Στο καλό κύριε Μάνο

Eίχα βάλει μέσο τον φίλο Γιάννη Δεκαβάλλα, τον επί σειρά ετών δήμαρχο Ερμούπολης. «Με βοηθάς για μια συνέντευξη με τον Μάνο Ελευθερίου, να μιλήσουμε για τη χρυσοπλοκώτατη Σύρα του» του διεμήνυσα τηλεφωνικώς. Μετά από δυο μέρες χτυπά το τηλέφωνο, «ο Μάνος είναι εδώ, έλα να πάμε παρέα να τον δούμε».

Ερχόταν σαββατοκύριακο, από Πέμπτη έβγαλα εισιτήρια και Παρασκευή μεσημέρι ήμουν στο νησί. Στο δημαρχείο καρφί, οργανώσαμε το σχέδιο με τον δήμαρχο, θυμάμαι ήταν και ο αείμνηστος Μάρκος Φρέρης.

Σε ένα παλιό βιβλιοπωλείο εκεί που συνήθιζε να συχνάζει και να μελετά παλιές καρτ ποστάλ και ενθυμήματα ιστορικά του νησιού ανταμώσαμε, για να μιλήσουμε για την πατρίδα του την ώρα που απ ότι ήξερα ετοίμαζε τα βιβλία για το θέατρο στην Ερμούπολη.

Καταδεκτικός, ευγενικός, λεπτός στις χειρονομίες και στα λόγια μετρημένος, ζυγισμένες οι λέξεις, τι ωραία που τις συνταίριαζε.

Θαρρώ πως ήρθαν εκεί και ο Αχιλλέας ο Δρούγκας και ο Μιχάλης Μακρουλάκης και άνοιξε η κουβέντα για τον Απόλλωνα που τότε ανακαινιζόταν. Ετοίμασα τη συνέντευξη και πριν τη δώσω για δημοσίευση στην Ελευθεροτυπία του την πήγα να τη δει, περισσότερο για να διατηρήσω την επαφή, εκεί στο γραφείο του, ήταν τότε επιμελητής εκδόσεων στη Γνώση, στο κέντρο.

«Αυτά τα ωραία πράγματα εγώ τα είπα;» με ρώτησε με εκείνο το χαρακτηριστικό του υπομειδίαμα στα χείλη, μάλλον για να με ενθαρρύνει. Τον ευχαρίστησα, τον χαιρέτησα και έφυγα με ένα κουτί λουκούμια στο χέρι».

Δημοσιεύεται στην εφημερίδα μετά από μέρες, τη βλέπει με παίρνει στο τηλέφωνο για να μου πει πως του άρεσε και πως θέλει να με δει να χαρίσει βιβλία. Το άλλο πρωί από τα γραφεία της Γνώσης έφευγα με μια τσάντα νέες εκδόσεις.

Μιλούσαμε και βλεπόμαστε τακτικά, μου έλεγε για τα σχεδιά του, για τα κείμενα και τα βιβλία που ετοίμαζε. Ερμουπολίτης φανατικός, μελετούσε την ιστορία του τόπου του και καμάρωνε: «Οι Ερμουπολίτες αν και βρέθηκαν σε έναν χέρσο τόπο, ξεριζωμένοι και ανέστιοι κατάφεραν από το διάστημα του 1830 μέχρι το 1880 να φτάσουν την ευρωπαϊκή πρωτοπορία στις τέχνες και στα γράμματα, στο εμπόριο. Αυτοί έφτιαξαν τόσα “πρώτα πράγματα” στην Ελλάδα, που βαριέσαι να μετράς: το πρώτο νοσοκομείο, το πρώτο τυπογραφείο, το πρώτο εργοστάσιο, το πρώτο θέατρο, την πρώτη βιβλιοθήκη».

Μια μέρα από το τηλέφωνο τον ακούω πολύ κουρασμένο, τον συναντώ στο Χαλάνδρι, μου εκμυστηρεύεται πως θα μπεί για να κάνει μια σοβαρή επέμβαση. 1994 ή 1995 δεν θυμάμαι καλά.

Είχα μια εικονίτσα της Μεταμόρφωσης του Σωτήρα, πλασικοποιημένη στη τσάντα μου, από το μοναστήρι μας στην Κύμη, την προσφέρω με την ευχή: «να σας φυλάει στο χειρουργείο».

Από τα πρώτα χρόνια της δημοσιογραφικής μου πορείας, ήμουν φανατικός φανατικός αναγνώστης της εβδομαδιαίας στήλης του στα Νέα, είχε τον μαγικό τρόπο – όπως έχει πει η Κική Δημουλά – «να περισυλλέγει τη γλώσσα από τους μεγάλους κάδους της βιασύνης και να τη μεταγγίζει με σέβας στο τόσο δα μπουκαλάκι του αγιασμού, μια γουλιά, όσο ακριβώς χρειάζεται να πιει η ουσία». Τα κείμενά του «μια παυσίπονη σταγόνα σε έναν ωκεανό λύπης». Τι να πρωτοθυμηθείς, επιτρέψτε μου να ξεχωρίσω αυτό: ««Δεν ξέρω ποιος υπέροχος νους ανακάλυψε το μολύβι. Ας είναι ευλογημένος. Μ’ αρέσει η μυρωδιά του μολυβιού. Το ελικοειδές άνθος που βγάζει η ξύστρα. Το χρατς χρατς πάνω στο χαρτί, αν είναι σκληρό το μολύβι, η γομολάστιχα για να σβήνει τα λάθη».

Δεν θα μιλήσω για τον πεζογράφο, ποιητή και στιχοποιό, τα τόσα βιβλία, τραγούδια, ποιήματα που συνθέτουν τη ζωντανή του ιστορία στον Πολιτισμό μας.

Το 2010, με την φίλη και συνάδελφο Ελένη Δελβινιώτη, διοργανώσαμε μια τιμητική εκδήλωση στο ΚΓ Λύκειο Περιστερίου, ήταν και ο Διονύσης Τσακνής και η Μαρίνα Λαχανά, ο Θηβαίος και ο Μαχαιρίτσας δεν μπορούσαν να έρθουν. Ήταν συγκινημένος που μίλησαν έτσι για το έργο του οι μαθητές και οι μαθήτριες του σχολείου. Του χαρίσαμε και τον πίνακα της φίλης ζωγράφου Σοφίας Καλογεροπούλου, τι χαρά που το έκανε. Κάθε φορά που εξέδιδε βιβλίο μου τηλεφωνούσε να συναντηθούμε για να μου το χαρίσει με αφιέρωση και αγάπη.

Θυμάμαι πάντα τα λόγια του: «Υπήρξαν στον τόπο μας σπουδαίοι άνθρωποι που και με τη ζωή τους και με το έργο τους μας βοήθησαν. Ας τους έχουμε μυστικούς δασκάλους. Είναι στο χέρι μας να τους ακολουθήσουμε και να συνεχίσουμε να κυλάμε αυτή τη ρόδα που βρέθηκε στα χέρια μας».

Έτσι τον ένιωθα, μυστικό δάσκαλο ευπρέπειας και ήθους. Τελευταία φορά που τον είδα ήταν πριν από δύο μήνες στη Βουκουρεστίου με τη Λίλη την αδελφή του και τον Θανάση Νιάρχο που πήγαιναν να δουν κάποια θεατρική παράσταση. Με την τραγιάσκα του, μειλίχιος, τρυφερός, χαμηλόφωνος, με ρώτησε πολλά. Λίγο πριν μπει για να δει την παράσταση με χαιρετά και μου λέει: «Να ξέρεις ότι την εικονίτσα του Σωτήρα την έχω πάνω στο γραφείο μου».

Στο καλό αγαπημένε μας κύριε Μάνο……

Υ.Γ «Ενα νησάκι στον αέρα σαν καραβάκι στους αφρούς, χρόνια και χρόνια ταξιδεύει μες στους αμαρτωλούς καιρούς. Ρίχνει την άγκυρα στα χιόνια και πιάνεται απ’ τις βροχές και τα πανιά του δυο σεντόνια με κεντημένες εποχές. Αχ, να ‘μουν πάνω στο νησάκι, να ‘μουν κερί και λυγαριά στο πιο ψηλό του εκκλησάκι και να μιλώ με το βοριά. Να ρίχνω ανθόνερο στους κήπους, στα σπίτια δροσερές σκιές, να πίνω σα νερό τους ήχους με γιασεμιά κι αλιφασκιές. Να ‘χω σπιτάκι σαν του δυόσμου και πάντα να ‘ναι Κυριακή και τα μυστήρια του κόσμου να κάνω χαρτοκοπτική».
Μάνος Ελευθερίου

Print Friendly, PDF & Email

2 ΣΧΟΛΙΑ

  1. «Υπήρξαν στον τόπο μας σπουδαίοι άνθρωποι που και με τη ζωή τους και με το έργο τους μας βοήθησαν. Ας τους έχουμε μυστικούς δασκάλους. Είναι στο χέρι μας να τους ακολουθήσουμε και να συνεχίσουμε να κυλάμε αυτή τη ρόδα που βρέθηκε στα χέρια μας»… Μπήκε κι ο ίδιος στη λίστα των (όχι και τόσο) μυστικών δασκάλων… Ας είναι αναπαυμένος!

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here