Σταμάτης Αλαχιώτης: «Ο λιγόλαλος δάσκαλος έμαθε στο μολύβι του να πυροβολεί λέξεις…»

 

 

Του ΓΙΩΡΓΙΥ ΚΙΟΥΣΗ

 

 Πόσο να μετρά μια επιτυχία και μια αποτυχία; Σίγουρα όχι μηδέν, γιατί μαζί μετρούν δυο προσπάθειες! Έτσι μετρούσε τους αγώνες του ο απροσκύνητος ως τα γεράματά του Κωσταντής-Αγάς, που ’χε πάρει το παρατσούκλι του από έναν παμπάλαιο άξιο πρόγονό του, κι εκείνος επίσης σε μια δραματική πρώτη νύχτα του γάμου, όπου ο Τούρκος Αγάς γλεντούσε με ξένη νύφη… μια Ρωμιοπούλα!

Μια φοιτητοπαρέα είχε σαγηνευτεί από τον θρυλικό Κωσταντή-Αγά· την καλόγνωμη «απλότη» του Παναή· τις προσπάθειες των δυο δασκάλων που ’σπρωχναν κι αυτοί, στα νιάτα τους, τον ξεσηκωμό των καματερών ζευγάδων· τα εκλαϊκευμένα επιστημονικά καρυκεύματα του γιατρού που νοστίμιζαν την υπαρξιακή τους αγωνία. Ο Σταμάτης Αλαχιώτης είναι Ομότιμος Καθηγητής Γενετικής, πρώην Πρύτανης του Πανεπιστημίου Πατρών, πρώην Πρόεδρος του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου.

Εκτός από το δημοσιευμένο ερευνητικό του έργο σε διεθνή περιοδικά με κριτές, όπως και σε διεθνή και ελληνικά συνέδρια, έχει γράψει και τέσσερα επιστημονικά συγγράμματα: «Εισαγωγή στη γενετική», «Εισαγωγή στην εξέλιξη», «Βιοηθική», «Διαθεματική και βιοπαιδαγωγική θεώρηση της μάθησης», το τελευταίο σε συνεργασία με την Ε. Καρατζιά-Σταυλιώτη. Επίσης έχει δημοσιεύσει βιβλία για το ευρύ κοιν

-Πως πρόεκυψε η ιστορία του απροσκύνητου Κωνσταντή Αγά, από τις εκδόσεις Λιβάνη, από έναν πανεπιστημιακό δάσκαλο που δεν είχε ως γνωστικό του αντικείμενο την Ιστορία;

Το μυθιστόρημά μου, μπορεί να προϊδεάζει για κάποια τεκταινόμενα με ιστορικό μανδύα «παραλλαγής», αλλά αυτός είναι που καλύπτει το βιβλίο και το κάνει κοινωνικό μυθιστόρημα με μυθοπλαστικά ιστορήματα, που έχουν στόχο να αναδείξουν κοινωνικά προβλήματα, και πως αντμετωπίζονται από μια κοινωνία βιοπαλαιστών, οι οποίοi πέφτουν συχνά θύματα εκμεταλλεύτριων συνειδήσεων.

Οι δημιουργικές αφορμές στη ζωή μας είναι πολλές, αρκεί να τις αναγνωρίζουμε και να τις αξιοποιούμε κατάλληλα στον κατάλληλο χρόνο. Έτσι και για το βιβλίο μου, μια καλή αφορμή θα ’λεγα πως ήταν ο κατάλληλος χρόνος να συμμαχήσουν για τα καλά κάποια προδιαθετημένα τρελά γονίδια μου – είναι να το ’χει κι η κούτρα σου να κατεβάζει ψείρες, όπως λέει κι η σοφή λαϊκή ρήση – με τις ώριμες κοινωνικές ανησυχίες μου. Κάπως έτσι οδηγήθηκα σε μιαν άλλη μορφή έκφρασης. Και τούτο γιατί πάντα έκαιγε μέσα μου βαθειά η πεποίθηση πως ένας πανεπιστημιακός δάσκαλος δεν πρέπει να κλείνεται μέσα σε μια αίθουσα διδασκαλίας ή μες στο εργαστήριό του∙ αντίθετα πρέπει να προσπαθεί να κατακτά μια διαλεκτική σχέση με την κοινωνία. Και το μυθιστόρημα περί ου ο λόγος μια τέτοια σχέση αφορά.

Για να ενδυναμώσω, όμως, την απάντηση μου στην «απορία» σας, γιατί περί αναπόφευκτης απορίας πρόκειται, για όσους γνωρίζουν την πορεία μου, σας λέω πως ίσως να ’φταιγε κι ο «δαίμονας» της Γενετικής, που μια από τις δουλειές της είναι οι «κουμπαριές»! Συνέβαλε, λοιπόν, κι αυτή να προκληθώ να παντρέψω την απαιτητική όμορφη και σκερτσόζα λογοτεχνία με τον ακατάδεκτο και στριφνό αλλά αυθεντικό επιστημονικό λόγο, σε εκλαϊκευμένο τόνο βέβαια, μπας και βγουν παιδιά λαϊκά, εξαιρετικά όμορφα και καλά, που ήθελα κι από πάνω να μοιάζουν πολύ της μάνας!

-Τι περιλαμβάνει το βιβλίο σας;

Το θέμα του βιβλίου μου εστιάζεται στην ανάδειξη των μεγάλων και μικρών κοινωνικών και ατομικών προβλημάτων σε δυο σημαντικές περιόδους∙ στο ξεμύτισμα της δεκαετίας του ’60 και του 2010, περίοδοι που άλλαξαν πολλά κοινωνικά και ατομικά πράγματα. Κάνω, όμως, και μιαν εισαγωγική βουτιά στο μακρύ παρελθόν – είχα ακούσει κάποτε, φοιτητής ήμουνα, ότι συνέβαιναν ντροπιαστικά έθιμα επί τουρκοκρατίας, όπως «η πρώτη νύχτα του γάμου», που ο τούρκος Αγάς γλεντούσε με την ρωμυοπούλα νύφη και την άλλη μέρα την έπαιρνε ο γαμπρός! Εκείνα τα χρόνια ένας παλιός πρόγονος του Κωσταντή είχε πάει σ’ ένα τέτοιο χωριό για εργάτριες, όπου έμαθε το έθιμο, και δίχως δεύτερη σκέψη καταχέρισε τον τούρκο Αγά, κερδίζοντας το τιμητικό παρατσούκλι «Αγάς», που το έχει κι ο απόγονος Κωσταντής, τιμητικά κι αυτός, καθώς ο αυθεντικός τίτλος σημαίνει κύριος.

Στο βιβλίο, βέβαια, δεν αναφέρομαι σε κανένα υπαρκτό πρόσωπο ή συγκεκριμένο ιστορικό συμβάν. Τα «υλικά» που χρησιμοποίησα είναι καθαρά μυθοπλαστικά, που, ωστόσο, είχαν ένα ξεκάθαρο στόχο: Να πλάσω έναν ήρωα απροσκύνητο, κιμπάρη, συμπονετικό αλλά κι αμείλικτο εκεί που έπιανε την αδικία και την ατιμία στα πράσα – αυτός είναι ο Κωσταντής-Αγάς.

Πρότυπο ανθρώπου; Υπερφυσικός; Όχι. Απλά ανθρώπινος, αλλά και ξεχωριστός, που σήκωνε πρώτος την ανθρωπιά του πάνω από το μπόι του – πάντα μαζί με τους φτωχούς συγχωριανούς του –, και μετά όλοι μαζί το συλλογικό τους μπόι απέναντι στους βρικόλακες της εκμετάλλευσης, οι οποίοι εξανέμιζαν το βιος του έφορου χωριού τους σαν αερικά. Κάτι ανάλογο δεν συμβαίνει, άλλωστε, σε κάθε κοινωνία μικρή ή μεγάλη ανά τον κόσμο, που ο χορτασμένος δεν καταλαβαίνει τον πεινασμένο; Ο αγράμματος λαϊκός Κωσταντής-Αγάς, δίχως να ’χει διαβάσει κανένα βιβλίο, τσιγκλούσε τους συμπατριώτες του να ’ναι απροσκύνητοι, γιατί «όσο υπάρχουν προσκυνημένοι θα υπάρχουν και βρικόλακες, μαθές».

 

– Φόρος τιμής στον κάθε άνθρωπο που αγωνίζεται για το αυτονόητο: Να ζήσει απροσκύνητος και ελεύθερος;

Νομίζω πως πρέπει να προσεγγίσουμε πρώτα την λέξη «ελευθερία», συνδέοντάς την με τον σφυγμό του βιβλίου. Εντελώς αφαιρετικά, λοιπόν, θα ’λεγα, πως: «Ελευθερία είναι η στιγμή που δεν σκέφτεσαι καμιά σου κακία, η στιγμή της ευτυχίας σου δηλαδή». Όταν προσπαθούμε και καταφέρνουμε, μ’ άλλα λόγια, ν’ απελευθερωνόμαστε από το ανεξέλεγκτο χρέος του νου και της ψυχής. Ελευθερία, λοιπόν, είναι μια ενσυναίσθητη πορεία απελευθέρωσης από ό,τι μας σκλαβώνει, όπως η καταπιεστική εκμετάλλευση των βιοπαλαιστών μεροκαματιάρηδων του βιβλίου.

Στο βιολογικό επίπεδο «ελευθερία» είναι η εξελικτική πορεία επιβίωσης, που σε κάθε βήμα της απελευθέρωνε τη ζωή από τους γενετικούς της περιορισμούς και την έφερε ως τον Homo sapiens. Στη ζωή του ανθρώπου είναι η απελευθέρωσή του μέσα από την αξιακή του κουλτούρα και τους αξιακούς και δίκαιους ενάρετους αγώνες του. «Γιατί, ο αγώνας για το δίκιο είναι ανώτερος από το ίδιο το δίκιο, επειδή είναι από την αρχή του δικαιωμένος∙ όπως, ο αγώνας για την αρετή, που είναι πιο πάνω από την ίδια την αρετή, γιατί ένας τέτοιος αγώνας είναι από τη φύση του ενάρετος»∙ σκέψεις που χόρευαν μες στο κεφάλι του γιατρού να δικαιολογήσει την μπαμπέσικη καταστολή του μεγάλου ξεσηκωμού των καταπιεσμένων ζευγάδων.

Σε γενικότερο τόνο, «Ελευθερία» είναι η προσπάθεια να καταλαγιάσουμε τη μεγαλύτερη αγωνία του ανθρωπίνου πνεύματος, μέσα από την κατανόηση της πραγματικότητας του κόσμου και της ζωής – αυτό που επιχειρείται μέσω της επιστήμης κυρίως, η οποία, όμως, αργεί πολύ να τα καταφέρει. Γι’ αυτό ο Κωσταντής-Αγάς κι οι συγχωριανοί του είχαν βρει το δικό τους τρόπο να ’ναι ελεύθεροι κι ευτυχισμένοι, τη δική τους αξιακή παιδεία, αυτήν που δεν διαπραγματεύονταν. Γιατί, όπως λέει το βιβλίο: «Ήταν ανυπόταχτοι στην εξουσία, δεν είχαν καμιά εξουσία να νοιάζονται, ούτε καμιά εξουσία νοιαζόταν γι’ αυτούς. Ήταν ανυπάκουοι στη δυστυχία, δεν τις έκαναν το χατίρι, όσες αναποδιές κι αν τους έβρισκαν. Δεν έσκυβαν το κεφάλι στις προσπάθειες της αδικίας να μπει ανάμεσά τους, πορεύονταν όλοι μαζί. Δεν επέτρεπαν στην πονηριά να εμφιλοχωρήσει στα σώψυχά τους – ήταν απροσκύνητοι στην ατιμία».

Μ’ αυτόν τον τρόπο ενυπάρχει η φιλοδοξία στο βιβλίο να φαντάζει φόρος τιμής, όχι μόνο προς την κοινωνία των φτωχών δουλευταράδων με τους οποίους καταπιάνεται κυρίως, αλλά φόρος τιμής στον κάθε αγωνιζόμενο άνθρωπο γι’ αυτές τις αυτονόητες αξίες που τον καθιστούν ικανό: «να ζει απροσκύνητος κι ελεύθερος».

 

-Με φόντο το νησί της Κω;

Κάπου είχα διαβάσει πως αν δεν συμπεριλάβεις και βιωματικά στοιχεία σ’ ένα τέτοιο πόνημα, καλύτερα μην το αρχίσεις, άνοστο θα βγει. Ωστόσο, οι αγώνες των βιοπαλαιστών μιας τοπικής κοινωνίας χωρικών – με φόντο την Κω, την γενέτειρά μου – και των καταπιεστικών σχέσεων τους με την όποια εκμεταλλεύτρια εξουσία, δεν αναδεικνύουν μόνο, κατά κάποιο τρόπο, ένα τοπικό κοινωνικό πλέγμα για λόγους ρομαντικούς, παρά σκιαγραφούν μυθοπλαστικά μια μινιατούρα κάθε κοινωνίας ανά τον κόσμο. Μια κοινωνία με καθολικά πλαίσια και γενικά χαρακτηριστικά, που να μπορεί με την ενάρετη συλλογική της δύναμη να ορθώνεται ενάντια στις ασύμμετρες δυνάμεις της όποιας εκμεταλλεύτριας συνείδησης.

 

-Έξοχο το εισαγωγικό σας » Ο λιγόλαλος δάσκαλος έμαθε στο μολύβι του να πυροβολεί λέξεις κι έγραψε ένα μυθιστόρημα για το άδικο όσων ίδρωναν να θρέψουν εκείνους που δεν έγραφαν τίποτα, για τον ιδρώτα αυτών που τους έθρεφαν»….

Που, ωστόσο, «Πορεύονταν οργώνοντας, θερίζοντας, γελώντας», όπως είναι ο τίτλος σχετικού κεφαλαίου, με το σχετικό απόσπασμα: «Μια πρωτόγονη δύναμη τους τραβούσε μπροστά∙ όλο και κάτι καλύτερο να καταφέρουν∙ ν’ αλλάξουν τη ζωή τους ήθελαν∙ να την καλυτερέψουν κάπως. Ήταν η δύναμη που γέννησε τον πολιτισμό τ’ ανθρώπου. Τον δικό τους πολιτισμό, όμως, τον έπαιρναν για καθυστερημένο….οι ξένες μοχτορουφήκτρες! Εκείνοι, όμως, συνέχιζαν να προσπαθούν να πλατύνουν τον δρόμο τους, σκάβοντας, οργώνοντας, θερίζοντας, γελώντας. Χαίρονταν το ταξίδι τους. Μα, ο δρόμος τους στένευε αντί να πλαταίνει∙ αλάλιαζαν. Κι όλο επιστράτευαν την απροσκύνητη ψυχή τους».

Αυτή επιστράτευσε και την αγανάκτηση του περήφανου στο γέλιο και τη λαλιά δασκάλου, του υποτιθέμενου συγγραφέα του βιβλίου, ο οποίος πίστευε ότι οι λέξεις, σωστά παραταγμένες, μπορούν να γίνουν πιο δυνατές κι από τις σφαίρες∙ ν’ ακούσει τον θόρυβό τους η ιστορία. Κι όλο αυγάτιζε την αγανάκτησή του που η ιστορία είναι ακατάδεκτη για τους ίδιους τους τροφοδότες της, άδικη, μπαμπέσα∙ αδιάφορη μ’ όσους δεν φοβάται∙ αναίσθητη προς τον κάθε άοπλο. Όχι, όμως και στον ίδιο που κρατούσε ένα πανίσχυρο όπλο, το μολύβι, με το οποίο έγραψε για το πάθος των συγχωριανών του να σηκώνουν το μπόι τους ενάντια στα παθήματα που τους προκαλούσαν οι μοχτορουφήκτρες, ντόπιες και ξένες.

– Τι κάνουν οι μοχτορουφήχτρες σήμερα;

Από όποια σκοπιά κι αν τις δούμε, τα ίδια και χειρότερα δεν κάνουν και σήμερα με την γιγάντωση του ανεξέλεγκτου πια νεοφιλελεφθερισμού; Μια προαιώνια αντίφαση επιμένει να υπάρχει μες στις κοινωνίες όσο κι αν προοδεύουν, φορτώνοντάς τους προβλήματα – μνημόνια τα λένε εξευγενισμένα σήμερα! Θέλεις, λοιπόν, να κάνεις κάποιο να μην σκέφτεται; Φόρτωσέ τον προβλήματα να κοιτάζει τα πόδια του αντί να θωρεί μπροστά του.

Αυτός είναι κι ο λόγος που στο βιβλίο μου ανταμώνει κι η παλιά με τη νέα γενιά, που είναι παραφορτωμένη με προβλήματα για τα οποία δεν ευθύνεται η ίδια, καθώς βρέθηκε να ζει στο «αφιλόξενο παρόν μιας εποχής δύσκολης και κυνικής, απρόβλεπτης και ζοφερής, αναζητώντας το φως στο παρελθόν για να ατενίσει το μέλλον» – αναφέρομαι στο ξεμύτισμα της δεκαετίας του 2010. Η συνάντηση αυτή σκοπεύει και στην προσέγγιση της αδήριτης αναγκαιότητας να έρθει πιο κοντά η νέα γενιά με την παλιά, καθώς όσο παρελαύνουν οι γενιές τόσο αυξάνεται η απόστασή τους, η οποία στις μέρες μας οδεύει πιο εμφανώς προς την αποξένωση, προκαλώντας μείζον κοινωνικό πρόβλημα.

Στο σημείο αυτό εδράζεται κι ο ανακατασκευαστικός και συγκριτικός χειρισμός του χρόνου – ξεμύτισμα του ’60 και αρχές του 2010 – με στόχο να συμβάλει στην συνειδητή προσπάθεια βελτιωτικού αναπροσανατολισμού της πορείας μας, μπας και κάποτε αποδυναμωθούν οι εκμεταλλεύτριες μοχτορουφήτρες, οι βρικόλακες που ρουφούν αχόρταγα το αίμα κάθε «άοπλου».

-Θα το χαρακτηρίζαμε ως φιλοσοφικο-επιστημονικό μυθιστόρημα μέσα από το οποίο εξελίσσονται ιστορίες με πυξίδα την ανθρωπιά;

Πρωταρχικό μέλημά μου ήταν να πετύχει η «διασταύρωση» λογοτεχνίας και εκλαϊκευμένου απλού επιστημονικού και φιλοσοφικού λόγου, έτσι που το παιδί να μοιάζει καταπληκτικά της μάνας! Το αν πέτυχε αυτή η «διασταύρωση» που υπενίσσομααι, θα το κρίνει, βέβαια, ο αναγνώστης.

Στο βιβλίο μου προασπάθησα πάντως να επιτύχω ένα συνδυασμό γνώσεων που να συμβάλλουν στην βελτίωση της αφήγησης – να ’ναι πιο ενδιαφέρουσα, άρα και πιο ευχάριστη για τον αναγνώστη, ο οποίος, πιστεύω, περιμένει από τον συγγραφέα, πέρα από τις ιστορίες και τις περιγραφές των συναισθημάτων και των συμπεριφορών των ηρώων του, τις οποίες δημιουργεί με τα κατάλληλα επεισόδια, να προσδώσει και κάποια επιστημονική ερμηνεία, την οποία από μόνη της η κλασική λογοτεχνία δυσκολεύται να προσφέρει.

Σ’ αυτό συμβάλλουν τα εκλαϊκευμένα κι απλά επιστημονικά, φιλοσοφικά και υπαρξιακά ψήγματα του βιβλίου, όπως και οι απαλές πολιτικές πινελιές, αναγκαίες για την οριοθέτηση της κοινωνικής συμπεριφοράς. Π.χ. ο γιατρός του βιβλίου, πέρα των άλλων, επιχειρεί και μιαν επιστημονική – βιολογική εξήγηση του πώς μια έφηβη καλής οικογένειας παράτησε στην κεντρική πλατεία της Χώρας του αιγαιοπελαγήτικου νησιού τον φίλο της κι έφυγε κρατώντας χεράκι ένα άγνωστό της νεαρό, πριν από λίγες ώρες! Από την άλλη, ακόμα κι ο αγράμματος Κωσταντής-Αγάς θυμοσοφεί, βροντοφωνάζοντας στη νεανική παρέα του βιβλίου όταν τους βλέπει κάποιες φορές σοβαρά προβληματισμένους για το σκοτεινό τους μέλλον: «Μην σκύβετε το κεφάλι, μωρέ, θα κοντύνει το μπόι σας»!

Άλλες φορές, πάλι, που τους έβλεπε απογοητευμένους, τους ξεσήκωνε, «δασκαλεύοντάς τους: «Πόσο να μετρά, μωρέ, μια επιτυχία και μια αποτυχία; Σίγουρα δεν μετρούν μηδέν, γιατί μαζί μετρούν δυο προσπάθειες. Αυτές σου θυμίζουν πως είσαι ζωντανός, η επιτυχία κι αποτυχία είναι ξεχασιάρες, μαθές. Γι’ αυτό, νέος και προσπάθεια πρέπει να’ ναι μια παντρειά, μαθές∙ αυτή μπορεί να φέρει στον κόσμο τις επιτυχίες». Αλλά όταν οι νεαροί θαύμαζαν την πείρα του, τους ξάφνιαζε ξανά, λέγοντάς τους ότι «η πείρα των μεγάλων δεν είναι τίποτα άλλο από μια αφτιασίδωτη γριά», που δεν πρέπει να την εμπιστεύονται και πολύ οι νέοι. Και πως πρέπει οι ίδιοι να κτίσουν ενάρετα τη δική τους πείρα, το δικό τους «προσωπικό σπίτι», που θα το κουβαλούν συνέχεια μαζί τους.

-Εσείς ως γενετιστής βλέποντας τα αναπάντεχα σημερινά κοινωνικά αδιέξοδα αν μπορούσατε τις αλλαγές θα κάνατε;

Ο κόσμος μας θα ’ναι αγνώριστος σε μια δυο δεκαετίες, με τέτοιο πρωτόγνωρα ιλιγγιώδη ρυθμό της Νεοτεχνολογικής εξέλιξης, γενετικής και μη, όπως και των τεχνολογικών νεωτερισμών από το πάντρεμα Γενετικής-Μικροηλεκτρονικής. Νεοτεχνολογικοί νεωτερισμοί, πρωτόγνωροι, που παρασύρουν ανελέητα και τον ρυθμό της οικονομικής, πολιτιστικής και εν τέλει πολιτισμικής και πολιτικής εξέλιξης στον Πλανήτη∙ με τις μοχτορουφήκτρες ν’ αυγατίζουν συνέχεια. Να σημειώσουμε επίσης ότι η απερίσκεπτη ανθρωπότητα περιφρονεί το γεγονός, ότι ήδη βρίσκεται στη δύνη του κυκλώνα μεγάλων κοινωνικών και ατομικών αλλαγών, που δεν τις ιεραρχεί σωστά και δεν ελαχιστοποιεί αποφασιστικά το τίμημά τους, για να ’ναι περισσότερο ωφέλιμες από επιβλαβείς.

Κι εδώ φαίνεται η αναγκαιότητα της «μαγιάς που φουσκώνει την ανθρωπιά» – για να έχει το πέρασμα μας σ’ ένα θαυμαστό κι όχι ζοφερό μέλλον το μικρότερο τίμημα. Εδώ βρίσκεται η ατομική ευθύνη του καθενός μας, να την φουσκώνει σαν μαγιά, να συμβάλλει δηλαδή έτσι ώστε να γίνει συλλογική η συνείδηση της ανθρωπιστικής και αξιακής προόδου των πολλών. Ουτοπία; Μα δίχως ουτοπίες τα οράματα δεν ζουν. Παρόλα αυτά, το βιβλίο αποπνέει εν γένει ρεαλιστική αισιοδοξία. Αλλοίμονο αν δεν βλέπαμε αισιόδοξα το μέλλον, με το οποίο ζούν οι σκέψεις μας καθημερινά.

Απαραίτητο, ωστόσο, εργαλείο για την κατεδάφηση κάθε κοινωνικού αδιεξόδου είναι η ποιοτική κι αξιακή παιδεία των πολλών και κυρίως των πολιτικών και των ιστρουκτόρων κοινωνικών αδιεξόδων. Είναι αυτονόητο ότι κάθε πρόβλημα μεγάλο ή μικρό, κοινωνικό ή ατομικό, υπαρξιακό ή πρόβλημα της καθημερινότητας, για να βρει τη σωστή του λύση πρέπει να αναχθεί στο βασικότερο επίπεδο επίλυσής του, το επίπεδο της ανθρωπιστικής αξιακής παιδείας δηλαδή. Γιατί, τα κοινωνικά αδιέξοδα προκύπτουν πρωτίστως από «το έλλειμμα παιδείας», το οποίο συντηρείται τεχνιέντως από εκείνους που θέλουν λαούς χειραγωγημένους κι όχι χειραφετειμένους. Κάποτε θα πρέπει να γίνει κατανοητό από τι εξαρτάται η κατεφάφιση των κοινωνικών αδιεξόδων – από τις σωστά πληροφορημένες και συνακόλουθα ευαισθητοποιημένες συνειδητά κοινωνίες, από την αξιακή τους παιδεία εν τέλει.

– Έχετε αναφερθεί πολλές φορές στη γοργή ηθική αποσταθεροποίηση της κοινωνίας. Τη χαρακτηρίζετε ανατριχιαστικό θεριό. Έχουν τη δύναμη οι πολιτικοί μας να το εξοντώσουν;

Οι κοινωνίες κατά την εξελικτική υπαρξιακή ιστορία του Homo sapiens έχουν περάσει από πολλές επικίνδυνες «Συμπληγάδες» και επιβίωναν προοδεύοντας, πάντα με τεράστιο τίμημα όμως, καθώς δεν είχε γεννηθεί ακόμα η παιδεία, αλλά ούτε η «πεπαιδευμένη» πολική. Σήμερα υπάρχουν και τα δύο, αλλά δεν λένε να μεγαλώσουν, να ωριμάσουν για να μπορούν να αντιμετωπίζουν τις νέες κοινωνικές προκλήσεις, οι οποίες είναι ,όντως θηριώδεις. Κάπου, λοιπόν, στο βιβλίο μου, ο γιατρός εμφορούμενες από ηθικές αξίες, οι οποίες δεν φαίνονταν στον βουλευτή αν και υπήρχαν, τον ειρωνεύεται, λέγοντάς του: «αν λειτουργεί με την πολιτική της λογικής ή με την λογική της πολιτικής», για να πεταχτεί ένας φοιτητής να τον αποτελειώσει, υποστηρίζοντάς πως «η πολιτική δεν πρέπει να είναι η τέχνη του εφικτού, αλλά η τέχνη να κάνει ο πολιτικός εφικτές τις υποσχέσεις του». Ανάλογα, λοιπόν, με το πώς λειτουργούν και θα λειτουργούν στο μέλλον οι πολιτικοί εξαρτάται κι η εξόντωση του θεριού. Εκτός κι αν τους προλάβουν παραδειγματικά κάποιες πεπαιδευμένες κι ευαισθητοποιημένες πρωτοπόρες κοινωνίες, και τους απαξιώσουν ακόμα περισσότερο!

 

 

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here