Του Γεωργίου Νικ. Σχορετσανίτη

 

Η ετήσια περίπου διάρκεια της πανδημίας που πλήττει και τη χώρα μας, αναγκαστικά οδήγησε πολλούς στον κατ’ οίκον περιορισμό, ή εγκλεισμό, όπως αποκλήθηκε, και στην κατ’ ανάγκη παρακολούθηση για μεγάλο χρονικό διάστημα ορισμένων  προγραμμάτων των τηλεοπτικών καναλιών από μεγάλες ομάδες πληθυσμού. Στα δελτία ειδήσεων, η ίδια και απαράλλαχτη εικόνα κάθε βράδυ, όλες τις μέρες. Κεντρικό σημείο όλων όσων αφορούσαν τον επίμονο καλπασμό του ιού, τις πιθανές μολύνσεις των πολιτών τις οποίες ακόμα δεν κατάλαβα γιατί άπαντες τις αποκαλούν ‘κρούσματα’ ενώ δεν είναι έτσι, τουλάχιστον αυτόν τον όρο η δική μου γενιά στην ιατρική σχολή Αθηνών δεν διδάχτηκε από τους μεγάλους μας και φωτισμένους πραγματικά δασκάλους. Γιατί, απ’ όσα γνωρίζω,  οι σωστοί όροι είναι ‘μολύνσεις’ και ‘φορείς’ του ιού, ενώ όλα τ’ άλλα είναι κλινική ‘εκδήλωση’ της νόσου! Ας είναι, όμως, δεν γεφυρώνεται εύκολα το χάσμα γενεών και γενεών, ούτε και κάποιες φορές και της επιστήμης! Πικρή και πασίγνωστη αλήθεια και πραγματικότητα!

 

Επιστρέφοντας, λοιπόν, ακούσαμε όλοι τους διαλόγους μεταξύ δημοσιογράφων που βρήκαν την ευκαιρία να αποκτήσουν γνώσεις ειδημόνων, απέκτησαν προσωπική άποψη ωρυόμενοι καθημερινά στα δημοφιλή μέσα επικοινωνίας, διακόπτοντας και αποστομώνοντας, σε ορισμένες περιπτώσεις με έκδηλη ασέβεια,  τους καλεσμένους τους και εκφράζοντας τι άραγε, πολλοί ακόμα δεν  γνωρίζω αν και κατά πόσο σκέφτονται να οδηγηθούν σε πανεπιστήμια για απόκτηση τουλάχιστον  κάποιου συναφούς μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών έχοντας ως προίκα όλα όσα διημείφθησαν στις συνομιλίες που ενεπλάκησαν, στα μέσα όπου εργάζονται και όχι μόνο, ενώ παράλληλα αρκετοί συνάδελφοί μου εζήλωσαν τη δόξα και δημοσιότητα των προηγούμενων, με αποτέλεσμα  κάθε πρωί πριν την έναρξη της εργασίας τους  να εκφέρουν τη γνώμη τους δημοσίως, με κίνδυνο να υποστούν το περιβόητο στερητικό σύνδρομο όταν με το καλό καθιζήσει η σκόνη του κορονοϊού που μας έχει  μολύνει ψυχή τε και σώματι, και τόσα άλλα που μας άφησε η χρονιά που πέρασε.

 

Όμως, ουδέν κακόν αμιγές καλού, και για κάποιους περισσότερους έμπειρους εμού. Καθηλωμένοι στον καναπέ του σαλονιού μας  χρησιμοποιήσαμε το τηλεκοντρόλ μανιακά, απολαύσαμε τις αέναες προσπάθειες των περισσότερων καναλιών για απόκτηση τηλεθέασης, ώσπου κάποια στιγμή καθηλώθηκα κι’ εγώ στον σταθμό του Antenna,  γιατί κάποιες σκηνές, μερικές γνώριμες τοποθεσίες, διάλογοι και νοοτροπίες με γύρισαν ξανά πίσω σε κάποια χωριά του θεσσαλικού κάμπου  που σημάδεψαν ανεξίτηλα τα παιδικά μου χρόνια. «Οι άγριες μέλισσες», το σήριαλ που θα ήθελα να αναφερθώ και εστιασθώ, εδώ, δείχνει να πετυχαίνει τα απόλυτα νούμερα παρακολούθησης που θα ήθελε και η διεύθυνση του σταθμού, για τους γνωστούς και ευνόητους βέβαια λόγους.   Για να είμαστε ειλικρινείς είχε πολλά χρόνια η τηλεόραση να καθηλώσει τόσο πολλούς ανθρώπους στη θέση τους παρακολουθώντας και σχολιάζοντας τα τεκταινόμενα. Απ’ όσο μου επιτρέπει η μνήμη μου, είχαν προηγηθεί με ανάλογη επιτυχία αρκετές άλλες σειρές,  ασπρόμαυρες ή έγχρωμες, και βασισμένες σε μεγάλο βαθμό στην πλούσια  λογοτεχνική  μας παράδοση.  «Οι φρουροί της Αχαΐας», μια τηλεοπτική διασκευή πάνω στο ομώνυμο μυθιστόρημα του ακαδημαϊκού Τάσου Αθανασιάδη, που ελάχιστα ενθυμούμαι αφού  το διάστημα 1992-1993 ζούσα στο Λονδίνο, κι’ ακόμα «Οι Πανθέοι»  και «Η αίθουσα του θρόνου» πάλι σε κείμενα του Τάσου Αθανασιάδη, «Οι Μαυρόλυκοι», βασισμένη σε ένα ιστορικό μυθιστόρημα του Θανάση Πετσάλη-Διομήδη, «Το 10», τον «Συνταγματάρχη Λιάπκιν»,  τη σειρά «Γιούγκερμαν», τον «Κίτρινο φάκελο» και κάποια άλλα  του Καραγάτση, καλού και επιμελούς γνώστη του θεσσαλικού κάμπου, και χωρίς να εξαντλείται φυσικά εδώ ο σχετικός κατάλογος.

Η σειρά ετούτη «Οι άγριες μέλισσες», βασίζεται σε σενάριο της Μελίνας Τσαμπάνη και του Πέτρου Καλκόβαλη, και σκηνοθεσία κυρίως του Πάνου Χαρίτου.  Τα επεισόδια λαμβάνουν χώρα σε ένα φανταστικό χωριό, το Διαφάνι,  έξω από τη Λάρισα.  Από χρονολογικής σκοπιάς, βρισκόμαστε στα 1958, με νωπές ακόμα τις μνήμες για μεγάλη μερίδα ηλικιωμένου πληθυσμού της εξέγερσης του Κιλελέρ, η οποία έγινε κάπου εκεί κοντά, του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου και του ελληνικού αδελφοκτόνου που συνεχίστηκε μετά από τον προηγούμενο και αιματηρό, αφού σε εκείνον έμειναν ακόμα σοβαρές πολιτικές και κοινωνικές εκκρεμότητες και έπρεπε με κάθε θυσία να δοθεί αποτελεσματική λύση στη συνέχεια! Γεννημένος στα Τρίκαλα το 1953, όσα επεισόδια κατάφερα και παρακολούθησα, για διάφορους κάθε φορά λόγους, βούτηξα ξανά σε λεπτομέρειες της παιδικής μου ζωής στα χωριά των Τρικάλων από τη μεριά του πατέρα μου και της Λαρίσης από της μητέρας μου,  στα οποία πέρασα κάποια διαστήματα είτε ως μαθητής δημοτικών σχολείων ακολουθώντας τον δάσκαλο πατέρα μου, είτε ως επισκέπτης τους καλοκαιρινούς μήνες, όπως  και εκείνες τις μέρες των ενδιάμεσων αργιών. Πόσο γνώριμες μού φάνηκαν, τώρα, όλες οι τοποθεσίες που γίνονται τα γυρίσματα! Πόσο οικείες μου φαίνονται στα μάτια μου όλα τα τραύματα της μνήμης των κύριων χαρακτήρων της σειράς, οι ψυχολογικές τους επιπτώσεις και μεταπτώσεις, τα εμφανή ορισμένες φορές αδιέξοδά τους, οι ελπίδες τους, τα όνειρά τους, η διαφαινόμενη και ελπιδοφόρα αποκατάσταση των κοριτσιών, οι οικογενειακές συγκρούσεις ανάμεσα στα τέκνα και τους κληρονόμους γενικώς των εύφορων  εκτάσεων  του θεσσαλικού μου κάμπου, οι απαραίτητες αιμομιξίες μιας μικρής περιοχής, οι ένοχες σιωπές και οι εκφάνσεις τους! Όλα αυτά τη στιγμή  που ο τόπος απαιτούσε σύνεση, ψυχικό σθένος μέσα σε μια κοινωνία που παρά το γεγονός ότι έβγαινε σιγά-σιγά από την αγροτική εκμετάλλευση των τσιφλικάδων, προσχωρούσε με δειλούς βηματισμούς  στην όποια βιομηχανική ανάπτυξη. Το 1958, όπου τοποθετείται χρονικά το σήριαλ, ήμουν πέντε ετών και ενθυμούμαι καλά τις όποιες υπαινισσόμενες λεπτομέρειες της σειράς σε χαρακτήρες και χωρικούς που ανήκουν πλέον στη μακρυνή και ξεθωριασμένη  μνήμη μου. Τα χωριά της Θεσσαλίας βρίσκονταν τους καλοκαιρινούς μήνες πλημμυρισμένα στη σκόνη, ασφαλτοστρωμένοι δρόμοι ανύπαρκτοι, κι’ εμείς τα παιδιά γυρίζαμε εκείνα τα μέρη με τη βοήθεια του δημοφιλούς και αγαπημένου μας ποδήλατου. Στο ζωικό βασίλειο, και στον κάμπο  υπερτερούσαν τα άλογα, τα μουλάρια και τα γαϊδούρια, αφού πολλά από αυτά χρησιμοποιούνταν   για τη μεταφορά ανθρώπων και εμπορευμάτων,   ή στα κάρα στα χωριά και για τις άμαξες στις πόλεις.   Κι’ εδώ να πω με την ευκαιρία  πως αναφέρομαι στις πόλεις των Τρικάλων, της Λαρίσης και τη Καρδίτσας, αφού ο Βόλος και η Μαγνησία αποτελούσε στο μυαλό των υπόλοιπων Θεσσαλών ξένο χώρο, απόμακρο από εμάς, κοντινό στη θάλασσα και χωρίς ιδιαίτερη σχέση με το άπλετο βλέμμα μας που έφτανε πέρα μακρυά χωρίς ενδιάμεσα εμπόδια στον επίπεδο και ατέλειωτο εδώ κάμπο.  Τα καφενεία στα χωριά μας τότε, όπως τώρα στο Διαφάνι,  ήταν το σημείο συνάντησης όλων των κατοίκων, όπου έπιναν, κάπνιζαν και συζητούσαν τα γεγονότα του χωριού. Εδώ αναλύονταν μακροσκελώς οι έχθρες, γίνονταν οι απαραίτητες συμμαχίες, αφού υπήρχαν περισσότερα συνήθως του ενός σε κάθε χωριό, αν και στο Διαφάνι ο αριθμός τους γρήγορα περιορίστηκε σε ένα και  μοναδικό.  Οι σεναριογράφοι του σήριαλ, εν προκειμένω, εμβαπτίσθηκαν με τα νάματα της θεσσαλικής παράδοσης, με τις ιδιορρυθμίες της αγροτιάς, την εσωτερική μετανάστευση κάποιων για ανεύρεση καλύτερων συνθηκών εργασίας, την καλπάζουσα ανασυγκρότηση των χωριών, των πόλεων και των δημόσιων υπηρεσιών της χώρας, την δρομολογούμενη αλλαγή νοοτροπιών σε θέματα συμπεριφοράς και διαπροσωπικών σχέσεων,  τις εμφανείς ή υποδόριες σχέσεις και βαθύτερες επιδιώξεις των μελών της κοινότητας, την αντίθεση των συμφερόντων των μεγάλων οικογενειών του κάμπου, τα θύματα της όποιας βιαιότητας και αυθαιρεσίας. Στο καφενείο  είναι όλοι ευπρόσδεκτοι, αλλά πρωταγωνιστικό ρόλο έχει ο  δάσκαλος, ο παπάς, ο κοινοτάρχης, ο αστυνόμος ή ο αγροφύλακας του χωριού. Στο «Διαφάνι», προστίθενται με ευχάριστο τρόπο και η μαμή, ο κουρέας, η μοδίστρα, ο ενωμοτάρχης, ο κλαριντζής για τα πανηγύρια και τους χορούς, και φυσικά το νεκροταφείο όπου καταλαγιάζουν τα όποια ανθρώπινα πάθη και το οποίο επισκέπτονται και όλοι οι ζωντανοί για τους δικούς του, ο καθένας, λόγους. Οι χαρακτήρες και οι  κύριοι πρωταγωνιστές του σεναρίου, είναι  γεμάτοι από έξυπνους διαλόγους, όπου εξυφαίνονται οι προσδοκίες, οι εμμονές  και τα πάθη των ηρώων, ξεδιπλώνονται αργά και βασανιστικά οι συμπεριφορές και οι συγκρούσεις  τους, οι προδοσίες, οι έρωτες που πλησιάζουν κάποιες φορές στα απαγορευμένα και επικίνδυνα αιμομικτικά όρια, οι μοιχείες, το λαθρεμπόριο που προσδοκά σε κέρδη, οι τυχοδιώκτες, οι μετανάστες που απογοητευμένοι από την ξενιτιά επανακάμπτουν οριστικά να ζήσουν στα πάτρια εδάφη,  τα νόθα τέκνα κάποιες φορές που δόθηκαν σε άλλες οικογένειες συνήθως αδελφικών και χωρίς την διαδικασία της επίπονης και χρονοβόρου υιοθεσίας,  οι βιαστές όπως υπήρχαν πάντα και όχι μόνο όπως ήρθαν στο φως της δημοσιότητας τον τελευταίο καιρό, οι συνθήκες κράτησης των φυλακισμένων και τα παραλειπόμενα όπως ακριβώς τα άκουγα μικρός από τους μεγαλύτερους στο πατρικό μου σπίτι που ακόμα βρίσκεται κοντά στις παλιές φυλακές Τρικάλων ή και από τους ίδιους τους κρατούμενους  που κρέμονταν από τα κάγκελα των φυλακών και μας κοιτούσαν  όταν παίζαμε μπάλα γύρω από αυτές με τους συμμαθητές μου, και οι οποίες  ευτυχώς πρόσφατα μετατράπηκαν σε Μουσείο του μεγάλου τέκνου της πόλης μας, του Βασίλη Τσιτσάνη.

Τώρα, δεκαετίες αργότερα,  παρατηρώντας τα επεισόδια της τηλεοπτικής σειράς νοιώθω πως ξαναδιαβάζω ένα αγαπημένο βιβλίο. Ανοίγοντας μια-μια τις σελίδες του, γνωρίζω πολύ καλά  τι ακριβώς θα συναντήσω  στην αμέσως επόμενη! Την παιδική μου ηλικία, ας το ομολογήσω,  που βρίσκεται παρατημένη στα μέσα του προηγούμενου, φευ, αιώνα!

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here