Του ΣΕΝΕΡ ΛΕΒΕΝΤ*

Δεν κοιμηθήκαμε. Και περιμέναμε. Μέχρι τις τέσσερις το πρωί. Ύστερα δεν μπορέσαμε να κοιμηθούμε καθόλου. Κατέρρευσε όπως καταρρέει ένα παλιό κτήριο-ερείπιο με μπαλκόνι στην εντός των τειχών Λευκωσία. Όμως, τα κτήρια σε εκείνο το χιονοδρομικό κέντρο στην Ελβετία είναι όλα ξύλινα και γερά. Άλλωστε δεν είναι αυτά που κατέρρευσαν. Το κτήριο που μεταφέραμε εμείς εκεί κατάρρευσε. Διότι δεν ήταν γερά τα θεμέλιά του. Το υλικό του ήταν ψεύτικο.
Γι’ αυτό και κατέρρευσε. Κατέρρευσε κοντά στο πρωί. Την ώρα που ακριβώς διαβαζόταν η προσευχή από τους μιναρέδες. Την ώρα που έσμιγε με την προσευχή ο θόρυβος των δημοτικών σκουπιδιάρικων που περνούσαν από τον δρόμο. Και την ώρα που ο συνάδελφός μας, ο οποίος τους ξεπέρασε όλους στο μοίρασμα της ελπίδας, έστελνε το τελευταίο μήνυμα από το χιονοδρομικό κέντρο λέγοντας «η πιθανότητα για λύση είναι 70%». Ήταν μια ζεστή, αποπνικτική νύκτα. Μια νύκτα από εκείνες που λένε «δεν φυσάει καθόλου» την ώρα που η γριά γυναίκα καθαρίζει μολοχία μπροστά στην πόρτα. Ήπια ένα ποτήρι ζιβανία. Με μια φέτα μαύρο ψωμί και μουχλιασμένο τυρί. Κοίταξα το σκοτάδι από το μπαλκόνι. Τη σιγαλιά.
Δεν άκουσαν και πολλοί τον θόρυβο της κατάρρευσης. Αν τον άκουγαν μήπως δεν θα πετιόντουσαν στους δρόμους; Ιδού είναι για χρόνια μπροστά μου με συλλαλητήρια, με συνθήματα. Η πλατεία που δονείτο με βουβουζέλες και νταούλια. Είναι τελείως άδεια. Δεν καίνε οι λάμπες του δρόμου. Και δεν με ενδιαφέρουν πια οι λεπτομέρειες που θα έρθουν από εκείνο το χιονοδρομικό κέντρο. Το πρωί θα ξυπνήσουν με αυτήν την είδηση για το δυστύχημα. Θα βρουν μπροστά τους νεκρούς και τραυματίες που έχασαν τον έλεγχο του τιμονιού. Θα πάρουν τους δρόμους όπως κάθε μέρα.
Στη θάλασσα θα ανατείλει ένας ζεστός ήλιος. Πιθανότατα να μου στείλει ένα νέο μήνυμα ο φίλος μου από τη Μόσχα. Μερικές γραμμές γραμμένες με το λατινικό αλφάβητο. Τι θα κάνω σήμερα. Θα πιω καφέ. Θα φάω παπουτσόσυκα. Θα ρωτήσω όλους όσους δω αν είναι ευτυχισμένοι. Θα γελάσω και θα προσπεράσω χωρίς να απαντήσω τις ερωτήσεις που θα μου υποβληθούν. Πόσες μέρες είναι που ήθελα να ακούσω τον Ροντρίγκεζ. Θα τον ακούσω. Σήμερα ξέρω ότι δεν θα είναι διαφορετική η μέρα από τις υπόλοιπες. Αλλά είμαι βέβαιος ότι αποτελεί την αρχή μιας νέας ζωής.
Όπου κοιτάξω δεν βλέπω απολύτως τίποτα να είναι ίδιο με χθές. Αυτή η πόλη. Αυτά τα σοκάκια. Αυτά τα τείχη. Ακόμα και εκείνο το σπίτι που είναι γεμάτο με αναμνήσεις που τρεμοσβήνουν στη φλόγα της λάμπας γκαζιού. Τώρα είναι λιγότερο δικό μου από παλιά. Καθημερινά το μέρος τούτο γίνεται και λιγότερο δικό μου. Γίνεται περισσότερο Τουρκία. Στο εξής θα είναι όλο Τουρκία. Η Κύπρος έμεινε στην απέναντι πλευρά. Εμείς μείναμε στην Τουρκία. Μας έσωσαν πλέον και από την έγνοια της λύσης. Τώρα αν στρίψω απ’ εκεί θα βγω στο Λοκματζί. Ενθύμια της λύσης και της ειρήνης που δεν ήρθε στα κλαδιά της ελιάς στις τεράστιες γλάστρες, οι καρδιές που φτιάχτηκαν με μαλλί. Ακόμα είναι εκεί οι φίλοι; Χορεύουν και τραγουδούν;
Είναι ωραίο να είναι αισιόδοξος κανείς, αλλά σε τι ωφελεί η ελπίδα που δεν έχει αγώνα. Μήπως δεκάδες χιλιάδες δεν έδωσαν τις οκτώ χιλιάδες για να μπορούν να λένε όλοι μαζί παντού, στα πάντα; Μήπως είναι εύκολο να φτάσουμε με ευχές και προσευχές, με νταούλια και ζουρνάδες στο λιμάνι που θέλουμε σε αυτό το νησί που δεν έμεινε μέρος του εδάφους του το οποίο δεν λερώθηκε με αίμα; Μήπως μπορούμε να βγούμε από αυτό το σκοτεινό τούνελ στο φως χωρίς να παραβιάσουμε όλες τις απαγορεύσεις που μας έβαλαν στη ζωή μας, η οποία έχει χάσει προ πολλού τη νομιμότητά της; Ιδού που έκλεισαν όλες οι πόρτες. Μείναμε μόνοι μας με τους βαρβάρους. Μετά από αυτό τι γίνεται; Αφού αναποδογυρίστηκε το τραπέζι, μας χρειάζονται οδοφράγματα αντίστασης. Τούρκοι, Έλληνες, Μαρωνίτες, Αρμένιοι. Όλοι μαζί.
Σε αυτήν την αντίσταση δεν θα βάλουμε ανάμεσά μας εκείνους που θέλουν από τη μια λύση και από την άλλη εγγυητές και στρατό. Αυτοί δεν ξέρουν τι κάνουν. Αυτή είναι η ευαισθησία τους, αλλά αυτή η ευαισθησία δεν έχει καμία απολύτως σχέση με την αξιοπρέπεια. Να μην πουν αδίκως ότι λυπήθηκαν. Δεν τους πιστεύω. Δεν ήθελαν εγγυήσεις και στρατό; Ιδού έμειναν μόνοι τους με τον αγαπητό εγγυητή και τα αγαπητά στρατεύματα. Πήραν αυτό που ήθελαν. Έγιναν ένα σώμα!
Άντε στήστε το τραπέζι. Μην στεναχωριέστε. Τώρα δεν είναι η ώρα για ανησυχίες. Η πραγματική ελπίδα αρχίζει στο μέρος όπου πεθαίνουν οι κενές ελπίδες. Δεν θα διαρκέσει για πάντα η γιορτή των βαρβάρων!

  • Τουρκοκύπριος δημοσιογράφος

Από Πολίτη Κύπρου

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here