Πόσο ελεύθερα ασκεί ο εισαγγελέας το έργο του;

 

της Αικατερίνης Μάτση, αντεισαγγελέα εφετών

Θεμελιώδης αρχή του κράτους δικαίου και πεμπτουσία της αρχής της διάκρισης των εξουσιών είναι η αποκλειστική ανάθεση της ποινικής δίωξης και του νομικού χαρακτηρισμού μίας πράξης στον αρμόδιο Εισαγγελέα. Ενίοτε η αρχή αυτή αμφισβητείται, όταν οι επιλογές των εισαγγελικών λειτουργών προσκρούουν στην εκπεφρασμένη πολιτική βούληση. Το φαινόμενο αυτό είναι αρκετά συχνό και επαναλαμβανόμενο και θα ήταν υποκρισία να έλεγε κάποιος ότι ξαφνιάστηκε από τον τρόπο που αντιμετωπίστηκαν Εισαγγελείς που άσκησαν ποινικές διώξεις για τη γνωστή υπόθεση στο Κουκάκι.

Η άσκηση ποινική δίωξης σημαίνει υπαγωγή συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένο κανόνα δικαίου. Μία διαδικασία δηλαδή που προϋποθέτει ειδικές νομικές γνώσεις και δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο εκλαϊκευμένων συζητήσεων μιας παρέας. Για τις λεπτές διακρίσεις μεταξύ της απλής σωματικής βλάβης, της απρόκλητης σωματικής βλάβης, της επικίνδυνης σωματικής βλάβης, της βαριάς σωματικής βλάβης, της θανατηφόρας σωματικής βλάβης και της απόπειρας ανθρωποκτονίας έχουν γραφεί πολλά επιστημονικά βιβλία και έχουν εκδοθεί χιλιάδες δικαστικές αποφάσεις. Ο Εισαγγελικός λειτουργός, ως νομικός επιστήμονας, γνωρίζει πολύ καλά σε ποια συγκεκριμένη διάταξη υπάγονται τα πραγματικά περιστατικά, όπως αυτά προκύπτουν από την υποβλητική αναφορά της αστυνομίας ή την έγκληση  και πάντοτε σε συνάρτηση με το αποδεικτικό υλικό που έχει στα χέρια του κατά το πρώιμο στάδιο της κίνησης της ποινικής δίωξης. Αξίζει δε να αναφερθεί ότι, ιδίως κατά την αυτόφωρη διαδικασία, είναι εξαιρετικά πιθανόν το αποδεικτικό υλικό να είναι ελλιπές ή η υποβλητική αναφορά της αστυνομίας να γίνεται πρόχειρα και να στηρίζεται συχνά σε ισχνά αποδεικτικά μέσα. Άλλωστε δεν πρέπει να λησμονείται το γεγονός ότι και μετά την παραπομπή των υπαιτίων στο αρμόδιο δικαστήριο, οπότε και θα έχει συμπληρωθεί το αποδεικτικό υλικό, υπάρχει η δικονομική δυνατότητα το δικαστήριο να προβεί στον ορθό νομικό χαρακτηρισμό. Εντούτοις, και ενώ προβλέπεται η προαναφερθείσα ασφαλιστική δικλείδα στο ποινικό δικονομικό μας σύστημα, αποσιωπήθηκε απ’ όλους τους φερόμενους ως “αρμόδιους”, οι οποίοι, αποφαινόμενοι για τέτοιου είδους ζητήματα χωρίς να διαθέτουν τη παραμικρή ειδική επιστημοσύνη, αναλώθηκαν στο να κατακρίνουν τις ενέργειες του Εισαγγελέα που κίνησε την επίμαχη ποινική δίωξη, κουνώντας επικριτικά το δάχτυλο, φτάνοντας μάλιστα στο σημείο να εξαπολύουν απειλές για άσκηση πειθαρχικών διώξεων σε βάρος του.

Είναι λυπηρή η διαπίστωση ότι σε ένα κράτος δικαίου συνεχίζονται να ασκούνται πιέσεις σε δικαστικούς και εισαγγελικούς λειτουργούς, όχι άμεσα αλλά έμμεσα, δια της διαρκούς αναπαραγωγής αντιεπιστημονικής κριτικής, είτε από πολιτικούς, είτε από συνδικαλιστές αστυνομικών υπαλλήλων – ορισμένοι από τους οποίους φτάνουν σε προκλητική χυδαιότητα, αποκαλώντας τον Εισαγγελέα “κιοτή” – η οποία αναπαράγεται από συγκεκριμένα ΜΜΕ και καταλήγει στον εκχυδαϊσμό της νομικής επιστήμης.

Εάν θα τελεσφορήσουν ή όχι τέτοιες πρακτικές είναι το ζητούμενο και εξαρτάται αποκλειστικά από τους ίδιους τους συναδέλφους. Το Σύνταγμα κατοχυρώνει στον ύψιστο βαθμό την προσωπική και λειτουργική μας ανεξαρτησία και είναι ο μόνος σύμμαχος μας.

ende.gr

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here