Στην Ευρώπη εφαρμόζεται στην πράξη μια ρατσιστική πολιτική (Οι μαύρες ζωές δεν μετρούν στη Μεσόγειο;)

 

Από egomiocyprus.blogspot.com

Μια πολύ σημαντική, μια εστιασμένη αποκλειστικά και μόνο στης ζωής ετούτης τα αληθώς ουσιώδη συνέντευξη ενός θαυμάσιου ανθρώπου – για τον αφιερωμένο μια ζωή στην οικουμενικότερη (άρα) και σημαντικότερη όλων ανθρώπινη υπόθεση, την υπόθεση του Δικαίου, παιδαγωγό Γιώργο Τσιάκαλο ο λόγος – στους Ηλιάνα Παπαγγελή και Σταύρο Μιχαηλίδη και τον ενημερωτικό ιστότοπο Solomon Q&As.

Θερμά σας παρακαλούμε όπως μελετήσετε προσεκτικά και κατόπιν αρχειοθετήστε την πολύ σημαντική αυτή συνέντευξη – υπό τον τίτλο «Στην Ευρώπη εφαρμόζεται στην πράξη μια ρατσιστική πολιτική» – που ξεδιπλώνεται ως ακολούθως:

Τον περασμένο Ιούνιο οικογένειες αναγνωρισμένων προσφύγων, που στην πλειοψηφία τους είχαν μόλις φτάσει στην Αθήνα από τη Μόρια, παρέμειναν για μέρες στην πλατεία Βικτωρίας αδυνατώντας να βρουν στέγη. Λίγες ημέρες πριν, την 1η Ιουνίου 2020, άρχισε να υλοποιείται η εφαρμογή του νόμου της ελληνικής κυβέρνησης για τον τερματισμό της παροχής στέγασης μέσω του προγράμματος ESTIA σε 11.237 πρόσφυγες και δικαιούχους επικουρικής προστασίας στην Ελλάδα.

«Έφτασαν στην πλατεία Βικτωρίας, όπως είχαν κάνει κι άλλοι πριν απ’ αυτούς πριν πέντε περίπου χρόνια. Τότε λέγαμε ότι αιφνιδιαστήκαμε. Τώρα; Ήμουν σήμερα εκεί», έγραφε ο Ομότιμος καθηγητής Παιδαγωγικής στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ) Γιώργος Τσιάκαλος σε ανάρτησή του στο Facebook τις ημέρες εκείνες.

Ο Γιώργος Τσιάκαλος, μαζί με τη γυναίκα του, Sigrid Maria Muschik, έχουν βρεθεί στο πλευρό των οικογενειών αυτών όχι μόνο τους δύο προηγούμενους μήνες, αλλά ανελλιπώς από τις πρώτες ημέρες του ξεσπάσματος αυτού που ονομάστηκε «προσφυγική κρίση».

Καθηγητής σε πανεπιστήμια της Γερμανίας, πριν την εκλογή του στο ΑΠΘ, συγγραφέας βιβλίων, κυρίως στους τομείς του ρατσισμού, του κοινωνικού αποκλεισμού και της παιδαγωγικής, με συμμετοχή στην Ομάδα Ειδικών Υψηλού Επιπέδου της ΕΕ για τον Γραμματισμό (EU High Level Group of Experts on Literacy), καθώς και με σημαντικό έργο στη διασφάλιση του δικαιώματος των παιδιών Ρομά στην τυπική εκπαίδευση, ο Γιώργος Τσιάκαλος έχει αφιερώσει το εκτόπισμά του στην προάσπιση των δικαιωμάτων των αιτούντων άσυλο που φτάνουν στην Ελλάδα.

Από το 2015 ταξιδεύει αδιάκοπα ανά τη χώρα, αναδεικνύοντας περιπτώσεις παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων, γράφει και τοποθετείται δημόσια σχετικά, ενώ, την ίδια στιγμή, η οικογενειακή τους οικία είναι πάντα ανοιχτή για ανθρώπους σε ανάγκη.

Τον συναντήσαμε και, μεταξύ άλλων, μιλήσαμε μαζί του για την πραγματικότητα των ανθρώπων που βρέθηκαν αφημένοι στην πλατεία Βικτωρίας και των χιλιάδων αιτούντων άσυλο που παραμένουν εγκλωβισμένοι στην Ελλάδα, ενώ θα έπρεπε να βρίσκονται σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, για τις ρατσιστικές πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) σε βάρος μετακινούμενων πληθυσμών, και για τις «πρώιμες επαναπροωθήσεις», όπως ο Ομότιμος καθηγητής Παιδαγωγικής ονομάζει το σύστημα ανάθεσης του ασύλου σε εξωτερικούς παράγοντες από την ΕΕ, που σκοπό έχει την αποτροπή έλευσης προσφυγικών πληθυσμών στην ήπειρο.

Το θέμα των προσφύγων στη χώρα μας, και στην Ευρώπη, βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σημείο. Στην Ελλάδα, η «αποσυμφόρηση των νησιών» οδηγεί σε «κατάληψη» της Πλατείας Βικτωρίας από κόσμο που έρχεται από τα νησιά. Χιλιάδες άνθρωποι δηλαδή, που πήραν άσυλο στην Ελλάδα, εξαναγκάζονται σήμερα σε καθεστώς αστεγίας.

Στην Ευρώπη, η Γερμανική προεδρία υποσχέθηκε να λύσει τα προβλήματα, και το ίδιο υποσχέθηκε η Επιτροπή της ΕΕ. Εσείς παρακολουθείτε από πολύ κοντά τις εξελίξεις εδώ και χρόνια. Θα θέλαμε να μας πείτε, λοιπόν, πού βρισκόμαστε, και προς τα πού πηγαίνουμε.

Η απάντηση είναι ότι βρισκόμαστε στην πιο ανησυχητική καμπή για την Ελλάδα και για την Ευρώπη, από τη στιγμή που ξεκίνησε αυτό που ονομάστηκε «προσφυγική κρίση». Ανησυχητική, επειδή για πρώτη φορά αμφισβητούνται από τις κυβερνήσεις των ευρωπαϊκών χωρών βασικές αρχές, αξίες και διεθνείς συνθήκες, που χαρακτηρίζουν τις κοινωνίες μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Και, δυστυχώς, βλέπουμε την Ελλάδα να βρίσκεται στην πρωτοπορία αυτών των εξελίξεων.

Να μείνουμε λίγο στις «καταλήψεις» πλατειών από άστεγους πρόσφυγες που μεταφέρονται από τα νησιά;

Πρόκειται κατά κανόνα για οικογένειες, που δεν έχουν που να μείνουν. Συχνά, με βάση τις πληροφορίες που έχουμε και εμείς, πρόκειται για ανθρώπους στους οποίους οι Αρχές στα νησιά είχαν υποσχεθεί πως στην Αθήνα τους περιμένει εξασφαλισμένη στέγαση.

Τι γίνεται τελικά με αυτές τις οικογένειες; Και ποια είναι η ατζέντα της ελληνικής κυβέρνησης;

Βρέθηκα από την πρώτη μέρα κοντά στις οικογένειες που κοιμούνταν στην πλατεία Βικτωρίας. Τυχαία τις είδα, περνώντας από την πλατεία. Ήταν τότε συνολικά 48 άτομα, οκτώ οικογένειες, πολλά μικρά παιδιά, το ένα απ’ αυτά μόλις 14 ημερών. Την άλλη μέρα ήρθαν ακόμη 30-35 άτομα. Κάποιοι είπαν ότι «οι πρόσφυγες κατέλαβαν την πλατεία», όμως η σωστή διατύπωση είναι ότι «οι πρόσφυγες εγκαταλείφθηκαν στο δρόμο, από τις υπηρεσίες που τους υποχρέωσαν να φύγουν από τη Μόρια υποσχόμενες ότι στην Αθήνα θα μείνουν σε διαμερίσματα».

Δηλαδή, η κυβέρνηση έστειλε μήνυμα στο εξωτερικό ότι επιτέλους μεταφέρει τους πρόσφυγες από τα νησιά στην ηπειρωτική Ελλάδα, αυτό όμως που δεν έκανε ήταν να πάρει και στοιχειώδη μέτρα για τη στέγασή τους. Δεν ξέρω αν αυτό οφείλεται σε έλλειψη συντονισμού μεταξύ των υπηρεσιών ή σε ηθελημένη ενέργεια, που αποσκοπεί στο να δείξει ότι το πρόβλημα δήθεν δεν είναι πια αντιμετωπίσιμο. Ίσως να ισχύει το τελευταίο και να αποτελεί μέρος της κυβερνητικής ατζέντας.

Δηλαδή, σε τι ακριβώς πιστεύετε πως μπορεί να αποσκοπεί;

Κοιτάξτε, η πολιτική της παρούσας κυβέρνησης για το προσφυγικό πέρασε από δύο φάσεις. Τον πρώτο καιρό μετά την ανάληψη της εξουσίας η κυβέρνηση δήλωνε ότι τα προβλήματα μπορούν να αντιμετωπιστούν εύκολα, εφόσον υπάρχει η σχετική βούληση, που, όπως ισχυριζόταν, δεν υπήρχε στην προηγούμενη κυβέρνηση.

Η δική της πολιτική στόχευε, πρώτον, στη συντόμευση των διαδικασιών εξέτασης των αιτημάτων ασύλου, και στη συνέχεια στις άμεσες απελάσεις όσων δεν παίρνουν άσυλο και, δεύτερον, στην άμεση αποσυμφόρηση των νησιών με μεταφορά των προσφύγων και διασπορά τους σε ολόκληρη την ενδοχώρα. Γρήγορα διαπίστωσε ότι ούτε οι διαδικασίες μπορούν να συντομευθούν όσο νόμιζε, ούτε οι απελάσεις είναι τόσο απλές όσο τις φανταζόταν.

Αντίθετα, είχε δίκιο σε ότι αφορούσε τη δυνατότητα αποσυμφόρησης των νησιών. Ο κ. Κουμουτσάκος, ως αρμόδιος υπουργός, ξεκίνησε τη διαδικασία μεταφοράς τους στην ενδοχώρα, δηλώνοντας στις 6 Σεπτεμβρίου 2019 πως δεν ανταποκρινόταν στην αλήθεια η άποψη ότι η παραμονή στα νησιά επιβαλλόταν από την κοινή δήλωση Ευρώπης – Τουρκίας. Όμως, ενώ ελάχιστες και ασήμαντες ήταν οι αντιδράσεις στην ενδοχώρα και αντιμετωπίστηκαν γρήγορα και αποτελεσματικά, η πολιτική αυτή εγκαταλείφθηκε ξαφνικά και χωρίς εξηγήσεις και, αντί για την αντιμετώπιση των προβλημάτων με ενδεδειγμένα μέτρα, οι πρόσφυγες άρχισαν να αντιμετωπίζονται ως «εισβολείς», με ό,τι αυτό συνεπάγεται στην πράξη.

Δυστυχώς η σχετική ρητορεία καθορίζει και τις αντίστοιχες συμπεριφορές. Και στη συγκεκριμένη περίπτωση, η παρουσίαση του «προσφυγικού» ως απειλή και όχι ως ανθρωπιστική πρόκληση αποτελεί συνειδητή πολιτική επιλογή, όχι μόνον της Ελληνικής κυβέρνησης, αλλά και των κυβερνήσεων πολλών άλλων ευρωπαϊκών χωρών, όπως και της ίδιας της ΕΕ.

Στο πλαίσιο αυτό, η εικόνα άστεγων προσφύγων σε μία πλατεία χρησιμοποιείται από τις κυβερνήσεις για να θεμελιωθεί η άποψη ότι το πρόβλημα δεν είναι πια αντιμετωπίσιμο, και ότι δήθεν είναι λογικό να γεννά και να τροφοδοτεί αρνητικές αντιδράσεις των περιοίκων. Έτσι, ακόμη και η επανεμφάνιση των ναζιστών της Χρυσής Αυγής και των όμοιών της με τη μάσκα των «αγανακτισμένων πολιτών» αποκτά εκ των προτέρων στοιχεία νομιμοποίησης. Πού μπορεί να οδηγήσει αυτό το γνωρίζουμε από το παρελθόν, το ερώτημα είναι, εάν η κυβέρνηση έχει διδαχθεί από το παρελθόν.

Πώς βλέπετε τέτοιες αντιδράσεις, όπως η συγκέντρωση των «αγανακτισμένων πολιτών» στη Βικτώρια τον περασμένο Ιούνιο;

Θα μπορούσε να συζητήσει κανείς γι’ αυτές, εάν προέρχονταν πράγματι από κατοίκους της περιοχής και όχι ακροδεξιούς και ναζί από όλη την Αθήνα, και εάν απευθύνονταν σ’ αυτούς που ευθύνονται για την κατάσταση. Ποια είναι η αλήθεια; Οι πρόσφυγες πήραν την υπόσχεση στη Λέσβο ότι στην Αθήνα θα εγκατασταθούν σε διαμερίσματα, όμως εξαπατήθηκαν και εγκαταλείφθηκαν στο δρόμο, κι επί τρεις μέρες δεν εμφανίστηκε καμιά αρχή για να αναλάβει την ευθύνη και να δώσει κάποια λύση. Ήταν πολίτες της περιοχής που βοήθησαν προσφέροντας τα απαραίτητα είδη, έστησαν γρήγορα με δικά τους έξοδα τέσσερις χημικές τουαλέτες, ώστε να διατηρηθεί καθαρή η πλατεία, φρόντισαν για γιατρό και τη μεταφορά στο νοσοκομείο, όταν ένα βρέφος εμφάνισε υψηλό πυρετό.

Οι υπεύθυνες υπηρεσίες εμφανίστηκαν μόλις την τέταρτη μέρα για να καταγράψουν τις ανάγκες. Μετά από μία παρέμβαση στο Δημοτικό Συμβούλιο της Αθήνας προσφέρθηκε ως λύση η μεταφορά στον Ελαιώνα, όπου δήθεν υπήρχαν θέσεις. Όμως αποδείχθηκε ότι και πάλι εξαπατήθηκαν. Αυτή είναι η κατάσταση από την πρώτη μέρα και διαιωνίζεται.

Ποιες λύσεις θα μπορούσαν να δοθούν άμεσα κατά τη γνώμη σας;

Ήδη η προηγούμενη κυβέρνηση είχε αρχίσει να κλείνει τις δομές στην ηπειρωτική Ελλάδα και να δημιουργεί νέες δομές στα νησιά. Γνωρίζουμε ότι η πρόταση να μένουν στα νησιά, και να υποφέρουν, ήρθε από την ιδιωτική εταιρεία συμβούλων McKinsey, στην οποία είχε αναθέσει η ΕΕ την εκπόνηση πρότασης για την αντιμετώπιση της προσφυγικής κρίσης -με αμοιβή ένα εκατομμύριο ευρώ.

Ξέρουμε πια τα τραγικά αποτελέσματα αυτής της πολιτικής. Αποτελεί πρωταρχικό καθήκον η αποσυμφόρηση των νησιών, και αυτή πρέπει να γίνει με ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα φιλοξενίας στην ενδοχώρα. Για το σκοπό αυτό ενδείκνυται κυρίως ένα πρόγραμμα όπως ήταν το πρόγραμμα ESTIA, δηλαδή ενοικίαση διαμερισμάτων, ενοικίαση τουριστικών μονάδων που είναι ανενεργές λόγω του κορονοϊού, και κατά περίπτωση εκσυγχρονισμός κάποιων από τις υπάρχουσες δομές. Πιο επωφελές θα ήταν, εάν χρησιμοποιούνταν για το σκοπό αυτό τα κενά διαμερίσματα που ανήκουν στους δήμους, όπου φυσικά υπάρχουν.

Στον Δήμο Αθηναίων υπάρχουν πολλά, που περιήλθαν στην κατοχή του από τον ΕΦΚΑ. Όμως η κυβέρνηση αποφάσισε να δημιουργήσει σε ενοικιαζόμενα γεωτεμάχια στη Σάμο, στη Λέρο και στην Κω τρία νέα Κέντρα υποδοχής, παρόλο που λέει ότι ενδιαφέρεται για την αποσυμφόρηση των νησιών. Το κόστος που υπολογίστηκε και εγκρίθηκε είναι 132.680.000 ευρώ. Αν τα χρήματα αυτά, ή έστω ένα μέρος τους, δίνονταν στους δήμους για να ανακαινίσουν και να εξοπλίσουν τα άδεια διαμερίσματα και κτίρια που κατέχουν, οι κατοικίες αυτές θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν τόσο τώρα, όσο και αργότερα, όχι μόνον από πρόσφυγες αλλά και από οικογένειες Ελλήνων, που αντιμετωπίζουν παρόμοια προβλήματα.

Το Δημοτικό Συμβούλιο της Αθήνας έχει ήδη υιοθετήσει σχετικό ψήφισμα. Στην περίπτωση αυτή τα χρήματα που δίνονται από την ΕΕ για ενοικιάσεις θα δίνονται στους Δήμους, ωφελώντας όλους του δημότες τους. Όλα αυτά μπορούν να ξεκινήσουν αμέσως, δίνοντας λύση στα άμεσα προβλήματα. Όμως προφανώς αποτελεί πολιτική απόφαση να μη γίνει τίποτε από αυτά.

Αλλά και κάπου αλλού βρίσκεται το πρόβλημα, και αφορά το γεγονός ότι πολλοί από τους πρόσφυγες παραμένουν εδώ με ευθύνη της χώρας μας, ενώ έχουν γίνει δεκτοί σε άλλες χώρες. Αφορά εκείνα τα άτομα, για τα οποία σύμφωνα με τον κανονισμό του Δουβλίνου ΙΙΙ την ευθύνη έχει άλλη χώρα. Κι αυτοί είναι αρκετές χιλιάδες.

Εννοείτε ότι τους δέχτηκε ή πρέπει να τους δεχτεί άλλη χώρα, και εμείς τους υποχρεώνουμε να μένουν εδώ;

Τους υποχρεώνουμε να μείνουν εδώ, τουλάχιστον για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από όσο χρειάζεται. Υπενθυμίζω ότι ο κανονισμός Δουβλίνο ΙΙΙ προβλέπει ότι η αίτηση ασύλου που υποβάλλουν τα μέλη μιας οικογένειας στην Ελλάδα μεταφέρεται και κρίνεται στη χώρα, όπου προηγουμένως ένα άλλο μέλος είχε κάνει αίτηση ασύλου.

Συνήθως αυτό ονομάζεται «οικογενειακή επανένωση», αλλά στη βάση του είναι μια πράξη που διευκολύνει τις υπηρεσίες να εξετάζουν τα αιτήματα συνδυάζοντας τις πληροφορίες από όλα τα συγγενικά πρόσωπα. Στις περιπτώσεις αυτές η αίτηση ασύλου γίνεται εδώ, μεταφέρεται ηλεκτρονικά στην άλλη χώρα κι εκείνη πρέπει να απαντήσει μέσα σε δύο μήνες. Από τη στιγμή που απάντησε θετικά, οι πρόσφυγες μπορούν να φύγουν αμέσως.

Η χώρα μας καθυστερεί συστηματικά από το 2015 μέχρι σήμερα όλες αυτές τις διαδικασίες. Σύμφωνα με τα στοιχεία της δικής μας Υπηρεσίας Ασύλου τον Φεβρουάριο του 2020 ο αριθμός των προσφύγων, που είχαν γίνει δεκτοί σε άλλες χώρες και δεν είχαν μεταφερθεί, ανερχόταν στις 3.229 άτομα. Επισημαίνω ότι από τη στιγμή που η άλλη χώρα έχει κάνει δεκτό το αίτημα δεν έχει καμία δυνατότητα να εμποδίσει τη μεταφορά, εκτός και αν παρέλθει το διάστημα των έξι μηνών, οπότε παραμένουν στη χώρα μας. Αυτό έχει συμβεί στο παρελθόν, ελπίζω να μη συμβεί και στο μέλλον.

Δηλαδή περισσότερα από 3.000 άτομα, που παραμένουν στην Ελλάδα αυτή τη στιγμή, μπορούν να φύγουν αμέσως;

Ναι, αν η Ελλάδα τους δώσει το δικαίωμα, που προβλέπεται κατά προτεραιότητα από τον κανονισμό του Δουβλίνου, να οργανώσουν μόνοι το ταξίδι τους, να το δηλώσουν στην Μονάδα Δουβλίνου, και να πάρουν το έγγραφο ελεύθερης διέλευσης. Αλλά ας μη μπούμε στις λεπτομέρειες. Το θέμα είναι ότι η καθυστέρηση δεν γίνεται μόνον μετά την αποδοχή από την άλλη χώρα, γίνεται και σε όλες τις προηγούμενες φάσεις. Έτσι είναι χιλιάδες οι περιπτώσεις, που υπάγονται στον κανονισμό του Δουβλίνου, αλλά έχουν πάρει ημερομηνία για να κάνουν αίτηση ασύλου για το τέλος του 2021.

Δηλαδή, ενώ η αίτησή τους δεν θα κριθεί στην Ελλάδα, αλλά θα μεταφερθεί στην άλλη χώρα και μετά θα μπορούν να φύγουν γρήγορα, κρατούνται στη χώρα μας για περισσότερο από δύο χρόνια, μεγαλώνοντας τεχνητά τον αριθμό των προσφύγων.

Έχουμε ακούσει ότι η Γερμανία, τον τελευταίο καιρό, απαντά αρνητικά στα αιτήματα της Ελλάδας σε σχέση με το Δουβλίνο. Τι συμβαίνει τελικά;

Δεν έχει καμία δυνατότητα να απαντήσει αρνητικά στις περιπτώσεις που ανέφερα, δηλαδή στην επανένωση συζύγων και ανήλικων τέκνων. Όμως στο Δουβλίνο προβλέπονται και περιπτώσεις επανένωσης για ανθρωπιστικούς λόγους, όπως είναι η ασθένεια. Η ύπαρξη τέτοιων λόγων εναπόκειται στην εκτίμηση της υπηρεσίας, και από τότε που αρμόδιος υπουργός στη Γερμανία είναι ο Χορστ Ζεεχόφερ, η εκτίμηση αυτή είναι σκανδαλωδώς συχνά αρνητική.

Το γεγονός ότι πρόκειται για απαράδεκτη συμπεριφορά αποδεικνύεται από τις αποφάσεις των γερμανικών διοικητικών δικαστηρίων, που κατά κανόνα δικαιώνουν τους πρόσφυγες.

Ο Χορστ Ζεεχόφερ παίζει αυτή την εποχή ιδιαίτερο ρόλο στο προσφυγικό, καθώς η Γερμανία αυτό το εξάμηνο ασκεί την προεδρία στην ΕΕ. Υπήρχε η αίσθηση ότι θα υπάρξουν πρωτοβουλίες για μια συμφωνία κοινής πολιτικής των κρατών απέναντι στα προβλήματα, με ελάφρυνση του βάρους που σηκώνουν μέχρι τώρα η Ελλάδα, η Ιταλία και η Ισπανία. Ποια είναι η δική σας εκτίμηση;

Η αίσθηση ότι θα υπάρξουν τέτοιες προσπάθειες αποδυναμώθηκε ήδη από τον ίδιο τον Χορστ Ζεεχόφερ, που δήλωσε ότι, αν υπάρξουν λύσεις, αυτές θα δοθούν στη διάρκεια της πορτογαλικής προεδρίας το επόμενο εξάμηνο. Όμως, είναι βέβαιο ότι θα δούμε έντονη δραστηριότητα προς την κατεύθυνση της αποδοχής μιας κοινής πολιτικής, που θα βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με τις αξίες και τις αρχές, που θεωρούσαμε μέχρι σήμερα ότι αποτελούν θεμέλιο του ευρωπαϊκού πολιτισμού.

Να το πω πιο ξεκάθαρα: Οι ηγεσίες των ευρωπαϊκών χωρών δεν έχουν πρόβλημα με τον αριθμό των μεταναστών και των προσφύγων, έχουν πρόβλημα αποκλειστικά με τους μετανάστες και πρόσφυγες που έρχονται από τις εμπόλεμες και φτωχές περιοχές της Ασίας και της Αφρικής. Υπενθυμίζω ότι είναι εμπόλεμες στην Ασία (Αφγανιστάν, Ιράκ, Συρία) ως αποτέλεσμα των αυτόκλητων επεμβάσεων των ΗΠΑ και των ευρωπαϊκών χωρών, και είναι φτωχές και εμπόλεμες στην Αφρική, ως αποτέλεσμα αφενός της μακρόχρονης οικονομικής διείσδυσης των ΗΠΑ και της ΕΕ, που οδηγεί σε οικονομικό μαρασμό, και αφετέρου των πολιτικών και στρατιωτικών επεμβάσεών τους για τη διατήρηση στην εξουσία διεφθαρμένων ηγετών.

Για τα θύματα αυτής της πολιτικής, που εξαναγκάζονται να ζητήσουν προστασία μακριά από τις πατρίδες τους, η Ευρώπη θεωρεί ότι δεν πρέπει να ισχύουν οι διεθνείς συνθήκες και οι νόμοι, που η ίδια έφτιαξε. Στην πρώτη περίπτωση –των προσφύγων από την Ασία– πρόκειται για προσπάθεια δικαίωσης των καταστροφικών στρατιωτικών επεμβάσεων απέναντι στους πολίτες τους. Η επέμβαση στο Ιράκ έγινε επειδή δήθεν είχε χημικά όπλα που απειλούσαν τη Δύση. Αποδείχτηκε ότι ήταν ψέμα, αλλά η χώρα καταστράφηκε, έγινε έρμαιο συμμοριών τζιχαντιστών, η πολιτική κατάσταση δεν ομαλοποιήθηκε ποτέ, οι άνθρωποι κινδυνεύουν και αυτοεξορίζονται για να σωθούν. Με την άρνησή τους να δώσουν άσυλο και προστασία σ’ αυτούς τους ανθρώπους, οι χώρες, που με την επέμβασή τους έφεραν την καταστροφή, στέλνουν μήνυμα στους πολίτες τους ότι η επέμβαση πέτυχε, στο Ιράκ επικρατεί απόλυτη ασφάλεια. Το ίδιο ισχύει για το Αφγανιστάν, όπου οι Ταλιμπάν καλούνται σήμερα από τις ΗΠΑ και την Ευρώπη να συμμετάσχουν στην κυβέρνηση, κι ας ήταν η δική τους παρουσία η δικαιολογία για τη στρατιωτική επέμβαση, κι ας έχουν εγκαταστήσει στο μεγαλύτερο μέρος της χώρας ένα καθεστώς τρόμου. Μόνη διαφορετική συμπεριφορά της Ευρώπης είναι αυτή απέναντι στους πρόσφυγες από τη Συρία, κι αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι ο δηλωμένος εχθρός της, ο Άσαντ, διατηρεί ακόμη τη θέση του.

Στη δεύτερη περίπτωση, των προσφύγων από την Αφρική, έχουμε να κάνουμε με ρατσιστική πολιτική κλασικής μορφής, δηλαδή λόγω του «μαύρου χρώματος».

Πού στηρίζετε την άποψη ότι η Ευρώπη έχει πρόβλημα μόνο με αυτές τις δύο κατηγορίες μεταναστών και προσφύγων, και όχι γενικά με το μεγάλο αριθμό μεταναστών και προσφύγων, όπως συνήθως λέγεται;

Σε αναμφισβήτητα δεδομένα, προσιτά σε όλους. Θα ξεκινήσω με το ερώτημα, κατά πόσο η Ευρώπη χρειάζεται μετανάστες ή αντίθετα, όπως λένε κάποιοι, «δεν αντέχει άλλους».

Η Ευρώπη, λόγω της υπογεννητικότητας των τελευταίων δεκαετιών, χρειάζεται μεγάλο αριθμό μεταναστών για να μπορέσει να αντιμετωπίσει προβλήματα της οικονομίας, και κυρίως των ασφαλιστικών της συστημάτων. Το πρόβλημα εδώ είναι οξύτερο από κάθε άλλη περιοχή του κόσμου. Ταυτόχρονα, η Ευρώπη είναι εκείνη που έχει όλες τις υλικές δυνατότητες να απορροφήσει πολύ γρήγορα μεγάλο αριθμό μεταναστών. Με δεδομένα και γνωστά τα παραπάνω, ασκεί στην πράξη μία πολιτική προσέλκυσης και αποδοχής μεταναστών, αποκλείοντας όμως τις κατηγορίες που ανέφερα προηγουμένως. Ας δώσω ένα παράδειγμα.

Το 2017 ο αριθμός όσων πέρασαν από το Αιγαίο και τη Μεσόγειο ανερχόταν στις 171.000. Ο αριθμός αυτός θεωρήθηκε ιδιαίτερα υψηλός και οδήγησε σε περισσότερα, και πιο αυστηρά μέτρα, με σκοπό τον περιορισμό του. Τα μέτρα αυτά έχουν τεράστιο οικονομικό κόστος καθώς αφορούν πλοία, όπλα, προσωπικό. Και έχουν επίσης, ως αποτέλεσμα, το θάνατο χιλιάδων ανθρώπων στα νερά της Μεσογείου. Όμως το ίδιο έτος πέρασαν και πήραν άδεια παραμονής 662.000 μετανάστες/πρόσφυγες από την Ουκρανία και 193.000 από την Κίνα, ουσιαστικά από το Χονγκ Κονγκ.

Μία απλή σύγκριση των αριθμών δίνει απάντηση στο ερώτημα κατά πόσο η Ευρώπη «αντέχει περισσότερους μετανάστες/πρόσφυγες». Βλέπουμε ότι η αντιπροσφυγική ρητορεία θεμελιώνεται σε ένα πασιφανές ψέμα, που λειτουργεί εκφοβιστικά σε όσους δεν το γνωρίζουν. Παρεμπιπτόντως: ο αριθμός των μεταναστών/προσφύγων από την Ανατολική Ευρώπη ήταν μεγάλος ήδη από το 2016, καθώς η Πολωνία, που είχε ανάγκη από εργατικό δυναμικό, αποδέχτηκε παράτυπες μεταναστεύσεις από τα ανατολικά της σύνορα. Κατά κανόνα δεν έδινε άσυλο και προστασία, έδινε όμως άδεια παραμονής και εργασίας.

Ταυτόχρονα, ενώ στην Πολωνία τους αντιμετώπιζε και τους χρησιμοποιούσε ως μετανάστες, στις Βρυξέλλες τους χαρακτήριζε πρόσφυγες και αιτιολογούσε έτσι την άρνησή της να συμμετάσχει στην κατανομή όσων έρχονταν από το Αιγαίο και τη Μεσόγειο, λέγοντας ότι εκείνη είχε δεχτεί περισσότερους πρόσφυγες από όσους είχαν δεχτεί η Ελλάδα, η Ιταλία και η Ισπανία συνολικά. Φυσικά ήταν ένας παράλογος ισχυρισμός, αλλά, δυστυχώς, ενισχυόταν και από όσους στη δική μας χώρα επέμεναν να ονομάζουν μετανάστες, ακόμη και «λαθρομετανάστες», όσους έρχονταν από τη Συρία, το Αφγανιστάν, το Ιράκ και άλλες κατεστραμμένες από τους πολέμους χώρες.

Ισχυρίζονταν όλοι αυτοί ότι κάνουν καλό στη δική μας χώρα, αλλά στην πραγματικότητα την υπονόμευαν με το χειρότερο τρόπο. Δυστυχώς το ίδιο κάνουν και σήμερα έχοντας στο πλευρό τους και κυβερνητικούς παράγοντες.

Αυτά είναι σχετικά άγνωστα στοιχεία στους περισσότερους. Μπορείτε να μας πείτε πως αντέδρασε η ΕΕ σ’ αυτή την κατάσταση;

Η αντίδρασή της τεκμηριώνει το γεγονός ότι άλλα μέτρα ισχύουν για τις μεταναστεύσεις και την προσφυγιά στα ανατολικά σύνορα της Ευρώπης, και άλλα για τα ίδια φαινόμενα στα νότια σύνορα. Σε μια πρόσφατη δημοσίευσή τους με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Ποιανού εχθρός προ των πυλών;» οι Chiara Loschi και Alessandra Russo εξετάζουν το διαφορετικό τρόπο που διαχειρίστηκε η ΕΕ την (παράτυπη) μετανάστευση στις δύο πύλες εισόδου, στην Ουκρανία και στη Λιβύη.

Η απάντησή τους είναι σαφής: δεν είναι ίδια η ευρωπαϊκή πολιτική για το ίδιο φαινόμενο σε όλα τα σύνορα, η πολιτική της εξαρτάται από την πολιτική που υιοθετούν και υπερασπίζονται οι χώρες που τους αφορά άμεσα. Αν για τους Πολωνούς δεν είναι εχθρός οι Ουκρανοί, οι Λευκορώσοι κλπ., τότε ολόκληρη η Ευρώπη ανοίγει τα σύνορα. Έτσι, υπό την πίεση της Πολωνίας, η ΕΕ τον Μάιο του 2017 αντιμετώπισε το πρόβλημα της παράτυπης μετανάστευσης αφαιρώντας την Ουκρανία από τον κατάλογο των χωρών που χρειάζονται βίζα Σένγκεν. Οι «παράτυποι» –«λαθρομετανάστες» θα τους αποκαλούσαν κάποιοι στη χώρα μας– έγιναν σε μία νύχτα νόμιμοι και δεν αποτελούν πια απειλή, μπορούν να ταξιδέψουν σε όποια χώρα της ΕΕ θέλουν.

Και; Ταξιδεύουν;

Σήμερα βρίσκονται στην ΕΕ περίπου 2,5-3 εκατομμύρια Ουκρανοί, με εκατοντάδες χιλιάδες από αυτούς σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες πέραν της Πολωνίας. Αν το ίδιο συνέβαινε με τους Αφγανούς ή με πολίτες οποιασδήποτε άλλης χώρας, από εκείνους που επιδιώκουν να μπουν παράτυπα στην Ευρώπη μέσω της Ελλάδας, τότε θα μπορούσαν κι αυτοί να πάνε ελεύθερα με το αεροπλάνο σε όποια χώρα της ΕΕ θα ήθελαν, κι εκείνη θα αποφάσιζε αν θα τους επέτρεπε να παραμείνουν ή όχι. Όμως, ενώ η δική μας χώρα συμφώνησε ότι οι Ουκρανοί δεν αποτελούν πια απειλή για την Ευρώπη και διευκόλυνε την Πολωνία, δεν έθεσε το ίδιο αίτημα για πολίτες που περνούν μέσα από τη δική μας χώρα. Δεν έβαλε βέτο, ούτε καν έθεσε θέμα, κυρίως όμως δεν ζήτησε ανταλλάγματα. Θα μπορούσε π.χ. να συμφωνήσει μόνον εάν η ΕΕ θα δεχόταν την ελεύθερη μετακίνηση όσων παίρνουν άσυλο στην Ελλάδα. Δεν το έκανε. Ποιος ωφελείται από αυτή τη στάση και πολιτική συμπεριφορά μπορεί ο καθένας να το αξιολογήσει.

Πάντως, το παράδειγμα της Ουκρανίας δείχνει ξεκάθαρα: Η Ευρώπη δεν έχει πρόβλημα να δεχτεί μεγάλο αριθμό μεταναστών και προσφύγων, ούτε υπάρχουν εξ ορισμού εχθροί και φίλοι ανάμεσα στους μετανάστες/πρόσφυγες. Η Ευρώπη φτιάχνει επί χάρτου εχθρούς και, όταν θέλει, σε μια συνεδρίαση της μετατρέπει ορισμένους από εχθρούς σε φίλους, και άλλους τους διατηρεί στη λίστα των επικίνδυνων και ανεπιθύμητων. Από εκεί και πέρα συμπεριφέρεται ανάλογα απέναντί τους.

Τι θα πει «συμπεριφέρεται ανάλογα»;

Θα φέρω πάλι ως παράδειγμα τους πρόσφυγες από το Αφγανιστάν.

Η Γερμανία απελαύνει καλά ενσωματωμένους Αφγανούς, τους οποίους οι εργοδότες τους χαρακτηρίζουν εντελώς απαραίτητους για τη λειτουργία της επιχείρησής τους. Γενικά, οι εργοδότες είναι ενάντια σε απελάσεις προσφύγων από εκείνες τις χώρες. Το ίδιο συμβαίνει με νοσηλευτικό προσωπικό. Απελαύνονται άριστα ενσωματωμένες νοσηλεύτριες από το Αφγανιστάν, και την ίδια στιγμή ο υπουργός υγείας ταξιδεύει στο Μεξικό για να προσελκύσει 40.000 νοσηλεύτριες, στις οποίες θα παράσχει μαθήματα εκμάθησης της γλώσσας, τα έξοδα μετακίνησης, άδεια παραμονής και θέση εργασίας.

Βλέπετε λοιπόν ότι πρόκειται για πολιτική επιλογή, που εφαρμόζεται ακόμη και παρά τις αντιδράσεις των ντόπιων και ενάντια στα συμφέροντα της οικονομίας. Μπορεί κανείς να φανταστεί ότι αυτό γίνεται τυχαία και χωρίς λόγο; Ασφαλώς όχι. Υπηρετεί ένα σκοπό: Στέλνει στην κοινή γνώμη το μήνυμα ότι οι άνθρωποι από το Αφγανιστάν δεν κινδυνεύουν στη χώρα τους, και ας εκτιμάται από τους διεθνείς οργανισμούς ότι είναι η πιο επικίνδυνη περιοχή του κόσμου, με σαράντα χρόνια εισβολών από το εξωτερικό, πολεμικών συγκρούσεων και παρουσίας στρατευμάτων των ΗΠΑ και χωρών της ΕΕ μέχρι σήμερα.

Ταυτόχρονα, στέλνει το μήνυμα ότι από αυτούς κινδυνεύει η ασφάλεια της χώρας. Έτσι, νομιμοποιούνται έκτακτα μέτρα αστυνόμευσης και στρατιωτικοποίησης της Μεσογείου, που χωρίς τον εχθρό «πρόσφυγες» δεν θα γίνονταν εύκολα αποδεκτά από την κοινωνία.

Ο αριθμός των μεταναστών από την Ανατολική Ευρώπη στην ΕΕ αυτά τα χρόνια είναι πράγματι εντυπωσιακός, και άγνωστος στον πολύ κόσμο, που πιστεύει ότι η ΕΕ δεν αντέχει άλλους. Υπάρχουν παρόμοια παραδείγματα που υποστηρίζουν την άποψή σας για ρατσισμό απέναντι στους πρόσφυγες από την Αφρική;

Τα επίσημα στοιχεία του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών δείχνουν ότι, στις 10 χώρες με το μεγαλύτερο αριθμό εκτοπισμένων εξαιτίας πολέμου και διώξεων, οι πέντε χώρες βρίσκονται στην Υποσαχάρια Αφρική, οι τέσσερις στην Ασία (Συρία, Αφγανιστάν, Ιράκ, Μυανμάρ) και μία στη Λατινική Αμερική (Βενεζουέλα, όπου η έξοδος από τη χώρα σχετίζεται με επισιτιστικά προβλήματα, και όχι με πόλεμο ή εμφύλιες ένοπλες συρράξεις).

Οι μετανάστες/πρόσφυγες της Υποσαχάριας Αφρικής χρησιμοποιούν στη φυγή προς την Ευρώπη κυρίως τη Μεσόγειο (προς Ιταλία και Ισπανία), και σε δεύτερο βαθμό το Αιγαίο (προς την Ελλάδα). Είναι οι πιο επικίνδυνες διαδρομές σ’ όλο τον κόσμο.

Σύμφωνα με τους επίσημους αριθμούς, από το 2014 έως το 2019 περισσότερα από 19.000 άτομα έχασαν τη ζωή τους (θεωρείται βέβαιο ότι ο πραγματικός αριθμός είναι πολύ υψηλότερος). Από αυτούς που πηγαίνουν στην Ιταλία υπολογίζεται ότι ένας στους έξι χάνει τη ζωή του. Στους νεκρούς της Μεσογείου πρέπει να προστεθεί ο πολύ μεγαλύτερος αριθμός των ανθρώπων που χάνουν τη ζωή τους στο πέρασμα της Σαχάρας ή στα σκλαβοπάζαρα της Λιβύης. Ποιος είναι ο αριθμός τους, που κάνει την Ευρώπη να τους αναγάγει στην υψηλότερη απειλή, που δικαιολογεί έξοδα εκατοντάδων εκατομμυρίων το χρόνο για να παρεμποδίσει τον ερχομό τους, ακόμη και τη διάσωσή τους όταν ναυαγούν;

Το 2018 πέρασαν στην Ισπανία 58.525 και στην Ιταλία 23.037. Το 2019 οι αριθμοί ήταν αντίστοιχα 25.731 και 11.471. Σ’ αυτούς περιλαμβάνονται και τα άτομα από το Μαρόκο, την Τυνησία και την Αλγερία, που αποτελούν το μεγαλύτερο ποσοστό και κατά κανόνα χρησιμοποιούν διαφορετικές διαδρομές. Κληθείς να σχολιάσει τη διαπίστωση της FRONTEX, ότι οι αριθμοί των παράτυπων εισόδων στα νότια σύνορα της Ευρώπης έχουν μειωθεί πολύ, ο επικεφαλής της, Fabrice Leggeri, έκανε την εξής δήλωση: «Βεβαίως οι αριθμοί τώρα είναι μικρότεροι, αλλά η μεταναστευτική πίεση προς την Ευρώπη παραμένει τεράστια».

Δηλαδή όσο και να μειώνονται οι αφίξεις από την Υποσαχάρια Αφρική, η Ευρώπη θα συνεχίζει και θα λέει ότι υπάρχει τεράστιος κίνδυνος. Και θα συνεχίσει μια πολιτική που, κατ’ αντίστροφη αναλογία με το κίνημα στις ΗΠΑ, μπορεί δικαιολογημένα να ονομαστεί, «Οι μαύρες ζωές δεν μετρούν στη Μεσόγειο».

Πρόκειται για ένα ζήτημα επίκαιρο, με τη δολοφονία του Αφροαμερικανού Τζορτζ Φλόιντ από αστυνομικούς στη Μινεάπολη της Μινεσότα τον περασμένο Μάιο να έχει πυροδοτήσει πλήθος διαδηλώσεων και διαμαρτυριών και το κίνημα “Black Lives Matter” να αποκτά παγκόσμια δυναμική. Εδώ, τι γίνεται; “Black Lives Don’t Matter”, λοιπόν, για την Ευρώπη που διατηρεί Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου;

Υπάρχει αμφιβολία; Το γεγονός ότι πρόκειται για «μαύρες ζωές» που κάνουν τον επικεφαλής της FRONTEX να μιλάει για «τεράστια μεταναστευτική πίεση» γίνεται σαφές από έναν άλλον αριθμό μεταναστών και προσφύγων: το 2018 και το 2019 στην Ισπανία ζήτησαν άσυλο και προστασία 35.568 και 91.765 άτομα, αντίστοιχα, από πέντε χώρες της Λατινικής Αμερικής. Ήρθαν με το αεροπλάνο, καθώς για τις χώρες αυτές δεν απαιτείται βίζα Σένγκεν. Στην περίπτωση αυτή έχουμε εντυπωσιακή αύξηση των αφίξεων, αλλά αυτό δεν αποτελεί ούτε είδηση ούτε θέμα για την Ευρώπη. Όπως επίσης δεν αποτελεί είδηση ότι στην Ισπανία εγκρίθηκε για ανθρωπιστικούς λόγους η αίτηση προστασίας 39.715 πολιτών της Βενεζουέλας (με μόλις 205 απορρίψεις).

Στο ίδιο χρονικό διάστημα, ο μεγαλύτερος αριθμός αντίστοιχων εγκρίσεων για πολίτες από την Υποσαχάρια Αφρική ήταν 35 άτομα και αφορούσε πολίτες της Νιγηρίας (με 82 απορρίψεις). Αποκαλυπτική είναι η σύγκριση των αριθμών φέτος. Από τον Ιανουάριο μέχρι τις 24 Ιουλίου 2020 ήρθαν συνολικά σε Ελλάδα, Ιταλία, Ισπανία, Μάλτα, Κύπρο και Βουλγαρία 32.060 άτομα (τα περισσότερα από τη Συρία, το Αφγανιστάν και τη Βόρεια Αφρική, ελάχιστα από την Υποσαχάρια Αφρική). Στο ίδιο διάστημα έκαναν αίτηση ασύλου και προστασίας μόνο στην Ισπανία 38.269 άτομα από χώρες της Νότιας Αμερικής.

Δε νομίζω ότι χρειάζεται να πω περισσότερα για να δικαιολογήσω την άποψη ότι εφαρμόζεται στην πράξη μια ρατσιστική πολιτική. Κι αυτή είναι η πεποίθηση όλων όσων παρακολουθούν από κοντά αυτά που συμβαίνουν στην περιοχή.

Χαρακτηριστική είναι η πρόσφατη ανακοίνωση του ECCHR, ένα από τα πιο έγκυρα δίκτυα νομικών, σε συνεργασία με την ομάδα Forensic Architecture του Πανεπιστημίου του Λονδίνου σχετικά με τις επαναπροωθήσεις στα σύνορα Ισπανίας-Μαρόκου.

Σύμφωνα με την ανακοίνωση και όσα προκύπτουν από σχετική πρόσφατη έρευνα της Forensic Architecture, οι μαύροι υπήκοοι των υπο-Σαχάριων χωρών δεν έχουν πρόσβαση σε νόμιμες οδούς εισόδου στην Ισπανία και, άρα, σε διεθνή προστασία. Και αυτό είναι αποτέλεσμα ακριβώς των ρατσιστικών πολιτικών που εφαρμόζονται στα σύνορα Ισπανίας-Μαρόκου. Η υποδιευθύντρια της οργάνωσης, Christina Varvia, τοποθετείται σχετικά υποστηρίζοντας ότι η Ευρώπη συνεχίζει τις συστηματικές διακρίσεις εις βάρος μαύρων μεταναστών και προσφύγων.

Βέβαια, στην Ευρώπη δεν βλέπουμε να δηλώνουν ότι έχουν πρόβλημα με το άλλο χρώμα των μεταναστών και των προσφύγων, αλλά μιλούν για διαφορετικές θρησκείες και διαφορετικούς πολιτισμούς, που κάνουν την ένταξή τους δύσκολη.

Πράγματι αυτά ακούγονται, οπότε ας προσθέσω κάποιες πληροφορίες σχετικά με αυτό το θέμα. Η πλειοψηφία των ατόμων από την Υποσαχάρια Αφρική είναι Χριστιανοί, κυρίως καθολικοί -στην περιοχή εκείνη κατοικούν σχεδόν τόσοι καθολικοί (235 εκατομμύρια), όσοι και στην Ευρώπη (285 εκατομμύρια). Οι μετανάστες/πρόσφυγες από εκεί μιλούν μία από τις γλώσσες των πρώην αποικιοκρατικών χωρών, δηλαδή Αγγλικά ή Γαλλικά. Συνεπώς, αντικειμενικά αντιμετωπίζουν λιγότερα προβλήματα ένταξης από όλες τις άλλες ομάδες.

Το μόνο ιδιαίτερο πρόβλημά τους είναι ο ρατσισμός πολλών Ευρωπαίων και κυρίως ευρωπαϊκών κυβερνήσεων. Αναρωτιέμαι λοιπόν: αν για την καθολική Πολωνία αποτελούν πρόβλημα οι μουσουλμάνοι, ποιο είναι το πρόβλημά της με τους καθολικούς της Αφρικής; Δεν μετράνε γι’ αυτήν τα λόγια του Πολωνού Πάπα Ιωάννη- Παύλου Β’, που τόνιζε ότι με τις πράξεις του ήθελε να δώσει έμφαση στο «commitment of all the faithful to Africa»; Δεν αφορά τους πολίτες της, αλλά και τους καθολικούς των άλλων ευρωπαϊκών χωρών, που δηλώνουν ανήσυχοι από την έλευση αλλόθρησκων μεταναστών και προσφύγων, η δική του θέση και επίσημη θέση της Καθολικής Εκκλησίας για την αντιμετώπιση του προβλήματος της μετανάστευσης και της προσφυγιάς στην Αφρική;

«Υποστήριξη σε όλες τις ηπείρους», ζήτησε ο Πολωνός Πάπας στην εγκύκλιό του για την Αφρική, που παρουσίασε ο ίδιος στην πρωτεύουσα του Καμερούν στις 14 Σεπτεμβρίου 1995. Άλλο κάνει η Ευρώπη σήμερα, με πρωτοπόρα σ’ αυτήν την απάνθρωπη πολιτική την πατρίδα εκείνου του Πάπα, ο οποίος στην εγκύκλιό του περιέγραψε τις αξίες και τους πολιτισμούς των αφρικανικών κοινωνιών με τα πιο θετικά λόγια και με απόλυτο σεβασμό. Αφού, λοιπόν, ούτε η θρησκεία, ούτε ο πολιτισμός, ούτε η άγνοια ευρωπαϊκών γλωσσών αποτελούν πρόβλημα ακόμη και για τους πιο συντηρητικούς Ευρωπαίους, χρειάζεται να πω περισσότερα για να εξηγήσω τις ρίζες της υποκριτικής και απάνθρωπης πολιτικής της ΕΕ απέναντι στους ανθρώπους από την Αφρική;

Τι περιμένετε από τις πρωτοβουλίες της Γερμανικής προεδρίας για την επίλυση του προσφυγικού;

Δεν περιμένω επίλυση, επειδή οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, ενώ συμμετέχουν αποφασιστικά στη δημιουργία συνθηκών που γεννούν μαζική προσφυγιά στον κόσμο, επιχειρούν να κρατήσουν μακριά τους το σύνολο των προσφύγων από τις χώρες που ανέφερα προηγουμένως.

Στον λόγο τους, παρουσιάζουν ως αυτονόητο να φιλοξενεί 1,4 εκατομμύρια πρόσφυγες η Ουγκάντα των 40 εκατομμυρίων κατοίκων με ΑΕΠ 24 δισεκατομμύρια ευρώ (ανά κεφαλή 634), και η Γερμανία των 82 εκατομμυρίων κατοίκων με ΑΕΠ 3,5 τρισεκατομμύρια ευρώ (ανά κεφαλή 42.000) να θεωρεί δυσβάστακτο βάρος τη φιλοξενία 1,1 εκατομμυρίων προσφύγων. Οι αριθμοί του ΟΗΕ δείχνουν ότι οι πάμφτωχες χώρες, σαν την Αιθιοπία, το Σουδάν ή το Μπαγκλαντές, έχουν δεχτεί το 27% των προσφύγων, και μαζί με τις αναπτυσσόμενες χώρες το 85%.

Η πολιτική απόφαση, να παρεμποδίσουν την έλευση κάθε ανθρώπου από αυτές τις χώρες, οδηγεί σε μια σειρά μέτρων με σημαντικότερο από αυτά την λεγόμενη ανάθεση του ασύλου σε εξωτερικούς παράγοντες (externalization of asylum), δηλαδή σε χώρες έξω από την Ευρώπη. Ουσιαστικά η «Ευρώπη Φρούριο» με απειλές και ελάχιστα δώρα μετατρέπει πολλές φτωχές χώρες σε τάφρους και αναχώματα. Πολλοί μιλούν για επέκταση της Ευρώπης-Φρούριο. “Expanding the Fortress” ονομάζουν την πολιτική αυτή σε μια κοινή δημοσίευσή τους το Transnational Institute (TNI) και η οργάνωση Stop Wapenhandel («Σταματήστε το Εμπόριο Όπλων»). Αυτή την πολιτική θα προωθήσει η Γερμανική προεδρία, αυτή θα είναι η υπόσχεσή της στην Ελλάδα.

Ανάθεση ενός αμιγώς ευρωπαϊκού ζητήματος σε άλλες χώρες, λοιπόν. Πώς το βλέπετε; Συμφωνείτε;

Όχι, δεν συμφωνώ! Είναι μια ατελέσφορη μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα πολιτική, που κοστίζει χιλιάδες ανθρώπινες ζωές, υπονομεύει βασικές αξίες του πολιτισμού μας και του δημοκρατικού πολιτικού συστήματος, ενισχύει δικτατορίες στην Αφρική και στη Μέση Ανατολή, γεννά και αναπαράγει διαφθορά σε ευρεία κλίμακα και ταυτόχρονα δυναμώνει τη ναζιστική ακροδεξιά στην Ευρώπη. Στο πλαίσιο αυτό οι χώρες του Νότου, κυρίως η Ελλάδα, καθίστανται όμηροι εκβιασμών μέσω της εργαλειοποίησης του μεταναστευτικού από γειτονικές χώρες. Δηλαδή αυτό που έκανε ο Ερντογάν το Μάρτιο στον Έβρο.

Μπορείτε να μας εξηγήσετε λίγο περισσότερο σε τι ακριβώς συνίσταται αυτή η πολιτική της externalization of asylum, και πώς ακριβώς οδηγεί σε προβλήματα για την Ελλάδα;

Από πολύ νωρίς, η Ευρωπαϊκή πολιτική αποσκοπούσε στο να κρατήσει τους μετανάστες και τους πρόσφυγες από την Μέση Ανατολή και την Αφρική μακριά από τη Δυτική και Βόρεια Ευρώπη. Μέχρι το 2001 πολίτες απ’ όλο τον κόσμο, που επιθυμούσαν να ζητήσουν άσυλο και προστασία στην Ευρώπη, μπορούσαν να πάρουν το αεροπλάνο για οποιοδήποτε αεροδρόμιο κι εκεί να κάνουν την αίτησή τους. Κατά κανόνα ως προορισμό επέλεγαν μία από τις πλούσιες χώρες της ΕΕ, κυρίως τη Γερμανία, τη Γαλλία, τη Σουηδία, τις Κάτω Χώρες, το Βέλγιο. Από τη Βόρεια Αφρική χρησιμοποιούσαν επίσης το πλοίο.

Επρόκειτο για νόμιμα ταξίδια, εφόσον είχαν έγκυρο διαβατήριο της χώρας τους, και το δικαίωμα εισόδου στο κράτος προορισμού διαπιστωνόταν από τις αστυνομικές αρχές στο αεροδρόμιο ή στο λιμάνι, όπως συνέβαινε πάντα μέχρι τότε. Το 2001, η ΕΕ αποφάσισε ότι ο έλεγχος αυτός πρέπει να γίνεται από τις αεροπορικές και τις ναυτιλιακές εταιρείες πριν την αναχώρηση, και να αποκλείονται από την επιβίβαση όσοι πολίτες δεν έχουν βίζα Σένγκεν, ενώ αυτή προβλέπεται για τις χώρες τους. Τα πρόστιμα για τις εταιρείες, που δεν συμμορφώνονται, είναι εξοντωτικά και απειλούν την ίδια την ύπαρξή τους. Πρόκειται για μεταφορά της ευθύνης ελέγχου σε ιδιωτικούς φορείς έξω από την επικράτεια της ΕΕ.

Outsourcing είναι ο όρος στον χώρο της οικονομίας. Οι χώρες της Νότιας Ευρώπης συμφώνησαν με την απόφαση αυτή, χωρίς να υπολογίζουν ότι για χιλιάδες υποψήφιους μετανάστες και πρόσφυγες από την Αφρική και την Μέση Ανατολή οι μοναδικοί δρόμοι ήταν πια από τον Έβρο και τη Μεσόγειο και μόνο «παράτυπα». Έτσι οι πλούσιες χώρες «απαλλάχθηκαν» από την άφιξη ανθρώπων που είχαν ανάγκη να ζητήσουν άσυλο.

Δηλαδή ήταν μια έμμεση απόφαση αποκλειστικά σε βάρος των χωρών της Νότιας Ευρώπης;

Βεβαίως το ίδιο ίσχυε τότε και για τα ανατολικά σύνορα, που εκείνη την εποχή ήταν εκείνα της Γερμανίας, μόνο που με την είσοδο αργότερα των ανατολικών χωρών στην ΕΕ τα σύνορα αυτά μετακινήθηκαν ακόμη πιο μακριά. Μετά την είσοδό της η Πολωνία βρέθηκε σε θέση παρόμοια με αυτή της Ελλάδας- εκείνη απέναντι στην Ουκρανία, η Ελλάδα απέναντι στην Τουρκία. Η ΕΕ έκανε τότε μια συμφωνία με την Ουκρανία για συνεργασία στην καταπολέμηση της «παράτυπης μετανάστευσης», δίνοντας ως κίνητρα οικονομική βοήθεια και την υπόσχεση ότι αργότερα οι δικοί της πολίτες δεν θα χρειάζονται βίζα για τα ταξίδια τους στην ΕΕ.

Παρόμοιες συμφωνίες έγιναν με πολλές χώρες της Αφρικής, πάντα με οικονομικά κίνητρα και συχνά με την υπόσχεση της πρόσβασης των πολιτών τους στην ΕΕ χωρίς βίζα Σένγκεν. Η ίδια υπόσχεση δόθηκε και στην Τουρκία στο πλαίσιο της Κοινής Δήλωσης το 2016. Όμως μέχρι σήμερα η υπόσχεση κατάργησης της βίζας τηρήθηκε μόνον απέναντι στην Ουκρανία, κι αυτό με σκοπό να εξυπηρετηθούν α) οι ανάγκες της οικονομίας της Πολωνίας και β) να αντιμετωπιστεί το ανεπιθύμητο για τη Δύση γεγονός, ότι πολλές χιλιάδες Ουκρανοί ζητούσαν και έπαιρναν άσυλο στη Ρωσία.

Για το ρόλο της Τουρκίας στο θέμα «Ευρώπη και πρόσφυγες» και τις επιπτώσεις στην Ελλάδα γνωρίζουμε αρκετά πράγματα, αλλά ελάχιστα για το τι συμβαίνει σε χώρες της Αφρικής σε σχέση με το ίδιο θέμα, με εξαίρεση ίσως τη Λιβύη, για την οποία παρατηρούμε πως υπάρχει κάποια ενημέρωση ανά διαστήματα. Τι γίνεται εκεί;

Για τη Λιβύη, που αναφέρατε, γνωρίζουμε ότι η επίσημη Ευρώπη εξοπλίζει και χρηματοδοτεί οργανώσεις, που αν τα μέλη τους τύχαινε να βρεθούν στην Ευρώπη θα χαρακτηρίζονταν πολύ σωστά «τρομοκράτες», «μαφιόζοι», «δουλέμποροι». Έχουν τεκμηριωθεί άπειρες φορές οι δολοφονίες, οι βιασμοί, τα βασανιστήρια, η σύλληψη και η πώληση, ως σκλάβων, ανθρώπων από την Υποσαχάρια Αφρική, οι εκβιασμοί των οικογενειών στην πατρίδα τους για καταβολή λύτρων, ώστε να μην εκτελεστούν οι δικοί τους. Όλα είναι σε γνώση των ηγετών της ΕΕ.

Τεκμηριωμένη είναι επίσης η συνεργασία των λεγόμενων λιμενικών αρχών της Λιβύης, που χρηματοδοτούνται από την ΕΕ, με συγκεκριμένους διακινητές. Έτσι στην πραγματικότητα δεν παρεμποδίζεται η μετανάστευση, απλά με τις ευλογίες της ΕΕ ο έλεγχος και η διακίνηση βρίσκονται πια στα ίδια χέρια, με αποτέλεσμα τη γιγάντωση της διαφθοράς, τη νομιμοποίηση του δουλεμπορίου στη Βόρεια Αφρική, τον πολλαπλασιασμό των θανάτων ανθρώπων μαύρου χρώματος. Όμως για την Ευρώπη ισχύει το δόγμα «όσο και ό,τι κι αν κοστίζει, η πολιτική αυτή θα ακολουθηθεί με συνέπεια». Είναι μία πολιτική που εγκαινιάσθηκε αμέσως μετά την απόφαση του 2001 για τις αεροπορικές και θαλάσσιες συγκοινωνίες.

Τι ακριβώς συνέβη τότε;

Η Ευρώπη ξεκίνησε τότε, και μέχρι σήμερα έχει κάνει διμερείς συμφωνίες για συνεργασία στην «καταπολέμηση της παράτυπης μετανάστευσης» με περισσότερες από είκοσι χώρες της Αφρικής, πάντα πληρώνοντας τους τοπικούς ηγέτες, χωρίς να ενδιαφέρεται για τα μέσα που χρησιμοποιούν εκείνοι για να παρεμποδίσουν την «παράτυπη μετανάστευση». Μπορεί κανείς να πει: όπου υπάρχει δικτατορία, εκεί ασφαλώς υπάρχει επίσης συνεργασία και συμφωνία με την ΕΕ.

Οι συμφωνίες αφορούν την απαγόρευση εξόδου πολιτών που θέλουν να εγκαταλείψουν τη χώρα τους, ή πολιτών τρίτων χωρών που βρίσκονται νόμιμα σε ένα κράτος και επιθυμούν να φύγουν προς το Βορρά. Ουσιαστικά, αυτό σημαίνει επιβολή ενός καθεστώτος καταστρατήγησης του ανθρώπινου δικαιώματος στην ελεύθερη μετακίνηση. Είναι το δικαίωμα που η Δύση απαιτούσε από τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης μέχρι την κατάρρευση των καθεστώτων τους το 1989. Το ίδιο δικαίωμα αρνείται τώρα στους Αφρικανούς πολίτες, και για το σκοπό αυτό εμποδίζει στην Αφρική τη δημιουργία ενός χώρου ελεύθερης μετακίνησης των πολιτών σαν αυτόν του Σένγκεν, που υπάρχει στην Ευρώπη, παρόλο που υπήρχε παραδοσιακά, ιδιαίτερα για τις εποχιακές εργασίες. Όλα αυτά ξεκίνησαν συστηματικά στη σύνοδο των αρχηγών κρατών της ΕΕ το 2002 στη Σεβίλλη, με την απόφαση να εξαρτώνται οι σχέσεις με χώρες της Αφρικής από την προθυμία τους να αποδεχτούν την εφαρμογή της ευρωπαϊκής πολιτικής για την «καταπολέμηση της άτυπης μετανάστευσης».

Για πρώτη φορά προτάθηκαν κυρώσεις σε βάρος χωρών που δεν συνεργάζονται, με τον τότε πρωθυπουργό της Ισπανίας (Αθνάρ) και τον καγκελάριο της Γερμανίας (Σρέντερ) να επιμένουν, όμως είχαν ακόμη αρνητική στάση οι περισσότερες άλλες χώρες. Χαρακτηριστικά ο τότε υπουργός εσωτερικών της Γαλλίας Νικολά Σαρκοζί αντιτάχθηκε στον Γερμανό καγκελάριο λέγοντας ότι «δεν είναι δυνατόν να σταλεί μήνυμα ότι οι πλούσιες χώρες τιμωρούν τις φτωχές». Όμως μόλις ένα χρόνο αργότερα ο Τόνυ Μπλερ της Μ. Βρετανίας παρουσίασε ένα πλαίσιο αμοιβών όσων χωρών συνεργάζονται και τιμωριών όσων αρνούνται. Ονόμασε την πρωτοβουλία του «Ένα νέο όραμα» (“A New Vision”). Στις προτάσεις του συμπεριλαμβανόταν και η δημιουργία κέντρων υποδοχής αιτούντων άσυλο σε χώρες εκτός ΕΕ, μεταξύ άλλων στην Αλβανία, στην Κροατία και στην Ουκρανία. Το απέσυρε λίγο πριν τη σύνοδο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου που έγινε στη Θεσσαλονίκη το 2003, όμως παρόλα αυτά εκεί πάρθηκαν σχετικές αποφάσεις και θεμελιώθηκε η πολιτική που ακολουθείται με απάνθρωπη συνέπεια μέχρι σήμερα. Αυτό ήταν και είναι το Νέο Όραμα της Ευρώπης.

Τι σημαίνει στην πράξη αυτή η πολιτική;

Θα σας δώσω το παράδειγμα ενός κράτους-κλειδί, του Νίγηρα. Το κράτος αυτό έχει δεχτεί να παρεμποδίζει την έξοδο προς τη Σαχάρα, και επίσης έχει δεχτεί να παίρνει πίσω όσους πολίτες αφρικανικών χωρών είχαν περάσει από τον Νίγηρα στην πορεία τους προς την Ευρώπη, και μετά την απόρριψη της αίτησης ασύλου βγαίνει απόφαση απέλασής τους. Από την Agadez, τελευταία μεγάλη πόλη πριν από τα σύνορα, περνούν κάθε μήνα χιλιάδες μετανάστες προερχόμενοι από τη Δυτική Αφρική στο δρόμο τους προς τη Μεσόγειο.

Για την παρεμπόδισή τους υπάρχουν πολλές υπηρεσίες, όπως και αποστολή του Διεθνούς Οργανισμού Μετανάστευσης (ΔΟΜ), που προσπαθεί να τους πείσει να επιστρέψουν στις πατρίδες τους, παρέχοντάς τους χρηματική ενίσχυση. Όμως, ακόμη και από την Wikipedia μπορεί κανείς να πληροφορηθεί ότι ο σημαντικότερος τομέας της οικονομίας αυτής της πόλης είναι η μεταφορά μεταναστών στο Βορρά, καθώς από αυτήν ωφελούνται όχι μόνον οι διακινητές, αλλά και η τοπική αγορά, οι αστυνομικοί, οι ιδιοκτήτες και οδηγοί φορτηγών και άλλοι. Όλα τα στοιχεία δείχνουν ότι ο αριθμός των μεταναστών/προσφύγων δεν μειώνεται, όμως αυξάνεται το κόστος σε ανθρώπινες ζωές.

Ο σημαντικότερος λόγος από αυτούς που οδηγούν σε μεγάλη αύξηση των θανάτων είναι το γεγονός ότι τα εντεταλμένα στρατιωτικά αποσπάσματα στρατοπεδεύουν στις λίγες οάσεις όπου υπάρχει νερό, ώστε οι πρόσφυγες αναγκάζονται να διασχίσουν τη Σαχάρα έξω από τους παραδοσιακούς δρόμους των καραβανιών και βρίσκουν το θάνατο. Πρέπει να πω ότι στις περιοχές αυτές βρίσκονται και στρατιωτικές δυνάμεις χωρών της ΕΕ, κυρίως από την Ιταλία, τη Γαλλία και την Γερμανία. Και να συμπληρώσω ότι, ωφελούμενοι από τα χρήματα που δαπανώνται για την εφαρμογή αυτής της πολιτικής, δεν είναι ούτε κατ’ ελάχιστον οι πολίτες εκείνων των χωρών. Ωφελούμενες είναι σε μέγιστο βαθμό οι ευρωπαϊκές εταιρείες όπλων και ειδικού εξοπλισμού για την ασφάλεια των συνόρων.

Να μιλήσουμε τώρα λιγάκι και για τις παράνομες επαναπροωθήσεις, δηλαδή για την καταστρατήγηση του non-refoulement, που τον τελευταίο καιρό βάζουν την Ελλάδα στο στόχαστρο πολλών ανθρωπιστικών οργανώσεων και μεγάλων διεθνών ΜΜΕ;

Μα όλη την ώρα γι’ αυτές μιλούσαμε, βεβαίως στην πιο εκσυγχρονισμένη μορφή τους. Οι περισσότερες συμφωνίες με τις αφρικανικές χώρες ουσιαστικά δεν είναι τίποτε άλλο από πρώιμες επαναπροωθήσεις, ώστε να μην χρειάζεται να γίνονται επαναπροωθήσεις στα «τυπικά» σύνορα της ΕΕ. Γι’ αυτό πολλές φορές γράφεται και λέγεται ότι τα σύνορα της ΕΕ βρίσκονται στο Νίγηρα, στο Μάλι κ.ο.κ. Στην επιστημονική βιβλιογραφία η πολιτική της ΕΕ στην Αφρική, όπως και οι αντίστοιχες της Αυστραλίας και των ΗΠΑ, όλο και συχνότερα ονομάζεται Neo-Refoulement, ένα ειρωνικό γλωσσικό παιχνίδι με τον όρο Non-Refoulement, με τον οποίο χαρακτηρίζεται η ισχύουσα απόλυτη απαγόρευση των επαναπροωθήσεων. Η Ελλάδα και η Ισπανία είναι εκείνες, όπου εμφανίζεται ακόμη η «κλασική» -και αναμφισβήτητα απαγορευμένη από το νόμο- μορφή επαναπροώθησης. Κι επειδή ακούω ότι αυτές δήθεν δεν συμβαίνουν, παραπέμπω στα εσωτερικά έγγραφα της FRONTEX, που ήρθαν στη δημοσιότητα από τη Γερμανική κρατική τηλεόραση και από έγκυρα έντυπα Μέσα της Ευρώπης τον Αύγουστο του 2019. Από εκεί και πέρα είναι πάρα πολλές οι σχετικές μαρτυρίες, ώστε δεν μπορούν να διαψευστούν. Όσοι υπερηφανεύονται ότι οι Έλληνες είμαστε ακρίτες και έχουν στο νου τους ήρωες παλαιών χρόνων, ας γνωρίζουν ότι στην πραγματικότητα είμαστε εκείνοι, στους οποίους η ΕΕ ανέθεσε τη «βρώμικη δουλειά» στις περιπτώσεις που η πολιτική της externalization αποτυγχάνει, χωρίς, όπως είναι φυσικό, να μας καλύπτει, εάν και όταν οι περιπτώσεις θα φτάσουν στα διεθνή δικαστήρια.

Κάνοντας έναν απολογισμό της συζήτησής μας, έχουμε πρώιμες επαναπροωθήσεις, μια ΕΕ που συνεχίζει τις διακρίσεις προς τους μαύρους της Αφρικής, μια ελληνική κυβέρνηση που μάλλον εξυπηρετεί πολιτικές σκοπιμότητες σε βάρος των προσφύγων παρά ενδιαφέρεται να βρει πραγματικές λύσεις, μήπως πρέπει να καταλήξουμε σε εντελώς απαισιόδοξα συμπεράσματα για την εξέλιξη αυτού που ονομάστηκε «προσφυγική κρίση»;

Γνωρίζω πολλούς που καταλήγουν σε τέτοια συμπεράσματα. Δεν ανήκω σ’ αυτούς, παρόλο που αναγνωρίζω ότι η κατάσταση είναι οριακή. Όμως, είναι οριακή όχι μόνο για τους ανθρώπους που χρειάζονται υποστήριξη, αλλά κυρίως για τα ευρωπαϊκά κράτη. Πόσο καιρό ακόμη οι πολίτες θα αποδέχονται τις δυσθεώρητες δαπάνες για συστήματα ασφάλειας απέναντι σε έναν ανύπαρκτο κίνδυνο, όταν την ίδια στιγμή περικόπτονται οι ήδη μικρές δαπάνες για την υγεία και την παιδεία;

Μέχρι σήμερα λειτουργεί ο εκφοβισμός της κοινωνίας, αλλά θεωρώ ότι έχει ημερομηνία λήξης. Το πόσο γρήγορα θα λήξει εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, με σημαντικότερο φυσικά το κίνημα των πολιτών και των οργανώσεων, πού ήδη αντιστέκεται σ’ αυτές τις πολιτικές. Και είναι πολυποίκιλο. Ποιος φανταζόταν πριν λίγα χρόνια ότι η Ευαγγελική Εκκλησία της Γερμανίας θα αντιστεκόταν με απαράμιλλο σθένος στην πολιτική της κυβέρνησής της, ναυλώνοντας πλοία για να σώζει από το θάνατο πρόσφυγες στη Μεσόγειο; Ζούμε στη Μεσόγειο ένα πρωτοφανές κίνημα ανυπακοής, χωρίς οι κυβερνήσεις να έχουν τη δύναμη να το υποτάξουν.

Κάθε επίδειξη δύναμης από την πλευρά των κυβερνήσεων δυναμώνει το κίνημα αλληλεγγύης. Για πρώτη φορά η Ευαγγελική Εκκλησία στη Γερμανία καταγράφει προσχωρήσεις στις τάξεις της και όχι αποχωρήσεις πιστών, σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε τις τελευταίες πέντε δεκαετίες. Και όλες έχουν ως αιτιολογία τη στάση της στο προσφυγικό.

Ναι, όμως, ακόμη και πολιτικά κόμματα, που εντάσσουν τον εαυτό τους στην Αριστερά, είναι ενσωματωμένα στη λογική της αποτροπής κινδύνων, με ίσως ελάχιστες εξαιρέσεις.

Το παράδειγμα της Ευαγγελικής Εκκλησίας, όσο και να φαίνεται περίεργο, θεωρώ ότι δείχνει αυτό που θα συμβεί με όσα πολιτικά κόμματα θα αντιληφθούν ότι έχει νόημα, ακόμη και ως εκλογικό κέρδος, μια πολιτική που, παράλληλα με την ηθική της θεμελίωση, θα αποκαλύπτει το αδιέξοδο και ατελέσφορο της μέχρι τώρα Ευρωπαϊκής πρακτικής, των οικονομικών της συνεπειών και των κινδύνων που επιφυλάσσει για τη δημοκρατία και την ευημερία.

Η «προσφυγική κρίση» πράγματι άλλαξε το πολιτικό τοπίο στην Ευρώπη δίνοντας ζωή σε ακροδεξιές ιδεολογίες, γεννώντας ακροδεξιά έως ναζιστικά κόμματα και επηρεάζοντας έτσι και τα παραδοσιακά κόμματα. Αλλά αυτή η τάση δεν είναι αυτονόητη, έχει σχέση με την μέχρι τώρα αδυναμία όσων αντιστέκονται με λόγο και πράξη, να δομήσουν τη ρητορεία τους με όλα τα στοιχεία της ανθρωπιάς και ταυτόχρονα του ορθού λόγου. Από τη στιγμή που αυτό άρχισε ήδη να γίνεται κατανοητό, προσδοκώ ότι η τάση θα αντιστραφεί. Γι’ αυτό δεν συμμερίζομαι την απαισιοδοξία όσων απλά παρακολουθούν από τα ΜΜΕ τη βαρβαρότητα που φαίνεται να κυριαρχεί.

Όπως γνωρίζετε, ο ίδιος παρακολουθώ συστηματικά και καταγράφω τις επίσημες πολιτικές και τα βάρβαρα αποτελέσματά τους. Όμως παρακολουθώ το ίδιο συστηματικά από πολύ κοντά και από μέσα τις πράξεις των ανθρώπων, των οργανώσεων και των θεσμών που υπερασπίζουν την ανθρωπιά και τον πολιτισμό με λόγο και πράξεις.

Από τη σύγκριση της δυναμικής των δύο πόλων της σύγκρουσης προκύπτει η δική μου αισιοδοξία για το μέλλον.

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here