Πόπη Λαμπροπούλου: Μη με αφήσεις να ξεχάσω

Toυ ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΙΟΥΣΗ

H Άννα στα δεκαοκτώ της εγκαταλείπει την επαρχία όπου μεγάλωσε κι έρχεται  στην Αθήνα προσπαθώντας να ξεχάσει τη δυσλειτουργική οικογένεια της  και τα τραγικά γεγονότα που έζησε στην επαρχία κατά τη διάρκεια της εφηβείας της. Γεμάτη πίκρα  και νυκτερινούς εφιάλτες προσπαθεί να αλλάξει τον εαυτό της, να γυρίσει προς τα πίσω  το ρολόι του χρόνου και να κάνει μια νέα αρχή.  Στην πρωτεύουσα θα γνωρίσει  τον  γοητευτικό Ορφέα κι ενώ θα πιστέψει ότι εκείνος είναι πια το στήριγμά της, ο  δρόμος της αγάπης που ανοίχτηκε μπροστά της θα την οδηγήσει στον γκρεμό. Με νύχια και με δόντια προσπαθεί να αναρριχηθεί ξανά και να βγει στην επιφάνεια κουβαλώντας τον θυμό και το πάθος για εκδίκηση.   Ο Έκτορας  ζει παράλληλα στο δικό του σκοτάδι προσπαθώντας να επιβιώσει και να ξεχάσει ένα σκοτεινό παρελθόν που τον κυνηγάει, στηριζόμενος στο άσπρο μπαστούνι του και στην πληρωμένη βοήθεια των ανθρώπων.  Όλοι  αγωνίζονται να σταθούν όρθιοι με λάθος τρόπους, ως την ημέρα  που θα αντιληφθούν ότι  κανείς δεν γίνεται δυνατός κλέβοντας  την δύναμη του άλλου Πόπη Λαμπροπούλου, «Μη με αφήσεις να ξεχάσω», εκδόσεις Ωκεανός.

. Η Πόπη Λαμπροπούλου γεννήθηκε στην Αθήνα όπου ζει έως σήμερα με την οικογένειά της. Έχει κάνει σπουδές Συμβουλευτικής Ψυχολογίας. Έχει εξειδικευτεί ως Σύμβουλος Ψυχικής Υγείας στην ομαδική ψυχοθεραπεία και στην ομαδική και ατομική συμβουλευτική. Οργανώνει ομάδες αυτογνωσίας σε δια- δικτυακές κοινότητες στο πλαίσιο της έρευνας «Η εικονική πραγματικότητα αυξάνει ουσιαστικά την επικοινωνία;» Το γράψιμο ήταν πάντα το καταφύγιό της. Οι εμπειρίες που έχει αποκομίσει από τη δουλειά της την έκαναν να στραφεί προς τη συγγραφή. Από τις εκδόσεις Ωκεανός κυκλοφορούν επίσης τα βιβλία της Σχέσεις Ενστίκτου και Τη νύχτα που άλλαξε η μοίρα.

-Ποιό είναι το ερέθισμα που σας κάνει και γράφετε;

Η βάση για μένα , είναι η αγάπη  για την συγγραφή. Αλλά συγχρόνως υπάρχει  και  η ανάγκη  μου να αναλύω τα πράγματα και τους ανθρώπους (επαγγελματική διαστροφή) και να τα επιστρέφω πίσω στον κόσμο επεξεργασμένα, με μια νέα μορφή σαν ένα  μυθιστόρημα.  Πιστεύοντας  έτσι ότι μπορεί να ωφεληθούν κάποιοι  μέσα από τα γραφόμενα μου .   Όμως για να ζωντανέψει αυτό το ερέθισμα που θα με οδηγήσει να κάτσω με λαχτάρα στην καρέκλα και να γίνει το κλικ,  χρειάζεται η φαντασία μου να ερωτευτεί την πραγματικότητα. Αυτό είναι το δικό μου ερέθισμα.

-Από που εμπνευστήκατε την ιδέα του βιβλίου;

Δεν θα έλεγα πως το βιβλίο μου αυτό στηρίζεται σε μια ιδέα ή σε  μια έμπνευση και μόνο. Έχει γεννηθεί μέσα από πολλές διαφορετικές αληθινές ιστορίες.  Είναι ένα βιβλίο πολύ επίπεδο με την ανάλυση πολλών και διαφορετικών χαρακτήρων.                      Σίγουρα η αρχή γίνεται μέσα από την δουλειά μου. Αναγκαστικά έρχομαι σε επαφή με  πολλά άτομα και ακούω πολλά. Ειδικά  τότε που έκανα ομάδες αυτογνωσίας  στο αναμορφωτήριο Παπάγου κοριτσιών. Από κάποιο περιστατικό σίγουρα παίρνεις τον πρώτο κρίκο της ιστορίας. Αλλά  πρέπει να δημιουργήσω  τους επόμενους κρίκους με τις εμπειρίες μου,  να παντρέψω τις καταστάσεις με την δική μου φαντασία. Βασιζόμενη βέβαια  πάντα στο πως λειτουργεί η  πραγματικότητα.  Δεν μου αρέσει να ωραιοποιώ τις καταστάσεις. Προτιμώ να παντρεύω την φαντασία με την αλήθεια των πραγμάτων. Το πέρασμα από την  εργασία της Συμβουλευτικής στην μυθοπλασία δεν είναι εύκολο. Αλλά είναι απαραίτητο για να σέβεσαι τα προσωπικά δεδομένα. Σε κάθε ιστορία  μεταλαμπαδεύω αυτό που με διδάσκει,  όχι όμως αυτό που ανήκει σε κάποιον άλλον.

– Πως ξεκινήσατε να γράφετε;

Γεννήθηκα από γονείς που λάτρευαν τα βιβλία. Πολύ πριν  μάθω να διαβάζω , έμαθα να ακούω. Ο πατέρας μου , τα βράδια πριν να κοιμηθώ μου διάβαζε πάντα βιβλία κατάλληλα για την ηλικία μου. Αργότερα ήρθε το «Παραμύθι χωρίς Όνομα» του Ι. Καμπανέλη. Το λάτρευα. Περίμενα με λαχτάρα πότε θα έρθει το βράδυ για να συνεχίσουμε. Θυμάμαι ακόμα  τα λόγια του πατέρα μου,  λίγα χρόνια  αργότερα όταν του είπα το πόσο  θα ήθελα να γράψω ένα βιβλίο.

«Είναι πολύ σημαντικό να μπορείς να γράφεις, μου είπε,  αλλά  είναι και μεγάλη η ευθύνη.  Ένας συγγραφέας, εκτός από ευχάριστος πρέπει να είναι και ωφέλιμος σε  αυτούς  που τον διαβάζουν. Και όχι να οδηγεί τον κόσμο  σε ονειρικές ψευδαισθήσεις. Να μαθαίνουν κάτι από αυτόν, οι άνθρωποι. Να παρουσιάζει την ζωή όπως είναι  και να μην την κάνει να μοιάζει με παραμύθι .  Είναι σημαντικό να καταλάβει ο αναγνώστης ότι για να κερδίσεις κάτι , πρέπει να χάσεις κάτι άλλο. Δεν στα χαρίζει η ζωή όλα απλόχερα και χωρίς τίμημα. Πρέπει να παλέψεις για να κερδίσεις . Να μάθεις να προσαρμόζεσαι στο καινούργιο. Να μην διαπραγματεύεσαι τις αξίες σου,  να μην ξεπουλάς τον εαυτό σου».

Έτσι ξεκίνησα να γράφω με αυτές τις αξίες. Αυτός ήταν ο δάσκαλός μου. Οι σπουδές όμως,  η εργασία και  η ζωή με κράτησαν μακριά από την συγγραφή για μερικά χρόνια. Αλλά μια αγάπη αληθινή δεν πεθαίνει ποτέ. Μια σπίθα περιμένει πάντα με υπομονή,  να βρει την ευκαιρία  να γίνει φλόγα. Αυτά που έμαθα κοντά του και πολλά άλλα που αργότερα πήρα μέσα από το αντικείμενο της δουλειάς μου με οδήγησαν έως τώρα εδώ.

-Μιλήστε μας λίγο για τους ήρωες σας.

Ένα βράδυ, ένα κοριτσάκι  ήρθε στην ζωή,    καρπός ενός διψασμένου περιστασιακού πάθους,   μιας  δεκαεξάχρονης. Ο κόσμος της επαρχίας  και η προσωπική ταμπέλα του Δήμαρχου πατέρα της όμως  δεν έδιναν περιθώρια για τέτοια λάθη. Έτσι την πίεσαν να παντρευτεί κάποιον που δεν αγαπούσε θυσιάζοντας τα όνειρά της για σπουδές και την φυγή της στην πρωτεύουσα. Η οργή της για το νεογέννητο κοριτσάκι της,  που της στέρησε την ζωή που ονειρευόταν  οδήγησαν μάνα και κόρη στην αποξένωση. Η κόρη μεγάλωνε με ένα τραύμα μέσα της σαν ανεπιθύμητη και η μάνα με μια τέλεια  συναισθηματική απουσία προς την κόρη. Αυτό είναι μόνο αρχή. Ένα δεύτερο παιδί,  αγόρι,   θα έρθει κάποια στιγμή στην οικογένεια. Η μάνα θα το λατρέψει. Είναι ο άντρας που δεν είχε ποτέ της, ο μεγάλος έρωτας για αυτήν. Μετά από ένα τραγικό γεγονός  η κόρη θα  αναγκαστεί να φύγει μακριά τους για να βρει τον εαυτό της. Θα  αρχίσει το  κυνήγι  της επιβίωσης  στην πρωτεύουσα.  Είναι έτοιμη για όλα για να μπορέσει να σταθεί στα πόδια της. Όχι όμως  να ξεπουλήσει τον εαυτό της. Αλλά η ζωή αλλού σε πάει χωρίς να το θέλεις. Ο έρωτας σαν δήμιος την σπρώχνει προς τον   γκρεμό.

Για να πας μπροστά πρέπει να συγχωρήσεις πρώτα τον εαυτό σου και μετά τους άλλους. Θα μπορέσει;

Δεν μπορώ να αποκαλύψω το μυστήριο  για τα όσα ακόμα θα συμβούν πιο κάτω, στο μέλλον.

Οι ήρωες μου είναι πάντα οι συνηθισμένοι  άνθρωποι της διπλανής πόρτας. Είναι αυτοί που συναντάμε στην δουλειά μας ,στο μετρό, στις παρέες μας. Δεν είναι  πανέμορφοι,  πανέξυπνοι σαν άψυχες κούκλες. Είναι ανθρώπινοι, με εσωτερικό μπόι, συμπαθείς , με  προτερήματα ,ελαττώματα  τραύματα  και αδυναμίες. Σε αυτούς δεν ταιριάζει  το «έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα «. Το τέλειο ζευγάρι δεν υπάρχει στην πραγματικότητα. Πρέπει να μάθει να σβήνει,  να προχωράει και να συγχωρεί.

Το ευτυχισμένο τέλος στις ερωτικές ιστορίες  της ζωής  έχει κόστος. Οι ήρωες  μου είναι νέοι που βγαίνουν στην ζωή με ψυχικά σημάδια από το πατρικό σπίτι,  που δεν τους δίδαξε πως να πιστέψουν στον εαυτό τους και στις αξίες τους. Γιατί και οι γονείς τους  σε λανθασμένα μονοπάτια πορεύονταν.    Έως να έρθει κάποια στιγμή πριν χάσουν ολοκληρωτικά το παιγνίδι της ζωής, που θα σηκώσουν το κεφάλι τους ψηλά από μόνοι τους (  παρακάμπτοντας τους γονείς) και θα πουν  στον εαυτό τους «προχώρα, αξίζεις». Για να προχωρήσει όμως κάποιος,  πρέπει να συγχωρήσει πρώτα τον εαυτό του. Και στην συνέχεις τους σημαντικούς  άλλους. Αλλά η οργή , ο εγωισμός  και η δίψα για εκδίκηση  μας  έχουν ποτίσει , μας κρατάνε δέσμιους για πολλά χρόνια μερικές φορές.

Τους ήρωες μου,  τους θέλω ζωντανεμένους στον χώρο του μυαλού μου. Μέρες και νύχτες ψάχνω τις εικόνες τους μέσα στο πλήθος, στα αεροδρόμια , στους δρόμους, στα Σ. μάρκετ .Κάποτε τους ανακαλύπτω.  Είναι αρχικά εικόνες προσώπων που εκφράζουν τον ήρωα και την ηρωίδα καθώς και τα άλλα πρόσωπα  του βιβλίου μου. Περνούν μπροστά από τα μάτια μου. Τους πλησιάζω, τους αγγίζω. Ότι αγγίζουμε ζει. Αυτό με βοηθάει στο γράψιμο. Το βιβλίο ζει ένα μέρος από την  πραγματικότητά τους.  Η εικόνα τους με ακολουθεί παντού.

-Θεωρείται απαραίτητο ο συγγραφέας να είναι καλός αναγνώστης;

Δεν μπορώ να μιλήσω γενικά για όλους παρά μόνο για μένα. Θεωρώ πως πρέπει να διαβάζω βιβλία διαφορετικά από το στυλ που εγώ γράφω  γιατί αυτό με διευρύνει εσωτερικά, μου ανοίγει ορίζοντες και με βοηθάει να εξελίσσομαι. Χωρίς εξέλιξη  δεν προχωράει κανείς προς το καλύτερο. Ανοίγουν νέοι δρόμοι μέσα στο νου και εμπλουτίζομαι.

-Ποιούς συγγραφείς προτιμάτε

Από πάντα  διάβαζα πολύ,  ξένους και έλληνες συγγραφείς.  Αλλάζω συχνά δεν θέλω να μένω μόνιμα σε κάποιον. Μερικές φορές το αφήνω στην μέση αν δεν μου πάει. Διαβάζω ευχάριστα  την Μάρω Βαμβουνάκη   και τον πάτερ  Φιλόθεο   Φάρο ,την Β. Χίλσοπ.  Σταθερά όμως λατρεύω τον Καζαντζάκη, Καβάφη, Παπαδιαμάντη ,  τον Άρθουρ Μίλερ, Οσκαρ Ουάιλντ , την  Camilla Lackerg ,  Χορχε  Μπουκαϊ , τον Όσσο, τον Μπόρχες αλλά περισσότερο τον Αμερικανό Ψυχίατρο  Ίρβινγκ  Ύαλομ που εκφράζει ακριβώς το στυλ  που προτιμώ.  Εννοώ την «Ψυχολογική Λογοτεχνία». Είναι ένα διαφορετικό στυλ . Γράφεις κοιτώντας  από έξω προς τα μέσα. Εμβαθύνεις.  Και αυτό με γοητεύει πολύ γιατί εκτός από το γράψιμο έχω και άλλον ένα έρωτα. Την ψυχολογία  .»

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here