Ροζίτα Σπινάσα: Η σκοτεινή πλευρά των ανθρώπων

 

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΙΟΥΣΗ

Τα ράφια που γεμίζουν με κρύους δίσκους, τα καμαράκια όπου πας για να κλάψεις με την ησυχία σου, η παρένθετη μητρότητα και ο πόνος της απώλειας, η εισβολή περιστεριών σε μια πολυκατοικία του κέντρου, οι κρυφές βλέψεις των ενοίκων του πρώτου ορόφου, οι ανόσιες πράξεις των κατοίκων ενός χωριού, τα μυστικά που κρύβονται στα υπόγεια, η οδυνηρή κατάδυση στο οικογενειακό ασυνείδητο, η αμαρτία που φέρνει τη λύτρωση και τα γράμματα που συνεχίζουν να έρχονται. Αυτά είναι τα σκοτεινά πεδία όπου ξετυλίγονται οι ιστορίες του βιβλίου, οι χαρακτήρες των οποίων, αν και δρουν στα τυφλά, σπάνε τελικά το καλούπι που μέχρι τότε περνούσαν για εαυτό τους. Όταν στο τέλος φανερώνεται η αλήθεια, τη μεγαλύτερη έκπληξη αποτελούν οι ίδιοι οι ήρωες, στις πραγματικές τους πλέον διαστάσεις.

Η Ροζίτα Σπινάσα γεννήθηκε το 1975 στην Αθήνα. Σπούδασε νομικά στην Αθήνα και στην Κολωνία κι εργάζεται ως δικηγόρος. Είναι παντρεμένη με τον Άρη και μητέρα του Γιώργου. Κείμενά της έχουν δημοσιευθεί στα λογοτεχνικά περιοδικά (δε)καταthe books’ journal και στα διαδικτυακά mic.gr και lifo.gr. Ενθουσιάζεται με τη θάλασσα, το διάβασμα, τα όμορφα ρούχα και το ποδόσφαιρο. Με τα χρόνια έμαθε να ψάχνει την ευτυχία στο επόμενο εικοσιτετράωρο.

-Από τον Κέδρο το βιβλίο σας «στομαστομαστό», που σημαίνει;

Είναι ένα λογοπαίγνιο που μου είχε έρθει στο μυαλό όταν γέννησα τον γιό μου Γιώργο, τότε που τα μείζονα ζητήματα της λοχείας με είχαν κατακλύσει. Με εντυπωσίασε το πώς ενώνεται αενάως η μια λέξη με την άλλη, όπως ακριβώς ενώνεται και το στόμα με τον μαστό. Όταν αργότερα άρχισα να γράφω τα διηγήματα, το θυμήθηκα κι έγραψα την ομώνυμη ιστορία. Δηλαδή εν προκειμένω το αυγό έκανε την κότα.

-Έδωσε τον τίτλο στο ομώνυμο βιβλίο σας;

Το επέλεξα γιατί μου φάνηκε ιδιαίτερο και δυνατό ως λόγκο. Επίσης είναι το ‘τυχερό’ μου διήγημα, γιατί αυτό μου άνοιξε το δρόμο για την έκδοση.

-Πρωτοδημοσιεύθηκε στα (δέ)κατα;

Ναι, το έστειλα στον κ. Ντίνο Σιώτη ο οποίος το δημοσίευσε στο επόμενο τεύχος (άνοιξη 2016). Εκεί το διάβασαν από τον Κέδρο κι επικοινώνησαν μαζί μου, η συμφωνία για την έκδοση της συλλογής ήταν η ευτυχής κατάληξη.

-Σε ποια πεδία ξετυλίγονται οι ιστορίες σας;

Πρόκειται για ιστορίες του σήμερα και του χθες, της πόλης και της επαρχίας. Δεν έχουν κοινούς ήρωες ούτε κοινούς θεματικούς άξονες, αυτό όμως που τα ενώνει είναι το σκοτεινό ύφος και το στοιχείο της ανατροπής. Στόχος μου ήταν να αιφνιδιάσω τους αναγνώστες μου (όπως μου αρέσει να με αιφνιδιάζουν κι εμένα τα βιβλία που διαβάζω) κι απ’ ότι φαίνεται τον πέτυχα. Eπίσης μέσα από τις ιστορίες αναδύθηκαν οι αντιλήψεις μου ως προς την ανθρώπινη φύση: Την προσαρμοστικότητά της, την αυτόματη στάθμιση των συμφερόντων της, το ένστικτο επιβίωσης που λειτουργεί στις μικρές μάχες της καθημερινότητας. Κατανοώντας τη φυσική τάση του ανθρώπου να διατηρήσει τα κεκτημένα του, κατανοώ και τους ήρωές μου.

-Παρ’ οτι δικηγορείτε βρίσκετε χρόνο για συγγραφή;

Όταν ήρθε η ώρα για να γράψω τη συλλογή στάθηκα τυχερή: Ταυτόχρονα ξεκίνησε η αποχή των δικηγόρων, που κράτησε αρκετούς μήνες. Έτσι το γραφείο μου μεταμορφώθηκε στο συγγραφικό μου εργαστήρι. Τώρα τα πράγματα έχουν σφίξει αρκετά, όμως δεν πτοούμαι. Κοιτάω να έχω τα αυτιά μου ανοιχτά και τον νού μου σε εγρήγορση. Άλλωστε, τις ιστορίες μου τις φτιάχνω κυρίως όταν ξυπνάω μέσα στη νύχτα, στην ησυχία και το σκοτάδι – μήπως γι’ αυτό βγαίνουν τελικά σκοτεινές;

-Ενθουσιάζεστε με το ποδόσφαιρο;

Το ποδόσφαιρο κρύβει μεγάλες συγκινήσεις, όταν οι ομάδες παίζουν καλή μπάλα το θέαμα είναι συναρπαστικό και πανέμορφο. Το πρώτο μου καρδιοχτύπι το ένιωσα στην τρυφερή ηλικία των δέκα χρόνων, όταν ο Σαραβάκος τράνταζε τα δίχτυα της Γκέτεμποργκ. Αυτό ήταν, εθίστηκα στο ποδόσφαιρο και τον Παναθηναϊκό. Θυμάμαι στην έκτη Δημοτικού που είχα φτιάξει ένα πράσινο κουτί με το τριφύλλι κι έκοβα κάθε Δευτέρα κι έβαζα τα αποκόμματα της αγωνιστικής.  Αργότερα, οι βραδιές που μαζευόμασταν με τους φίλους για τελικούς και championsleague ήταν επικές, με αποκορύφωμα τον πανζουρλισμό του Euro. Όταν εμένα στα Εξάρχεια πήγαινα στη Λεωφόρο με τα πόδια κι αυτό ήταν επίσης μια πολύ όμορφη βόλτα. Τα τελευταία χρόνια οι καλοί αγώνες είναι δυσεύρετοι – ή μήπως μου λείπει η παλιά, παρεϊστικη κερκίδα στον καναπέ;

-Κολωνία ή ΠΑΟΚ;

Η πρώτη μου σκέψη είναι ότι και οι δυο ομάδες είναι για τα πανηγύρια, η καθεμία με τον δικό της τρόπο. Ο ΠΑΟΚ προσφέρει παραδοσιακά φουλ πώρωση μαζί με πόνο στα μάτια από την κακοποίηση του αθλήματος. Έχει επίσης τη μαγική ικανότητα να χάνει ειδικά εκεί που μπορεί να το αποφύγει, προσφέροντας μεγάλες δόσεις λουζερισμού στους διψασμένους για μπινελίκια κι αγανάκτηση οπαδούς του – είναι κάτι σαν τον Ed Wood των γηπέδων. Μετά από όλα αυτά, δεν μπορείς παρά να σεβαστείς. Η Κολωνία τώρα, έχει κι αυτή τη δική της σαρδανάπαλη ιστορία. Τη θυμάμαι όταν έκανα το μεταπτυχιακό μου στην πόλη να παραπαίει ανάμεσα στα αμείλικτα πάντσερ των αντιπάλων της. Αποκορύφωμα ήταν που το βράδυ πριν από έναν αγώνα είχαν βγει κάποιοι παίκτες στο καρναβάλι (το μεγαλύτερο της Γερμανίας, τύπου ‘πατρινό καρναβάλι για πάντα’), έγιναν κομμάτια και την άλλη μέρα σέρνονταν στο γήπεδο. Τους είχε δει ο κόσμος να γλεντοκοπάνε την προηγούμενη κι έγινε χαμός.

Σε κάθε περίπτωση, η σωστή απάντηση στο ερώτημα είναι Παναθηναϊκός J.

 

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here