του Άξελ Τρόοστ,

αντιπροέδρου του Die Linke

 

Στις 24 Σεπτεμβρίου ψηφίζεται η νέα ομοσπονδιακή κάτω Βουλή (Bundestag). Σύμφωνα με πρόσφατες δημοσκοπήσεις, στην εκλογική προτίμηση των εκλογέων προηγείται σαφώς η συντηρητική συμμαχία Χριστιανοδημοκρατικής (CDU) και Χριστιανοκοινωνικής Ένωσης (CSU) με σχεδόν 40%, ενώ τη δεύτερη θέση καταλαμβάνει με 24% το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SPD). Τα κόμματα της Αριστεράς (Die Linke), των Πρασίνων (Bündnis 90/Die Grünen), των Φιλελευθέρων (FDP) και της Εναλλακτικής για τη Γερμανία (AfD) επιτυγχάνουν ποσοστά της τάξης του 7-10 %. Ο πλέον πιθανός κυβερνητικός συνασπισμός μετά τις εκλογές είναι αυτός των συντηρητικών με τους φιλελεύθερους, όπως έχει γίνει πολλές φορές στο παρελθόν, ή η συνέχιση του υφισταμένου «μεγάλου συνασπισμού» συντηρητικών και σοσιαλδημοκρατών. Οι συντηρητικοί σαφώς θα προτιμούσαν την πρώτη εκδοχή, με τη δεύτερη να είναι μία λύση ανάγκης οφειλόμενη στον αριθμό βουλευτικών εδρών που θα πρέπει να συγκεντρώσει η νέα κυβέρνηση για να σχηματιστεί.

Για το κόμμα μου, το «Die Linke», με τον σαφή κοινωνικό προσανατολισμό του, μοναδική εναλλακτική είναι ένας συνασπισμός με το SPD και το κόμμα προστασίας του περιβάλλοντος και προάσπισης των δικαιωμάτων του πολίτη, τους Πράσινους. Μετά την παροδική εκτίναξη του SPD στις δημοσκοπήσεις την άνοιξη, τα ποσοστά που συγκεντρώνουν τα τρία κόμματα απέχουν και πάλι αρκετά από τα απαιτούμενο για μία πλειοψηφία, καθώς η ευφορία που προέκυψε μετά τον ορισμό του Μάρτιν Σουλτς ως υποψήφιου καγκελαρίου του SPD έχει πλέον εξανεμιστεί.

Θεωρητικά δυνατές είναι επίσης κυβερνήσεις συνασπισμού των συντηρητικών με τους Πράσινους ή μεταξύ SPD, FDP και Πρασίνων, δεν είναι όμως ιδιαίτερα πιθανές. Με το ακροδεξιό-αντιδραστικό AfD δεν θέλει να συνάψει συνασπισμό κανένα κόμμα.

Με αυτό το κείμενο δεν θέλω να δώσω υποσχέσεις στους έλληνες αναγνώστες για το τι μπορεί να κάνει το κόμμα μου για την Ελλάδα και τους ίδιους, αλλά να σκιαγραφήσω μία κατά το δυνατόν ρεαλιστική εικόνα του προεκλογικού κλίματος στη Γερμανία και της πολιτικής των πιθανότερων μελλοντικών κυβερνητικών σχηματισμών έναντι της Ελλάδας. Οι περισσότεροι γερμανοί ψηφοφόροι γνωρίζουν την Ελλάδα μόνο από τις διακοπές τους και ως χώρα στην οποία έχουν δοθεί με αμφιλεγόμενο τρόπο ποσά δισεκατομμυρίων. Συνεπώς, τα δύο μεγάλα κόμματα δεν μπορούν παρά να χάσουν στην προτίμηση των εκλογέων, εάν θέσουν το ζήτημα της Ελλάδας στην ημερήσια διάταξη. Γι’ αυτό και προσπαθούν να το κρατήσουν έξω από τον προεκλογικό αγώνα, πράγμα που κατάφεραν σε μεγάλο βαθμό μεταθέτοντας την αντιπαράθεση για την ελάφρυνση του ελληνικού δημοσίου χρέους στο 2018.

Η Άγγελα Μέρκελ και το CDU έχουν ξεπεράσει την κάμψη που σημείωναν στις δημοσκοπήσεις λόγω της προσφυγικής κρίσης και συγκεντρώνουν πλέον και πάλι υψηλά ποσοστά στην προτίμηση των εκλογέων. Σε ζητήματα μεταναστευτικής πολιτικής και εσωτερικής ασφάλειας, οι συντηρητικοί έχουν μετατοπίσει τις θέσεις τους προς τα δεξιά, με αποτέλεσμα να μπορούν να προσελκύσουν ψήφους από το δεξιό άκρο του πολιτικού φάσματος. Οι σχέσεις μεταξύ του CDU της Μέρκελ και του αδελφού κόμματος CSU, το οποίο συμμετέχει στις εκλογές μόνο στη Βαυαρία, χαρακτηρίζονται από μεγάλες εντάσεις λόγω της θέσης του CSU υπέρ της θέσπισης ενός ανώτατου ορίου υποδοχής προσφύγων, την οποία το CDU απορρίπτει. Προς τα έξω, τα δύο κόμματα επιδεικνύουν ωστόσο και πάλι ομοφωνία. Στο CSU, αλλά και στη νεοφιλελεύθερη πτέρυγα του CDU, επικρατεί πλέον μία σαφώς αρνητική στάση απέναντι στην Ελλάδα, καθώς η χώρα υποτίθεται πως δεν είναι σε θέση να εφαρμόσει μεταρρυθμίσεις.

Σε μία κυβέρνηση συνασπισμού μεταξύ συντηρητικών και του οικονομικά φιλελεύθερου FDP, αυτή η πτέρυγα θα κέρδιζε επιρροή, καθώς θα χανόταν το σοσιαλδημοκρατικό αντίβαρο που υπάρχει στον παρόντα κυβερνητικό συνασπισμό. Με μία τέτοια κυβέρνηση, η Ελλάδα θα αντιμετώπιζε τη γενικευμένη υποψία πως δεν εφαρμόζει τους όρους των πιστωτών ή πως παρακωλύει την εφαρμογή τους. Τότε είναι πολύ πιθανόν η γερμανική κυβέρνηση να επιμείνει ακόμα περισσότερο απ’ ό,τι έως τώρα σε μία κατά το δυνατόν πλήρη αποπληρωμή του ελληνικού δημόσιου χρέους και να επιβάλει στην Ελλάδα νέες νεοφιλελεύθερες διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις μέσω μίας νέας συμφωνίας. Αντιθέτως, οι φωνές υπέρ ενός Grexit που ακούγονται από το FDP και εν μέρει επίσης από τους συντηρητικούς δεν αποτελούν παρά προεκλογική ρητορεία, καθώς τέτοιες θέσεις δεν θα τύχουν υποστήριξης από τις άλλες χώρες της ΕΕ.

Εάν το εκλογικό αποτέλεσμα δεν αρκέσει για έναν συνασπισμό με το FDP, η Μέρκελ μάλλον θα επιδιώξει τη συνέχιση της κοινής διακυβέρνησης με το SPD. Τότε, μεμονωμένες φωνές της αριστερής πτέρυγας του SPD, οι οποίες τάσονται υπέρ μίας αλλαγής της πολιτική λιτότητας θα προσέκρουαν στις θέσεις της νεοφιλελεύθερης πτέρυγας των συντηρητικών υπέρ μίας ακόμα σκληρότερης στάσης απέναντι στην Ελλάδα. Αυτό θα είχε ως συμβιβαστικό αποτέλεσμα τη συνέχιση της παρούσας κυβερνητικής πολιτικής, ενισχύοντας τις συμφωνίες του Eurogroup και την έως τώρα διαπραγματευτική γραμμή των δανειστών. Μία ελαφρώς πιο ήπια προσέγγιση θα μπορούσε να προκύψει, εάν το SPD απαιτούσε τον θώκο του υπουργού Οικονομικών. Ένας σοσιαλδημοκράτης υπουργός Οικονομικών θα βρισκόταν μεν υπό τη στενή παρακολούθηση των σκληροπυρηνικών ως προς το ζήτημα της Ελλάδας, θα μπορούσε ωστόσο να ασκήσει επιρροή στις αδιαφανείς διαπραγματεύσεις του Eurogroup. Παράλληλα θα ήταν όμως υποχρεωμένος να τηρεί τα συμφωνηθέντα για τη σύναψη της κυβέρνησης συνασπισμού και να διασφαλίσει τη συνέχιση της εφαρμογής των συμφωνιών των τελευταίων ετών.

Μία προοδευτική κυβέρνηση συνασπισμού αποτελούμενη από το SPD, το Die Linke και τους Πράσινους θα πρέσβευε μεν μία πιο αλληλέγγυα πολιτική απέναντι στους εταίρους της Ευρωζώνης, θα έπρεπε ωστόσο αρχικά να πείσει για κάτι τέτοιο στο εσωτερικό. Το SPD απέχει πολύ από την επίτευξη συναίνεσης για μία πιο αριστερή πολιτική έναντι της Ελλάδας. Η συντηρητική πτέρυγα του SPD ασφαλώς και θα λάμβανε σε κάποιο βαθμό περισσότερο υπόψη την κοινωνική διάσταση των επιβαλλόμενων μεταρρυθμίσεων, κατά τα άλλα θεωρεί όμως απολύτως δικαιολογημένη μία αυστηρή στάση απέναντι στην Ελλάδα. Από την άλλη πλευρά, η ελληνική κυβέρνηση και η κριτική που εκφράζει για τη λυσσαλέα πολιτική λιτότητας των τελευταίων ετών θα έβρισκε επίσης πολλούς συμμάχους και στα τρία κόμματα. Συνεπώς, μία τέτοια γερμανική κυβέρνηση θα μπορούσε να υποστηρίξει σημαντικές διορθώσεις πολιτικής: Θα μπορούσε να κάνει επιτέλους εποικοδομητικές προτάσεις, έτσι ώστε η Ελλάδα να ολοκληρώσει το πρόγραμμα στήριξης το 2018 με ορθολογικές παραδοχές για τους μελλοντικούς κρατικούς προϋπολογισμούς της. Επίσης, δεν θα υποστήριζε την ατζέντα των ιδιωτικοποιήσεων ως έχει. Η συμφωνία για τη σύναψη μίας κυβέρνησης συνασπισμού θα περιελάμβανε επίσης ένα ευρωπαϊκό πρόγραμμα επενδύσεων και την ισχυρότερη εστίαση στην καταπολέμηση της ανεργίας και στην κοινωνική διάσταση της Ευρώπης. Πάρα ταύτα, δεν θα μπορούσε να αγνοήσει έτσι απλά τους περιοριστικούς δημοσιονομικούς κανόνες και τις αποφάσεις του Eurogroup. Το νεοφιλελεύθερο μπλοκ θα είχε μεν δεχθεί ένα ισχυρό πλήγμα, αλλά, παρά το μεγάλο οικονομικό βάρος της, η γερμανική κυβέρνηση (ευτυχώς) δεν είναι σε θέση να καθορίσει την πολιτική όλων των κρατών της ΕΕ.

Πηγή: ΑΠΕ

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here