που δεν αισθάνεται ζεστά μέσα στο σπίτι στην πόλη του, δεν μπορεί να είναι ένας καλός οικοδεσπότης σ’ αυτή και να φιλοξενήσει με επιτυχία θεσμούς, πολιτιστικές εκδηλώσεις  και ανθρώπους. Έτσι μεγάλη έμφαση δόθηκε στην αντιμετώπιση αυτού του προβληματικού θέματος από τους άρχοντες της πόλης με χτίσιμο νέων σπιτιών, βελτιώνοντας ταυτόχρονα τις υφιστάμενες δομές και υποδομές της. Κάτω από τη σκιά της καθοδηγούμενης πολιτιστικής ζωής των δεκαετιών του ’70 και του ’80, διάφορα επιμέρους και ομαδικά συμφέροντα εμφανίστηκαν επίσης στη σκηνή, με νεότερες γενιές καλλιτεχνών να κάνουν ζωντανή και έντονη την παρουσία τους.  Οι δυτικοευρωπαϊκές και αμερικανικές εκθέσεις των καλλιτεχνών δεν ελέγχονταν πια, όπως παλιότερα. Κάποια πράγματα, ήταν ολοφάνερο, άλλαζαν σιγά-σιγά, και όχι μόνο στην καλλιτεχνική σφαίρα.

Το 1989, μετά την αλλαγή του καθεστώτος, η πολιτική ζωή που είχε   διακοπεί για σαράντα χρόνια, ξεκινούσε και πάλι στο Σέντεντρε. Πέρα από τις οικονομικές αλλαγές, άλλαξαν επίσης και οι τρόποι σκέψης των πολιτών. Τώρα οι πολίτες έγιναν μέλη πολιτικών κομμάτων και καθιερωμένων ενώσεων με στόχο την επίτευξη των προσωπικών και οικογενειακών,  βραχυπρόθεσμων ή μακροπρόθεσμων, στόχων τους. Η απαγορευτική και υποστηρικτική πολιτική της τέχνης δεν υφίσταται πια, και οι   καλλιτέχνες του Σέντεντρε  μπορούν να ασκήσουν ελεύθερα την δημιουργική τους τέχνη και να εκθέτουν κατά το δοκούν τα έργα τους τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό της χώρας τους. Η πόλη ζει με το περιβάλλον και τους γείτονές της. Τεράστια όμορφα δάση βρίσκονται γύρω απ’ αυτήν και τη στροφή του Δούναβη που αναζητούν τους καλλιτέχνες. Όταν ο Béla Czóbel (1883-1976),  δεν ζωγράφισε στο ατελιέ του στο Παρίσι, εργαζόταν στο  Σέντεντρε και τη γύρω περιοχή και μπροστά στο σπίτι του  βλέπουμε το γλυπτό του σήμερα που δημιουργήθηκε από τον γλύπτη  Imre Varga και αποκαλύφθηκε το 1977 από τον φίλο του Czóbel, τον συγγραφέα István Vas.

 

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here