Η στιβαρότητα του στοχασμού στον ‘Δούναβη’, τριάντα χρόνια μετά

 

 

Του Γεωργίου Νικ. Σχορετσανίτη

 

 

Ο Βρεττανός φιλόσοφος Μπέρτραντ Ράσελ (1872-1970), υποστήριζε πως υπάρχουν δύο κίνητρα για να διαβάσεις ένα συγκεκριμένο βιβλίο. Το πρώτο απ’ αυτά είναι για να απολαύσεις τον τρόπο γραφής του και το περιεχόμενο, και το δεύτερο για να παινευτείς που το διάβασες. Βρισκόταν μακρυά από την εποχή κατά την οποία έκαιγαν απείθαρχους συγγραφείς αλύπητα στην πυρά στη μέση πλατειών, αλλά πολύ κοντά σ’ εκείνη που έκαιγαν τα βιβλία εκεί πάνω! Είθισται και λέγεται παραδοσιακά, εν προκειμένω, ότι η λογοτεχνία και η βιβλιογραφία των ποταμών και των συμπαρομαρτούντων εννοιών είναι σχετικώς μικρές σε όγκο, αλλά θα προσθέταμε με τη σειρά μας ότι διαθέτουν  ιδιάζουσα και ενδιαφέρουσα πάντοτε σημασία για τον απαιτητικό μελετητή της γεωγραφίας και ιστορίας της περιοχής στην οποία κάθε φορά αναφερόμαστε και η οποία φιλοξενεί στα σπλάχνα της για όσο χρονικό διάστημα μπορεί τον υδάτινο ρου. Ο ‘Δούναβης’ του Κλάουντιο Μάγκρις (Claudio Magris, ‘Danubio’)  δημοσιεύθηκε αρχικά στα ιταλικά το 1986 (για την ελληνική γλώσσα είδε το φως της δημοσιότητας το 2001, από τις Εκδόσεις Πόλις σε μετάφραση του Μπάμπη Λυκούδη), λίγα μόλις χρόνια πριν την κατάρρευση του ιστορικού τείχους του Βερολίνου το οποίο χώριζε αναίτια δύο φαινομενικά αντίθετους κόσμους, τον ίδιο χρόνο περίπου κατά τον  οποίο ο καθοριστικής σημασίας ηγέτης της ΕΣΣΔ, Μιχαήλ Γκορμπατσόφ, εισήγαγε στην καθημερινή πρακτική της παραπαίουσας  τότε Σοβιετικής Ένωσης, δύο νέες και σίγουρα πρωτόγνωρες έννοιες που έμειναν στην ιστορία ως ‘γκλάσνοστ’ και ‘περεστρόικα’, και για τις οποίες θα μιλούσε αργότερα και για πολύ καιρό ο κόσμος ολάκερος. Ο ‘Δούναβης’ συνεπώς γράφτηκε, μπορούμε να ισχυριστούμε άφοβα,  κατά τη διάρκεια της τελικής άνθησης και εκτόξευσης  του ψυχρού πολέμου στα ύψη, όταν ο κόσμος ήρθε πλησιέστερα σε μια μαζική πυρηνική καταστροφή του πλανήτη και οι χώρες της ονομαζόμενης τότε Ανατολικής Ευρώπης είχαν γίνει, μετά από τέσσερις δεκαετίες απομόνωσης της σοβιετικής κυριαρχίας, terra incognita για πολλούς πολιτικούς, ιστορικούς, πολίτες και μελετητές, στην πάντα υποψιασμένη απέναντι στην ανατολή Δύση. Στην πραγματικότητα, λοιπόν, το συγκεκριμένο βιβλίο άρχισε να γράφεται  κάπου μέσα στο 1982, και η συγγραφή του διήρκεσε για τουλάχιστον τέσσερα ολόκληρα χρόνια. Δεν θα μπορούσε φυσικά να γίνει αλλοιώς και να τελειώσει νωρίτερα ένα έργο άνω των πεντακοσίων πυκνογραμμένων σελίδων πλημμυρισμένων με παραμέτρους εθνικές, κοινωνικές, ατομικές, θρησκευτικές, ιστορικές  και  πολιτισμικές, ταυτόχρονα. Αυτής της έκτασης τα έργα, φωτίζουν ανεξίτηλα και μόνιμα κάποιες μισοκρυμμένες εστίες της περιοχής που αφορούν, και βεβαίως δίνουν στον αναγνώστη μια γωνία διαφορετικής οπτικής και πληρέστερης κάτοψης, ειδικά ενός αμφιλεγόμενου θέματος.  Όταν ο ‘Δούναβης’ δημοσιεύθηκε στην  αγγλική γλώσσα λίγο αργότερα, για την ακρίβεια το 1989, η επιρροή που άσκησε στην αμερικανική, κατά κύριο λόγο, κριτική είχε ως αποτέλεσμα το ογκώδες λογοτεχνικό πόνημα του Μάγκρις να χαρακτηρισθεί κάπως απωθητικό, μακρυνό και βαρύ στην περιγραφή του, τουλάχιστον για τους περισσότερους Αμερικανούς, όσον αφορά ετούτη την περίεργη  τοποθεσία της Ευρώπης, με τις συνεχείς αντιπαλότητες, συγκρούσεις, λυκοφιλίες, πρόσκαιρες συμμαχίες, πραγματικές φιλίες, αλλαγή συνόρων και δημιουργία νέων κρατών μετά από αντίστοιχη κατάργηση άλλων, και ούτω καθεξής, μέχρις ότου φτάσουμε στο ζενίθ της κομμουνιστικής υστερίας της Δύσης, την γνωστή και αναπόφευκτη απομόνωση των ανατολικών χωρών και φυσικά στο τέλος της εμβληματικής δεκαετίας του 1980 και όσα γνωρίσαμε καλά και που ακολούθησαν στη συνέχεια στα μονοπάτια της ιστορίας. Οι αντιδράσεις κυμάνθηκαν από ήσσονος σημασίας έως σοβαρές και πολυποίκιλες, μ’ έναν  αρθρογράφο μάλιστα των Τάιμς της Νέας Υόρκης να δηλώνει με περισσή ειλικρίνεια ότι προτιμά περισσότερο το Ρήνο ως τον ‘ποταμό του πολιτισμού’, γιατί είναι πιο κοντά στον δυτικό μας κόσμο και στην ιστορία μας! ‘Ο Δούναβης’ όμως, όπως συμπεραίνεται από την απαιτητική ανάγνωση του βιβλίου,  βουτάει απλόχερα στα νερά της ιστορίας της κεντρικής Ευρώπης, ανακατεύει το βούρκο τους από τον πυθμένα, φέρνοντας στην επιφάνεια με την ξεχωριστή  και  έντονη λογοτεχνική χροιά που χαρακτηρίζει τον μεγάλο Ιταλό συγγραφέα ξεχασμένες προσωπικές ιστορίες φιλίας, μίσους, αντεκδίκησης, οικογενειακές ιστορίες, καθώς και πληθώρα ειρωνειών της καθημερινής ζωής των χωρών της Κεντρικής, κατά κύριο λόγο, Ευρώπης, για να ακολουθήσουν λίγο ύστερα τα επίσης πολύπαθα και ευαίσθητα Βαλκάνια τα οποία αρδεύει γεωγραφικά αλλά και λογοτεχνικά ο αιώνια μεγαλοπρεπής, ιταλικής έμπνευσης, ‘Δούναβης’. Στην πραγματικότητα, ο Μάγκρις χωρίς να το γνωρίζει, μίλησε και αναφέρθηκε σ’ έναν κόσμο που αργοπεθαίνει, όσο και στον νέο που γεννήθηκε, κι η υπομονετική ιστορία θα δείξει βεβαίως εάν αυτός παραμείνει και για πόσο χρονικό διάστημα όπως ήταν  εκείνη τη στιγμή, όπως είναι στις μέρες μας, ή θα μπει στο γνωστό   ρου  και θα ταξιδέψει στο πολλάκις παιγμένο γεωπολιτικό ύπουλο σενάριο. Ταυτόχρονα δεν μπορούμε να παραβλέψουμε, ότι ο Δούναβης ετούτος αποτελεί μια αλληγορία, ίσως μιας μορφής υπεράσπιση του περιθωριακού και του εφήμερου. Βρίσκεται συμπονετικά δίπλα στους Εβραίους της Μπουκοβίνας, όπως και στο πεπρωμένο της Σουδητικής Γερμανίας, ήταν επίσης εμφανώς ειλικρινής στην απεικόνισή του για τις φρικαλεότητες και το κόστος των πράξεων αυτών, και οι οποίες θα καθόριζαν όλο και περισσότερο την Ευρώπη τις επόμενες δεκαετίες,  καθώς οι σελίδες της ιστορίας για άλλη μια φορά άλλαξαν στη δεκαετία του 1990, και η ελπίδα των επαναστάσεων εκείνου του 1989, έδωσε θέση στην ανέλπιστα αυξανόμενη κατασταλτική και αυταρχική πολιτική χωρών, όπως είναι στις μέρες μας, για παράδειγμα, η Ουγγαρία και η Πολωνία με τις φυγόκεντρες, από την επίσημη ευρωπαϊκή ένωση, πολιτικές τους συμπεριφορές. Πέρα από τις όποιες όμως, ιστορικές αναφορές, ο ‘Δούναβης’ είναι ένα σοβαρό λογοτεχνικό έργο που ταυτίζεται με μια  άγραφη, έως τώρα, ελεγεία για έναν ανεπανόρθωτα χαμένο κόσμο, αυτόν της ερωτηματικής και πολύγλωσσης Mitteleuropa του προηγούμενου, φευ, εικοστού αιώνα! Η Mitteleuropa, στο μακρυνό όνειρο του Μάγκρις, τελικά δεν είναι τόπος, αλλά ένα όραμα για μια κοινή ανθρωπότητα που έφτασε σε μια στιγμή επικείμενου ολέθρου, μια ιδέα που, όταν παραχωρείται η εξουσία αυτού του σύμπαντος που είναι ψυχή του αναγνώστη, δεν γνωρίζει σύνορα και περιορισμούς.

Ο κόσμος μπορεί να υπάρχει,  έγραψε ο Γάλλος συμβολιστής, ποιητής και κριτικός Στεφάν Μαλαρμέ, για να ζήσει σ’ ένα βιβλίο. Μέσα στο ‘Δούναβη’, όμως, ζουν πολλά θέματα  μαζί και επίσης εντυπωσιακές  προφητείες. Η μεγαλοφυΐα, όμως, του ‘Δούναβη’ του Κλάουντιο Μάγκρις,  είναι να μας υπενθυμίσει ότι μπορεί να υπάρχει ένα βιβλίο για να εφεύρει κανείς έναν άλλο κόσμο που αναδύεται μέσα από κάποιον άλλο που την ίδια στιγμή χάνεται, όπως ας πούμε η στιβαρή αλλά ταυτόχρονα ευμετάβλητη αυτοκρατορία των Αψβούργων, την οποία ο συγγραφέας μελέτησε επισταμένως. Θεωρούμενος ως ένας από τους κορυφαίους συγγραφείς της Ιταλίας, ο Κλάουντιο Μάγκρις, είναι διάσημος μυθιστοριογράφος και  αγαπητός λογοτέχνης όχι μόνο των αναγνωστών, αλλά και των  Ιταλών και των Γερμανών συγγραφέων. Σε μια όχι άσχετη λεπτομέρεια,  γεννήθηκε στα 1939 και ζει στην Τεργέστη, μια πανέμορφη πόλη που είναι ντυμένη με  τον μανδύα μιας περίεργης φθινοπωρινής μελαγχολίας και που κατεβαίνει χαμηλά όπως σε περιόδους παλιές, άλλες εποχές, ένα μέρος που βυθίζεται στην παρακμή του από ένα όνειρο ενός κοσμοπολίτικου κόσμου εδώ και πολύ καιρό, της πολύπλευρης, πολύγλωσσης, πολυεθνικής Αυστρο-ουγγρικής αυτοκρατορίας. ‘Το σιδηρούν παραπέτασμα’, είχε πει ο Κλάουντιο Μάγκρις, κάποτε, ‘περνούσε λίγα μόλις χιλιόμετρα απ’ το σπίτι μου’!  Ίσως γι’ αυτό το λόγο η Τεργέστη δεν φαίνεται ποτέ ωσάν μια καθαρή ιταλική πόλη, αλλά μια πόλη που ανήκει σε μια ελπίδα ευρισκόμενη πάντα στο μεταίχμιο, στα πρόθυρα του περιθωρίου, των συνόρων και της εξαφάνισης. Είναι, όπως πολύ σωστά ονομάστηκε, ‘η πρωτεύουσα του πουθενά’, εκείνη που δίνει αναγκαστικά και απλόχερα την πολλαπλότητα της  προσωπικής ταυτότητας.

 

Το σύγχρονο μυθιστόρημα, σύμφωνα με πολλούς ιστορικούς της λογοτεχνίας,  μπορεί να ειπωθεί αβίαστα ότι έχει αρχίσει στην πόλη της Τεργέστης,  με τον Τζέιμς Τζόυς να γράφει τον ‘Οδυσσέα’ του,  εκεί.  Ο θείος του Μάγκρις   διδάχτηκε  αγγλικά από τον Στανισλάους Τζόυς. Η πόλη έδωσε επίσης στον κόσμο πολλά άλλα αξιόλογα λογοτεχνικά κείμενα. Έτσι ο τίτλος της λογοτεχνικής πρωτεύουσας του εικοστού αιώνα στην Τεργέστη, μπορεί να διεγείρει κάποια δικαιολογημένα ερωτήματα και να φαντάζει εκ πρώτης όψεως υπερβολικός, αλλά σίγουρα φαίνεται να στηρίζεται σε στέρεες βάσεις και απόψεις (Ουμπέρτο Σάμπα, Τζέιμς Τζόυς, Ίταλο Σβέβο).  Ένα αυστριακό κάποτε λιμάνι, επίνειο της Βιέννης, σε μια ιταλική ενδοχώρα που κατοικήθηκε από διάφορους λαούς και θεωρήθηκε από τους Σλοβένους ότι αποτελεί  ένα κάποιο μέρος των εδαφών τους, έδρα την ίδια στιγμή πολλών γλωσσών, τουλάχιστον, η ιστορία της Τεργέστης, που τώρα έχει σχεδόν χαθεί φαινομενικά, μιλάει για τα πλούτη και τα μεγάλα επιτεύγματα ενός κοσμοπολίτικου κόσμου που στις μέρες μας, στα ολοένα και πιο εξοικειωμένα δρομάκια της ίδιας της Τεργέστης, είναι μια αγάπη που φαίνεται πως ολοένα και εξασθενίζει  στη μνήμη πολλών, ειδικά εκείνων των  ηλικιωμένων που είχαν αισθανθεί τον αέρα της εποχής εκείνης που σημαδεύτηκε από τον δεύτερο μεγάλο πόλεμο.

Η καμπή του Δούναβη στο Βίσεγκραντ της Ουγγαρίας. Στην αντίπερα όχθη του μεγάλου ποταμού, η σημερινή Σλοβακία.

 

Τα μικρά μυστικά του Μάγκρις σε απόμερα μέρη και καθοριστικές στιγμές της ιστορίας, είναι γεμάτα με εντυπωσιακές λεκτικές εικονογραφήσεις, περιγραφές και  λεπτομέρειες για τους συγγραφείς που κυριαρχούσαν στην πνευματική ζωή τους. Με Ιλλυριούς, Ρωμαίους, Βυζαντινούς, Φράγκους και Βενετούς, η Τεργέστη άκμασε από τον δέκατο όγδοο αιώνα, όταν η αυτοκράτειρα της Αυστροουγγαρίας, Μαρία Θηρεσία, την κατέστησε λιμάνι της μεγάλης πολυεθνικής Βιεννέζικης αυτοκρατορίας. Εξελίχτηκε σε μια πόλη αμφισβητούμενης όμως ταυτότητας, ιταλική, σλοβενική, γερμανική και, για κάποιο διάστημα, γιουγκοσλαβική,  και έχοντας ενστερνισθεί και αποδεχτεί μερικώς, βέβαια, πολυποίκιλες ιδεολογίες, όπως τον ιμπεριαλισμό, εθνικισμό, φασισμό, κομμουνισμό και τιτοϊσμό. Ευρισκόμενη στα βορειοανατολικά της Ιταλίας, ήταν εκεί όπου ο Τσόρτσιλ δήλωσε ότι το σιδερένιο παραπέτασμα ελάμβανε τέλος, ενώ καταλήφθηκε για λίγο από τους παρτιζάνους του Τίτο στο τέλος του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου. Σήμερα ανήκει στην Ιταλία, η Σλοβενία ​​απέχει μόλις επτά χιλιόμετρα από το κέντρο της πόλης, ενώ η Κροατία λιγότερο από είκοσι. Μετά τον πόλεμο, η ιταλική πλευρά των συνόρων καθαρίστηκε από το σλοβενικό της παρελθόν, ενώ η γιουγκοσλαβική (τώρα σλοβενική και κροατική) πλευρά καθαρίστηκε από το ιταλικό της. Σε αυτούς τους παράλογους σπασμούς, τις αλλοιώσεις  και τις μαρμαρυγές της εθνικής ταυτότητας, η πολυπλοκότητα της ανθρωπότητας λίγο λαμβάνεται υπόψιν σοβαρά από την ανάλγητη ιστορία και ελάχιστα υπολογίζεται. Η οικογένεια της συζύγου του Μάγκρις, ήταν ανάμεσα στους 300.000 Ιταλούς οι οποίοι εξαναγκάστηκαν μετά τον πόλεμο να εγκαταλείψουν τη Σλοβενία ​​και τη Δαλματία, περιοχές στις οποίες οι Ιταλοί κατοικούσαν από την εποχή των Ρωμαίων. Αργότερα αυτή ανακάλυψε ότι η οικογένειά της είχε σλαβικές ρίζες. Επομένως, ένα βιβλίο με τέτοιο γενναιόδωρο γεωγραφικό καμβά και ιστορικό φόντο, όπως ο ‘Δούναβης’ θα μπορούσε ίσως να γραφτεί κατ’ ουσίαν μόνο από έναν συγγραφέα του οποίου οι εμπειρίες της ζωής και οι πληροφορίες του τόπου και του παρελθόντος, είναι τόσο βαθιά και ανεξίτηλα χαραγμένες στα γονίδιά του. Κι έτσι λοιπόν, με τη σχεδία του φτιαγμένη από την πλουσιοπάροχη  λογοτεχνία της  Mitteleuropa,’ ο Κλάουντιο Μάγκρις ξεκινάει κάτω από τον Δούναβη, τον ποταμό που έχει δηλώσει  ότι επέλεξε ως σύμβολο ζωής και θανάτου, καθώς  και εξαφάνισης, το μεγαλόπνοο ταξίδι του. Ο ίδιος το αποκαλεί στο κείμενό του, ως μια ‘αποστολή διάσωσης’, συλλογή στοιχείων  πάνω σε κάτι που βρίσκεται σε πορεία εξαφάνισης, και σε λίγο θα χαθεί ανεπιστρεπτί. Ένα ταξίδι που κράτησε τέσσερα ολόκληρα χρόνια, από τις πηγές του στη Γερμανία που αποτέλεσαν μακραίωνες αντιδικίες, έως πέρα μακρυά στο δέλτα του, ανατολικά, στη Μαύρη Θάλασσα.  Εκτός από το πολύπλευρο θέμα του,  ένα ταξίδι από τα πηγαία ύδατα μέχρι τις δύσκολες εκβολές του και τις επιπλέουσες ανησυχίες του, όπως  η λογοτεχνία, η πολιτική και η ιστορία,  το συνταρακτικό βιβλίο διακατέχεται από ένα βαθύτερο ρεύμα και περίεργη ομολογουμένως διάθεση. Ιδιότροπο σε σύλληψη, μελαγχολικό αρκετές φορές, γεμάτο αγάπη πάντοτε, περιστασιακά βλοσυρό, περίεργο στις περισσότερες των περιπτώσεων, έχει εφεύρει τον τρόπο του για να  οδηγήσει τον αναγνώστη του να συναισθανθεί κατάβαθα και να αναλογισθεί ορισμένες γλυκιές ή πικρές αλήθειες. ‘Ο Δούναβης’ αποτελεί σύνολο πολλαπλών και διαφόρων κειμένων όπου εμφιλοχωρεί μια μεγάλη ομάδα πολλών διάσημων, αλλά για τον ελληνόφωνο και τον συχνότερα απαντώμενο αγγλόφωνο αναγνώστη  όχι τόσο γνωστών συγγραφέων, και ακόμα εκείνων που είναι ξεχασμένοι ακόμη και στους δικούς τους τόπους και πολιτισμούς. Έτσι, για παράδειγμα, ο μοναδικός πρωτοποριακός ποιητής της Ουγγρικής γλώσσας Robert Reiter (1899-1989), ανακαλύπτεται πολλές δεκαετίες αργότερα ως ο συντηρητικός ποιητής της γερμανικής γλώσσας Franz Liebhard, γεννημένος στην  Τιμισοάρα της Ρουμανίας, ο οποίος τώρα γράφει ποιήματα και δοκίμια στη Σουαβική διάλεκτο της εξαφανισμένης πια γερμανικής-ρουμανικής μειονότητας.  Ο Liebhard παρατηρεί ότι έμαθε να σκέφτεται με τη νοοτροπία πολλών λαών, μια στάση που συνοψίζει τη νοοτροπία και το βαθύτερο νόημα πολλών σελίδων που συναντά και μνημονεύει στον δικό του ‘Δούναβη’ ο Κλάουντιο Μάγκρις.

 

Ο τρόπος γραφής του ‘Δούναβη’, όπως αρμόζει σε ένα βιβλίο μεγάλων ποταμών και ανάλογης εμβέλειας, είναι καταρρακτώδης και συνάμα συγκλονιστικός. Κι αν ο άλλος ποταμός, ο Ρήνος είναι η γερμανική ισχύς και η αγνότητα, η νιμπελούνγκεια  πίστη, ο ηρωισμός και η γερμανική ψυχή, ο Δούναβης από την άλλη μεριά είναι η Παννονία, το βασίλειο του Αττίλα, ‘η ανατολική και ασιατική πλημμυρίδα που εξολοθρεύει στο τέλος του Άσματος των Νιμπελούνγκεν τη γερμανική αρετή’.  Ο Ρήνος είναι ο ποταμός που εκφράζει ζωντανά την καθαρότητα της φυλής, ενώ ο Δούναβης είναι ο μεγάλος ποταμός όπου κατά μήκος του συναντώνται, διασταυρώνονται και ανακατώνονται άλλοτε ειρηνικά, άλλοτε σε πεδία μαχών, πολλοί λαοί.  Κατά μήκος των όχθεων του ποταμού, ο Μάγκρις επισκέπτεται καφετέριες, ενεχυροδανειστήρια, δρόμους, πλατείες, πανδοχεία, μουσεία, νεκροταφεία και πεδία μάχης, συνομιλεί με ανθρώπους των περιοχών, μερικές φορές με παρέα, τελικά μόνος του, κι’ όλα αυτά προκαλούν παιχνιδιάρικες αρχικά και επιφανειακές  σκέψεις οι οποίες διαψεύδονται φυσικά στη συνέχεια από την δέουσα σοβαρότητα που απαιτεί η συγκεκριμένη περίσταση. Μερικές φορές αυτές οι σκέψεις αντιπροσωπεύουν μια σύντομη ιστορία που πέρασε στην άκρη ή, την αρχή ενός χαμένου μυθιστορήματος του Ιωσήφ Κόνραντ. Αυτοί οι διαλογισμοί του Μάγκρις σε μέρη και στιγμές της ιστορίας, είναι γεμάτοι με εντυπωσιακές βινιέτες για τους συγγραφείς που εμφιλοχωρούν σωρηδόν στις υποψιασμένες σελίδες του. Με το φως που ρίχνεται από τον Μάγκρις, αρχίζει σταδιακά να εμφανίζεται ένα σύνολο συγγραφέων και των γραπτών τους, οι εξαφανισμένοι άνθρωποι, οι χαμένες φυλές της Ευρώπης, τα ξεχασμένα προσωπικά, κοινωνικά και εθνικά ναυάγια, θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε της ιστορίας, τα τόσο συχνά σε όλα τα μήκη και πλάτη της γεωγραφίας και της ιστορίας της τόσο ευαίσθητης και συνάμα εσαεί ευμετάβλητης  ετούτης περιοχής της Κεντρικής Ευρώπης.  Περιγράφοντας και βουλιάζοντας στη λάσπη των μεγάλων πεδιάδων και στα γεμάτα από αίμα αποτυπώματα που έχουν μείνει αιώνες από τις μεταναστεύσεις και τις βίαιες συγκρούσεις αντικρουόμενων πολιτισμών, ο Κλάουντιο Μάγκρις προσφέρει μια πλειάδα βαθύτερων και περισσότερο αξιόλογων περιγραφών. Γι’ αυτό είναι και συμπαθής, στους γερμανόφωνους κατοίκους της Σουαβίας, στους Βουλγάρους και σε κάποια  άλλα έθνη που συνθέτουν αυτό που έγινε Βοϊβοντίνα, στη σημερινή Σερβία, μεταξύ πολλών άλλων. Ο Δούναβης είναι ταυτόχρονα μια καταγραφή, μια τεράστια εξερεύνηση των παρακείμενων περιοχών του μεγάλου ποταμού, όλων εκείνων των περιοχών, πόλεων, κωμοπόλεων  και χωριών που διαπερνά σαν μαργαριτάρια ο Δούναβης, και μια γιορτή τελικά όλων εκείνων των πλημμυρισμένων με παλιά τραύματα και δύσμορφες ουλές πάσης φύσεως και ηλικίας. Στηρίζεται αδρά πάνω από ένα χρονικό των εθνικών κρατών, αλλά οδεύει στο ζήτημα που αφορά στα όρια του εθνικισμού και της εθνικής ταυτότητας. Με αυτό το πνεύμα, ο ‘Δούναβης’ γλιστρά μέσα σε λίγες σελίδες από ένα διαλογισμό για τον  Γιόζεφ Μένγκελε, το Γερμανό γιατρό του στρατοπέδου εξόντωσης στο Άουσβιτς και Μπίρκεναου και το κακό, αφού ‘κάποιος μπορεί να σκοτώσει έναν άλλο άνθρωπο για διασκέδαση’! Ο Μάγκρις περιέγραψε κάποτε το αριστούργημά του ως πνιγμένο μυθιστόρημα, όπου στο άνοιγμά του προς την παράξενη εμπειρία, στην όποια απόλαυση στο παράδοξο, στην άρνηση να μειώσει την ανθρώπινη εμπειρία σ’ ένα μόνο επιχείρημα, το βιβλίο διαχέεται στον κόσμο του μυθιστορήματος όπου η ελευθερία και το αναπόφευκτο χιούμορ είναι συχνά αδιαίρετες αλλά ταυτόχρονα και χαλαρά συνδεδεμένες καταστάσεις. Όπως και με όλα τα μυθιστορήματα, ο ‘Δούναβης’ είναι ασυνεπής στις απόψεις του για τον τρόπο με τον οποίο γίνεται ο κόσμος, και μερικές φορές περίεργα αντιφατικός.  Αλλά σε αυτό απλώς μοιάζει με τη ζωή, αντί να προσποιείται με ότι υπάρχει πέρα ​​από αυτή. Γράφοντας σε μια εποχή που κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει την κατάρρευση του κομμουνισμού λίγο μετά, ο Μάγκρις ήταν εξαιρετικά προφητικός για το πιο μακρυνό μέλλον και τις νέες δυνάμεις που τότε βρίσκονταν μόνο σε εμβρυϊκή και υποβόσκουσα κατάσταση. Μπορεί να πλησιάζει  η στιγμή, έγραφε, όπου  οι ιστορικές, κοινωνικές και πολιτισμικές διαφορές θα αποκαλύψουν, βίαια, τις δυσκολίες αμοιβαίας ασυμβατότητας. ‘…Το μέλλον μας θα εξαρτηθεί εν μέρει από την ικανότητά μας να αποτρέψουμε την εκτόξευση αυτής της χρονικής βόμβας μίσους και την πιθανότητα ότι οι νέες Μάχες της Βιέννης θα μετατρέψουν τους αδελφούς σε αλλοδαπούς και εχθρούς…’. Ποιο τότε είναι το τίμημα της ψυχής μας, αναρωτιέται; Σχεδόν τρεις δεκαετίες μετά την πρώτη δημοσίευση του βιβλίου, μετά το 1989, μετά από τη Σρεμπένιτσα, μετά την πολύπλευρη κρίση στην Ελλάδα, μετά από τις πολυάριθμες εστιασμένες τρομοκρατικές επιθέσεις στον πολύπαθο χώρο της γηραιάς ηπείρου, μετά την κρίση και το αέναο ταξίδι των προσφύγων και των μεταναστών στα αιματοβαμμένα νερά της Μεσογείου, την ψηφοφορία των βρεττανών για οριστική έξοδο από την ευρωπαϊκή ένωση, ο ‘Δούναβης’ έχει εντελώς διαφορετική απόκριση, μιλώντας όχι μόνο για την αρετή της ανοχής της όποιας διαφοράς μεταξύ των λαών, αλλά και της ζωτικότητας και της αναγκαιότητας πολλαπλής συνεργασίας μεταξύ των κρατών.

Μπρατισλάβα  (Δεκέμβριος 2017).

 

Σε μια εποχή που το ποτάμι και ο ρους της ιστορίας ξαναγυρνά απειλητικά στα σύνορα της Ευρώπης, ο ‘Δούναβης’ φαίνεται όχι μόνο ένα σημαντικό, αλλά παράξενο και ταυτόχρονα επίκαιρο βιβλίο. Πολλά χρόνια πριν, ο Ίταλο Καλβίνο, περιέγραψε ως κλασσικό ένα βιβλίο στο οποίο μπορεί κανείς να επιστρέψει και πάντα να βρίσκει κάτι καινούργιο να διαβάσει και να σκεφτεί.  Ένα τέτοιο βιβλίο είναι και ο ‘Δούναβης’ του Κλάουντιο Μάγκρις, στις μέρες μας. Σε άλλα τριάντα χρόνια από τώρα, είναι κάτι παραπάνω από σίγουρο πως κάποιοι άλλοι θα βρουν τα ίδια λόγια στο ‘Δούναβη’, αλλά για εκείνους όμως ένα ‘άλλο βιβλίο’, μερικές φρέσκες αποκαλύψεις που θα παρουσιάσουν σε κάποια άλλα ηλεκτρονικά και έντυπα μέσα έναν διαφορετικό κόσμο, ένα ποτάμι που δεν τελειώνει ποτέ, που πάντα θα φωτίζει και θα φέρνει στην επικαιρότητα καινούργιες αλήθειες τις οποίες όμως κάποτε αδυνατούσαμε να δούμε καθαρά, με τον ίδιο τρόπο όπως ακριβώς στο τέλος του βιβλίου του, όπου ο συγγραφέας παραδέχεται ότι ‘…εκβολή δεν υπάρχει, τον Δούναβη δεν τον βλέπουμε, τίποτα δεν μας λέει ότι αυτά τα λασπερά ρυάκια ανάμεσα στις καλαμιές και στην αμμουδιά έρχονται από το Φυρτβάνγκεν και ότι θώπευαν το νησί Μαργαρίτα…’!

 

 

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here