Του Γεωργίου Νικ. Σχορετσανίτη

 

Το χιόνι που κατέφτασε στη χώρα μας  στην τελευταία κακοκαιρία στην οποία δώσαμε το όνομα «Μήδεια»,  δημιούργησε πολλαπλά προβλήματα, τα οποία σε ορισμένες περιπτώσεις ήταν χειρότερα σε σχέση με προηγούμενες κακοκαιρίες. Εδώ, τα δέντρα ενοχοποιήθηκαν ποικιλοτρόπως, κάποια έπεσαν, άλλα κόπηκαν αλύπητα. Οι μετεωρολόγοι προσπάθησαν να αναλύσουν  τη μορφή και την υφή του χιονιού, και τα αποτελέσματα όλων των μορφών στη χιονόπτωση, και κυρίως όπως συνέβη κατά την πρόσφατη κακοκαιρία. Όμως δεν παραβλέπουμε προειδοποιήσεις άλλης ομάδας επιστημόνων, οι οποίοι προειδοποιούν για τα χειρότερα σε μελλοντικούς χρόνους εν όψει της κλιματικής  αλλαγής η οποία δυστυχώς βρίσκεται σε εξέλιξη σε όλο τον πλανήτη. Λαμβάνοντας υπ’ όψιν τις τελευταίες επισημάνσεις, κρίνεται σκόπιμη η μεγαλύτερη επαγρύπνηση των επιστημόνων  σε ειδικούς μετεωρολογικούς σταθμούς για πιθανά σοβαρότερα προβλήματα και στη χώρα μας. Κι’ αν για τους πολιτικούς μας, η χιονόπτωση είναι αφορμή να ξεκινήσει η γνωστή αντιπαράθεση, περισσότερο για το θεαθήναι και όχι για την ουσία, όπως γίνεται άλλωστε και σε άλλα πολλά θέματα, για κάποιους άλλους το χιόνι εντυπωσιάζει με τον τρόπο του και δημιουργεί ικανά ερεθίσματα  στις αισθήσεις, στη σκέψη, στο συναίσθημα και φυσικά στην αποτύπωσή τους σε μεταγενέστερο χρόνο στο χαρτί με διάφορες μορφές, κάθε φορά.

 

«Χιονίζει πάλι σήμερα/Απ’ το παράθυρό μου/βλέπω τα δέντρα, τις στέγες των αντικρινών/σπιτιών, όλα μες στ’ άσπρα…», γράφει στην αρχή του ποιήματος ‘Το χιόνι’, ο Ανέστης Ευαγγέλου, ενώ θυμάται τα παιδικά του χρόνια  όταν έπαιζε μ’ αυτό στον κήπο του σπιτιού του με τον αδελφό του και κάποια στιγμή το μίσησε.  Ο Ανέστης Ευαγγέλου (1937-1994), ποιητής της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς, λίγο πριν εγκαταλείψει  τα εγκόσμια μας άφησε παρακαταθήκη την ποιητική συλλογή «Το χιόνι και η ερήμωση (Εκδόσεις Χειρόγραφα. Θεσσαλονίκη, 1994). Η συλλογή αποτελείται από δύο μέρη. Την ενότητα ‘Το χιόνι’ (1987-1990) και την ‘Ερήμωση’ (1989-1993). Σχεδόν σε όλα τα ποιήματα παρουσιάζεται η διαδικασία  του θανάτου, η οποία έχει την απαρχή της σε ένα κακόηθες νεόπλασμα.  Συνεχίζοντας τη ζωή του, ο ποιητής απέκτησε εμπειρίες και πολύ αργότερα  «…μισό σχεδόν αιώνα απ’ το πρωί εκείνο/των πρώτων παιδικών μου χρόνων/χιονίζει πάλι./Απ’ το παράθυρό μου/βλέπω τα δέντρα, τις στέγες των αντικρινών/ σπιτιών, όλα μες στ’ άσπρα…». Και αμέσως μετά, την ήρεμη ώρα της αποδοχής πολλών αβεβαιοτήτων της ζωής του, του πεπρωμένου και της αναπόδραστης μοίρας, με ωριμότητα και πίκρα, «… Πέφτει το χιόνι τώρα και σκεπάζει/με μια δική του απόρρητη δικαιοσύνη/τις πράξεις και τις παραλείψεις μας/τις χαρές και τις λύπες μας/τα μεγαλόπνοα σχέδια και τις μικρότητές μας/τους έρωτες/τις φιλίες/ τα λάθη μας και τις εξάρσεις./Κατευνάζει την αλαζονεία/διδάσκει την ισότητα/ χορηγεί την ειρήνη…». Τότε, όταν όλα φάνταζαν  αδύνατα και αδύναμα, θυμόταν πιθανότατα τον Νίκο Καζαντζάκη, ή ίσως ακόμα και τον Μάριο Χάκκα, προσδοκώντας, «… Να μην ξαναγυρίσεις γρήγορα/Γιατί έχω μερικά ποιήματα/να φτιάξω ακόμα/να τροχίσω εδώ μια λέξη/να στιλβώσω εκεί μια φράση…», απευθυνόμενος προφανώς στην κακοήθεια που τον ταλαιπωρούσε καθώς και στις υποτροπές της, παρά το γεγονός ότι γνώριζε καλά από άλλες περασμένες εποχές και με την ευκαιρία άλλων  αντιξοοτήτων,  ότι  «…Είναι πολλά τ’ αδέλφια μου. Δεν είμαι μόνος»!

Φυσικά ο Ανέστης Ευαγγέλου δεν είναι  ο μόνος στον ελληνικό χώρο που ασχολήθηκε με την υπόθεση του χιονιού στην ποιητική του παραγωγή αφού οι περισσότεροι το παρουσίασαν με τον δικό τους τρόπο σε  μικρές ή μεγαλύτερες αναφορές. Όμως, οι σοβιετικοί συγγραφείς και ποιητές είναι οι πλέον ειδικοί και αρμόδιοι να ομιλήσουν περί αυτού. Στο εκτεταμένο μυθιστόρημα ‘Δόκτωρ Ζιβάγκο’ ο Μπορίς Παστερνάκ, περιφέρει τους ήρωές του σε μουσκεμένες πεδιάδες, παγωμένες και αφιλόξενες στέπες της Σιβηρίας, στις αρχές του εικοστού αιώνα σε μια εξαιρετικά δύσκολη εποχή και σημαδιακή για τη χώρα του. Οκτωβριανή επανάσταση, ρωσικός εμφύλιος πόλεμος,  απροσδιόριστη εποχή με τον γιατρό Γιούρι Ζιβάγκο να περιφέρεται και να αιωρείται ανάμεσα σε πάγους, χιόνια και δύο γυναίκες, βιώνοντας απίστευτες, ακαθόριστες και ανεξέλεγκτες ανατροπές. Τα ποιήματα που  φέρουν το όνομά του, φυσικά δεν τα έγραψε αυτός αλλά ο Μπορίς Παστερνάκ. Εκεί και συγκεκριμένα  στο δέκατο έβδομο μέρος του βιβλίου,  διαβάζουμε πως «λιώνει το χιόνι, άρρωστο κι αναιμικό…», για τις λευκές νύχτες σ’ ένα σπίτι στις όχθες του ποταμού Νέβα μαζί με την αγαπημένη του, και τα «δέντρα σαν λευκά φαντάσματα…»  να     «στρέφουν τα κλαδιά τους προς το δρόμο/Με υποκλίσεις και κινήσεις…»  να αποχαιρετούν «τη λευκή νύχτα που είδε τόσα και τόσα». Τις ίδιες και απαράλλαχτες εικόνες βρίσκουμε στην ‘Χειμωνιάτικη νύχτα’, τότε που «Χιονοστρόβιλος τύλιξε όλη τη γη/χιόνι απ’ άκρη σ’ άκρη… », και «…έπεφτε χιόνι το Φλεβάρη/χωρίς σταματημό/Έκαιγε το κερί στο τραπέζι/έκαιγε το κερί». Ενώ στην ‘Αντάμωση’, διαβάζουμε « Το χιόνι θα κλείσει τους δρόμους/Θα καλύψει τις στέγες των σπιτιών/θα πάω να ξεμουδιάσω τα πόδια μου/και συ θα στέκεις πίσω απ’ την πόρτα…». Αλλά λίγο μετά, «Η νύχτα  διπλασιάζεται/Με το σκοτάδι και με το χιόνι της/Και δεν μπορώ να βρω τα όρια/Που μας χωρίζουν/ Ποιοι είμαστε κι’ από που ερχόμαστε;/Για όλα αυτά τα χρόνια που περάσαν/ Έμειναν τα κουτσομπολιά/Μα εμείς φύγαμε απ’ τη  ζωή»!

 

 

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here