«Το κροκοδειλάκι που έγινε λιβάδι» του Χρήστου Μπουλιώτη, σε ζωγραφιές Φωτεινής Στεφανίδη

Tης Δρα Γεωργία Κακούρου-Χρόνη

τέως επιμελήτριας της Εθνικής Πινακοθήκης

 

«Βουρ Βουρ Βουρ … Λύσσαξε όλη νύχτα, στιγμή δεν μ’ αφήκε να ησυχάσω. Βοριάς, ντελή βοριάς. Παιχνιδιάρης κι όλο δρόσος το καλοκαίρι, μα σαν έμπει ο χειμώνας, πού σε πονεί και πού σε σφάζει. Όμως το ξέρει, ελόγου μου αυτόνε προτιμώ πιότερο απ’ όλους, ακόμα κι από τον λεβάντε μου καλύτερος» (Κώστας Ακρίβος, «Τελευταία νέα από την Ιθάκη», Μεταίχμιο, Aθήνα 2016).

Έτσι άρχιζα το κείμενο που έγραφα για τον Άγγελο Δεληβορριά για την εκδήλωση μνήμης που διοργάνωσε ο Δήμος Σπάρτης στο Ιερό του Αμυκλαίου Απόλλωνος (24 Ιουνίου 2018), γιατί ήταν ο ίδιος ένας ντελή-βορριάς-Δεληβορριάς. Και τη στιγμή ακριβώς που ολοκλήρωνα το κείμενο, με βρήκε με ταχυαποστολή «To κροκοδειλάκι που έγινε λιβάδι» του Χρήστου Μπουλώτη, με ζωγραφιές της Φωτεινής Στεφανίδη, που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Καλειδοσκόπιο».

Και είχε να κάνει κι αυτό με έναν δυνατό άνεμο, πολύ δυνατό, που τον έλεγαν Σιμούν. Τόσο δυνατό που σήκωσε μια αγκαλιά νερό, μαζί με το κροκοδειλάκι που έπαιζε ξέγνοιαστο στον Νείλο. Κι αυτός ο δυνατός άνεμος, ο άνεμος Σιμούν, παρέσυρε την αγκαλιά με το νερό κατά τη μεγάλη ανοιχτή θάλασσα. Και όταν το νερό εξατμίστηκε, το κροκοδειλάκι έσκασε σε μια πολύβουη πλατεία της Αθήνας, γεμάτη με κόσμο κι αυτοκίνητα.

Τρόμαξε το κροκοδειλάκι· τρόμαξαν και οι άνθρωποι. Μόνο δυο δίδυμα αδελφάκια δεν τρόμαξαν καθόλου και ανέλαβαν να σώσουν το μικρό κροκοδειλάκι· και τα κατάφεραν. Έως ότου πάλι ένας σωτήριος άνεμος, άνεμος βορριάς (ντελή-βορριάς), πήρε το κροκοδειλάκι και το γύρισε πίσω στην πατρίδα του την Αίγυπτο.

Άνεμοι, άνεμοι λυτρωτικοί, άνεμοι σωτήριοι, άνεμοι συνομιλούντες. Την ώρα που έγραφα για τον ντελή-βορριά ένας άλλος βορριάς έσωζε ένα μικρό κροκοδειλάκι. Σωτήρας του, ο δημιουργός του, ο Χρήστος Μπουλώτης, φίλος καρδιακός του Άγγελου Δεληβορριά. «Αυτά συνέβησαν πριν από ένα μήνα», λέει ο αφηγητής του παραμυθιού. Συμπτώσεις, συμπτώσεις … Βέβαια, κι εγώ προτάσσω τη λογική, όσο και να ξεγλυστρά το θαύμα μέσα από τις σχισμάδες της. Και μήπως το παραμύθι δεν στηρίζεται στα θαύματα; Δεν αποτελεί το ίδιο παραμυθία που ακουμπά στο πέρα από τη λογική;

Γνωρίζω ότι, κυρίως στις παιδαγωγικές σχολές και στα πολλά σχήματα παραμυθάδων που δημιουργήθηκαν την τελευταία δεκαετία, τα παραμύθια διαβάζονται, κρίνονται και αξιολογούνται με έναν θεωρητικό οπλισμό που καταπιάνεται με ερωτήματα όπως: Τι είναι παραμύθι; Γιατί τα λαϊκά παραμύθια, τα παραμύθια γενικότερα, είναι τόσο πολύτιμα στην ανάπτυξη των παιδιών; Γιατί το παραμύθι μιλά τη γλώσσα των παιδιών; Πώς να λέμε παραμύθια στα παιδιά; Ποια είναι, και πώς επιτυγχάνεται, η θεραπευτική αξία του παραμυθιού;

Δεν διαθέτω αυτά τα εφόδια. Το παραμύθι εξακολουθώ να το διαβάζω με την ίδια λαχτάρα που το διάβαζα παιδί. Κι όταν με το ισχνό αεράκι που δημιουργεί το γύρισμα των σελίδων ακούω τον απόηχο της φωνής της γιαγιάς μου και μυρίζω γιασεμί και βασιλικό και γκρενά γαρύφαλλο, είμαι βέβαιη ότι πρόκειται για ένα καλό παραμύθι.

Ένα τέτοιο παραμύθι είναι το «Κροκοδειλάκι που έγινε λιβάδι» του Χρήστου Μπουλώτη. Η Αίγυπτος, ο Νείλος, η έρημος, οι πυραμίδες, οι καμηλιέρηδες και το «όχι» που οι Αιγύπτιοι που είναι σαν και μας, αλλά «λίγο παραπάνω ψημένοι απ’ τον ήλιο», το λένε «λα». «Έτσι, το δικό μας όχι, όχι, όχι ακούγεται στα αιγυπτιακά λα, λα, λα, σωστό τραγούδι δηλαδή, ιδίως αν το λες μελωδικά».

Και μετά μια άλλη πόλη, η Αθήνα. Τα παιδιά και οι μεγάλοι, εν-τοπία και α-τοπία, φόβος και ελευθερία, συν-πάθεια. Από τη μια κατάσταση στην άλλη, από το ένα συναίσθημα στο άλλο έως το λυτρωτικό «κι έζησε το μικρό κροκοδειλάκι καλά κι εμείς καλύτερα».

Σε πλήρη σύμπνοια οι λέξεις και τα χρώματα. Πίσω από τις λέξεις και πίσω από τα χρώματα, ο συγγραφέας και η ζωγράφος, που, όσο κι αν μεγάλωσαν, είναι ακόμη παιδιά, και βρίσκουν τρόπο να συνταιριάζουν τα μολύβια τους εμπλουτίζοντας ο ένας το γράμμα, τη γραμμή και το χρώμα του άλλου. Και οι δυο κρατούν στιβαρά στα χέρια τους το μολύβι, αλλά χέρια και μολύβι θυμούνται εκείνα τα πρώτα χαράγματα· το αλογάκι που πέταγε στον ουρανό, ένα μπαλόνι, εκείνο τον χαρταετό, μια μαργαρίτα, μια παπαρούνα.

Έχουν εξάλλου, και οι δυο, καλή συνομιλία με τον χρόνο, ακόμη καλύτερη με τη γλυκυτάτη Μνημοσύνη· να πίσω εκεί στα δέντρα κρύβεται το άλογο που αγάπησε τη λεύκα. Έχουν ασκηθεί και οι δυο στην αλήθεια των πραγμάτων, γι’ αυτό και ξέρουν πώς να ξεχωρίζουν τα αληθινά δάκρυα που κυλάνε από τα μάτια ενός μικρού κροκόδειλου από τα άλλα… τα κροκοδείλια.

Print Friendly, PDF & Email

2 ΣΧΟΛΙΑ

  1. Τι ωραία γραφή! Πόσο μεγάλη η αγάπη σου, Γεωργία αγαπημένη, για τα παραμύθια και γι’ αυτό το συγκεκριμένο, με τους ανέμους και με τα αληθινά δάκρυα (και όχι τα «κροκοδείλια») με την αγάπη και την αγνότητα των παιδιών… Ή μήπως δεν αγαπήθηκαν και τα προηγούμενα έργα των δυο δημιουργών μια και υπηρετούν την ομορφιά, την μνήμη και το θαύμα, όπως εκείνο το ερωτοχτυπημένο με την λεύκα άλογο, ναι, αυτό είναι το αναπάντεχο και το ύψιστο των παραμυθιών όπου όλα μπορούν να συμβούν, ακόμη και το να θυμάσαι την ευωδιά της γκρενά γαρυφαλλίτσας που σκορπιόταν όταν από τη γλάστρα της έστηνε αυτί στα παραμύθια που σου εξιστορούσε η γιαγιά σου. Πάντοτε η συνεργασία ανάμεσα στον Χρήστο και στη Φωτεινή υποστηρίζει το όνειρο. Και πάντοτε θα τα περιμένω με αγάπη και σεβασμό. Να είναι καλά, να είσαι καλά, καλά να είναι και τα παιδάκια όλου του κόσμου και μακάρι όλα να έχουν στα χέρια και στο προσκεφάλι τους παραμύθια. Και στην καρδούλα τους χαρά και προσδοκία.

  2. Πολλή καρδιά αυτό το γραπτό, καρδούλα μας Γεωργία. Σμίγουν οι αγάπες, οι άνεμοι φυσούν για το καλό, πάντα. Τα δακρυάκια του καλού μας κροκόδειλου πέφτουν δυο δυο, αλμυρούτσικα και βρέχουν το πεζοδρόμιο της πλατείας Ομονοίας. Ομόνοια ας έχουμε. Και αγάπη για τους ξένους σαν και το κροκοδειλάκι, και αγάπη για τους φίλους, και… Ελένη μου αγαπημένη, πόσο γλυκειά η συντροφιά σου… Και αμήν να φυσήξει ο Ντελή Βορριάς… Για όλους μας θα είναι ευλογία…

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here