Του Νίκου Τσούλια

Προφανώς είναι μια προσωπική και μόνο προσέγγιση του θέματος. Κάθε εκπαιδευτικός έχει το δικό του πλαίσιο βελτίωσής του, που το αναθεωρεί και το εμπλουτίζει κατά τη διάρκεια της καριέρας του. Παράλληλα όμως υπάρχουν και σταθερά σημεία, που προκύπτουν μέσα από τη σχετική επιστημονική και εκπαιδευτική βιβλιογραφία.

Πριν φτάσουμε στους τρόπους βελτίωσης οφείλουμε να θέσουμε τρεις προϋποθέσεις – μάλλον αλληλοεξαρτώμενες -, αφού χωρίς αυτές η συζήτηση σταματά πριν καν ξεκινήσει.

α) Ο εκπαιδευτικός δέχεται ότι όχι μόνο δεν είναι αυθεντία αλλά έχει συνειδητοποιήσει τις ελλείψεις του και τις αδυναμίες του. Έχει κατακτήσει δηλαδή κάποια στοιχεία αυτογνωσίας και έχει επιπλέον κάνει βίωμά του την ταπεινότητα και την μετριοπάθεια. β) Ο εκπαιδευτικός θέλει να βελτιώνεται διαρκώς, γιατί γνωρίζει πολύ καλά ότι δεν υπάρχει η έννοια του άριστου σε ένα σύνθετο πεδίο: εκπαιδευτικό – επιστημονικό – μορφωτικό – παιδαγωγικό, στο οποίο έχουμε όλο και πιο νέα ευρήματα. γ) Ο εκπαιδευτικός έχει πάθος με τη γνώση. Είναι πνιγμένος μέσα στα βιβλία. Είναι ένας δια βίου επιμελής μαθητής.

Η διαρκής συστηματική και με άρτιο επιστημονικό τρόπο συλλογική επιμόρφωσή μας, η αυτοεπιμόρφωσή μας και η αυτομόρφωσή μας είναι τα πρώτα βασικά πεδία για τη βελτίωσή μας. Δυστυχώς η χρόνια έλλειψη θεσμικής επιμόρφωσης (εισαγωγικής και ενδοϋπηρεσιακής) εκ μέρους της πολιτείας δημιουργεί ένα φοβερά μεγάλο κενό. Αυτό καθιστά την αυτοεπιμόρφωσή μας και την αυτομόρφωσή μας πιο δύσκολες αλλά και πιο αναγκαίες. Φυσικά εδώ τα πεδία αναφοράς είναι μεγάλα και πολλά: διδακτική των μαθημάτων μας, παιδαγωγική, επιστήμη των μαθημάτων μας αλλά και κοινωνιολογία της εκπαίδευσης, ιστορία των ιδεών, εξέλιξη του εκπαιδευτικού μας συστήματος, ευρωπαϊκά εκπαιδευτικά συστήματα, πολιτισμός στο σχολείο κλπ. Σε καμιά δε περίπτωση δεν μπορούμε να επικαλούμεθα την ανευθυνότητα και το «κενό» της πολιτείας για ενδεχόμενη δική μας «μορφωτική αδράνεια». Μπροστά από τους μαθητές είμαστε μόνο εμείς, ενώ το Υπουργείο με τους θεσμούς του είναι μια «γενική και αφηρημένη έννοια».

Προσωπικά, εκτιμώ ότι τρεις προσωπικού χαρακτήρα επιλογές για τη βελτίωσή μας είναι οι εξής. α) Η ουσιαστικοποίηση των παιδαγωγικών συνεδριάσεων του Συλλόγου Διδασκόντων. Εδώ γίνεται (ή πρέπει να γίνεται) η πιο ολοκληρωμένη και η πιο συγκεκριμένη και η πιο ουσιαστική θεώρηση της εκπαίδευσης, γιατί εδώ επιτελείται το εκπαιδευτικό έργο και εδώ έχουμε τους εκπαιδευόμενους επί των οποίων καλούμεθα να δώσουμε τον καλύτερο εκπαιδευτικό εαυτό μας. Όλα τα άλλα που αναφέρονται στην εκπαίδευση θεσμικά και μη (εκπαιδευτική πολιτική, βιβλία, αναλυτικά προγράμματα, ταξικές ανισότητες κλπ) είναι το πλαίσιο – η ψυχή της εκπαίδευσης είναι η «συνάντησή» μας με τους μαθητές μας.

β) Η ανταλλαγή των μεταξύ μας ιδεών και απόψεων για τη διδασκαλία, την παιδαγωγική, τις σχέσεις μας με τους μαθητές κλπ. Πρόσθετα και φοβερά ωφέλιμο είναι η παρακολούθηση της διδασκαλίας άλλων συναδέλφων (όχι μόνο του ίδιου κλάδου) και η ανάλογη παρακολούθηση της δικής μας διδασκαλίας. Η συζήτηση που ακολουθεί μετά είναι ένας πολύτιμος θησαυρός για τη διόρθωση των λαθών μας, για την επινόηση νέων μεθόδων, για την ανανέωση του διδακτικού μας πεδίου. Θυμάμαι ακόμα τις παρατηρήσεις που μου έκανε μια φιλόλογος παρακολουθώντας τη διδασκαλία μου, όταν ήμασταν νεοδιόριστοι στο 12ο Λύκειο Περιστερίου.

γ) Η συστηματική αξιολόγησή μας από τους μαθητές μας. Ο καθένας μας μπορεί να διαμορφώσει σχετικά ερωτηματολόγια – με τη βοήθεια της βιβλιογραφίας – και να ζητήσει από τους μαθητές του να τον αξιολογήσουν όσο το δυνατόν πιο δίκαια, πιο αυθεντικά και με απόλυτη ειλικρίνεια. Εφάρμοσα αυτή τη λειτουργία τα τελευταία περίπου 10 χρόνια της καριέρας μου και μετάνιωσα που δεν το είχα σκεφτεί από την αρχή. Εδώ πράγματι βρήκα τα πιο απτά σημεία τόσο των αρνητικών όσο και των θετικών όψεων της εκπαιδευτικής μου λειτουργίας. Ήταν πραγματικά διαμάντια αξιολόγησης και κυρίως πηγές βελτίωσής μου. Εδώ γνώρισα ακόμα και όψεις του εαυτού μου, που δεν γνώριζα ή που είχα γι’ αυτές στρεβλές εικόνες!!

Δεν ξέρω, αν αυτή η λειτουργία μπορεί να εφαρμοστεί και στο γυμνάσιο και στο δημοτικό. Αλλά έχω την (αυθαίρετη) εντύπωση ότι αξίζει να δοκιμαστεί. Προφανώς τα φύλλα της αξιολόγησης είναι προσωπικά στοιχεία αλλά θεωρώ ότι είναι καλό να τα συζητάμε με τους συναδέλφους μας για πληρέστερη ερμηνεία.

Προφανώς όσα ανέφερα στη δεύτερη φάση έχουν προσωπική χροιά και σε καμιά περίπτωση δεν είναι θέσφατα. Κάθε εκπαιδευτικός βρίσκει δικά του μονοπάτια για τη διαρκή – μέχρι και την τελευταία του ημέρα στην εκπαίδευση – βελτίωση. Αρκεί να αντιλαμβάνεται ότι έχει αδυναμίες και ελλείψεις, να έχει θέληση και πάθος για συνεχή βελτίωση, να είναι μόνιμος εραστής της γνώσης.

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here