Πολιτική Προσώπου, Τριλογία Άρθρων Επανάγνωσης του Hagakure, Μέρος Α

Του Νικόλαου Τουλαντά

Μπούσι-ντο, Ιαπωνία, Σαμουράι, Γιαμαμότο Τσουνετόμο (1659 – 1719), Βουδισμός, Χαγκάκουρε (σημ: κρυμμένο πίσω από τις φυλλωσιές)

 

Η παγκοσμιότητα (εργασία και τρόπος εξέτασης κάθε φιλοσοφίας) του ανθρώπου, όπως την προσεγγίζει το έργο δεν έχει τις διαστάσεις της εξαντλητικής ταξιδιωτικής δραστηριότητας και έρευνας αλλά του σεβασμού της τοπικότητας: «Μεγαλύτερος θησαυρός σου, οι τρόποι της ιδιατέρας πατρίδας σου […]όποιος μιμείται άλλους, είναι κάλπικος». Ακούγεται κάπως εσωστρεφές αλλά, αρνούμενο τη μίμηση του περιστασιακώς παρατηρούμενου, αναλαμβάνει το ταξίδι της πολιτισμικής  αυτογνωσίας των ανθρώπων του εκάστοτε τόπου που δε μπορεί να είναι παιδιά «κατώτερου» ή «ανώτερου» Θεού. Η αξιοποίηση του «λίγου» που σου δίνεται δίνει πληροφορίες και για το πως διαχειρίζεσαι ή θα διαχειριζόσουν το ξένο και, για όλους, μεγάλο και ανοίκειο.

«Η μελέτη του παρελθόντος είναι εργαλείο προετοιμασίας για το μέλλον». Του παρελθόντος των υπάρξεων των ατόμων προσωπικά και διαπροσωπικά. Του παρελθόντος της πορείας ενός τόπου και των διατοπικών σχέσεων που συνάπτει.

Ο αφηγητής (Γιαμαμότο Τσουνετόμο) – μέσω παράδοσης – έχει βάθος και απλότητα. Όσον αφορά γενικότερα στην άσκηση της προσωπικότητας και τον χειρισμό της ζωής θα επιμείνει στην αποφυγή των κοινωνικών επιτηδεύσεων και, χωρίς να το λέει αυτολεξεί, της ανθραπαρέσκειας. Θα μείνει σε αυτή την αποφυγή της απορρόφησης από την όλη αρμονία χρησιμοποιώντας εκφράσεις, οι οποίες, νιώθει κανείς, μπορεί να αφορούν πρόσωπα αλλά και συλλογικότητες, επίσης. Γράφει πως «αν βασίζεσαι στην εύνοια των άλλων χάνεις την ικανότητα να λες και να κάνεις αυτό που σκέφτεσαι». Κατά κάποιο τρόπο, η μη-αυτάρκεια κι επανάπαυση σε εξωτερικούς παράγοντες θα σε αναγκάσουν – αργά ή γρήγορα – να μαϊμουδήσεις το παιχνίδι τους, ξεχνώντας την προσωπική σου πορεία, χάνοντας τον αυτοσεβασμό και την ειλικρίνειά σου. Ενώ «η εργασία που γίνεται χωρίς να βασίζεται στους άλλους είναι η πιο ξέγνοιαστη» και βέβαια καρποφόρα και σεβάσμια.

Η ζωή δεν είναι δύσκολη και πολύπλοκη λοιπόν, απλώς, επειδή σίγουρα είναι σύντομη, για να πάρει αξία η ίδια («αξία έχει η ποιότητα των αισθημάτων» λέει, όχι εννοώντας τον συναισθηματισμό) και τα έργα της, «κάνε πράγματα που πραγματικά επιθυμείς μέσα στη μέρα». Και βέβαια, στα τρία Άρθα θα καταγράψω και το γεγονός πως μέσα σε αυτά τα «επιθυμητά» – για έναν αληθινό Σαμουράι – πράγματα ενδέχεται να περιλαμβάνονται και πολύ κοπιώδεις σωματικά και πνευματικά δραστηριότητες.

Στη ζωή, να «δέχεσαι τη στιγμή» ως έχει, «ως έρχεται». «Ελέγχοντας τη στιγμή» – αγογγύστως και ακεραίως – «ελέγχεις την πραγματικότητα». Αναλόγως, σε συλλογικό πλαίσιο, η ανώριμη αντιδραστικότητα προς τα δυσάρεστα γεγονότα είναι απορριπτέα. Γιατί «το πνεύμα της εποχής δεν αλλάζει». Προσπάθησε και «βελτίωσε τον κόσμο συμβαδίζοντας μαζί του […]νοσταλγούν κάτι παρελθοντικό, όσοι αδυνατούν να κατανοήσουν την εποχή τους». Το παρελθόν, το οποίο επιπολαίως εξιδανικεύουν πολλοί, ενέχει βέβαια και το ουσιώδες το οποίο είναι πάντοτε πολύτιμο και διακριτό από τα επουσιώδη.

Ως Υπηρέτης ενός Άρχοντα, ο Σαμουράι, κατά το Hagakure, θα μπορούσε να έχει όχι απλά το ρόλο του Υπηρέτη αλλά, το βάθος των υπηρεσιών του να του προσδώσει με τον χρόνο και το άτυπο αξίωμα του Υπηρετολόγου.

 

                                            Ο Γιαμαμότο Τσουνετόμο

 

Ο Άρχοντας είναι η ζωή κι ο θάνατός μου, λέει ένας Σαμουράι με τη ζωή του και τον συναντά παντού και παντοιοτρόπως. Δεν είναι στάνταρ το «ωράριο» εφόσον μπορείς επίσης «να παρουσιάζεσαι νοερώς απέναντι στον άρχοντά σου και τους προϊσταμένους σου». Στον άρχοντα, τους προϊσταμένους αλλά και σε κάθε ενδεχόμενο συνυπαρξιακό κώδικα που θα περιμένει σε κάποια φάση την ανταπόκρισή σου. Ζήσε νοερώς το ότι «η κρίσιμη στιγμή και το τώρα είναι ενωμένες» και «στοχάσου έτσι πάνω σε όλα». Σε όλα όμως! Και να βλέπεις το πρόσωπο του Άρχοντά σου παντού: «Φροντίζεις ουσιαστικά για το καλό ολόκληρου του οίκου και του Άρχοντα όταν σκέφτεσαι και το ταπεινότερο μέλος του». Η δικαιότητα και απροσωπόληπτη φιλανθρωπία (προς τον αδύναμο της υπόθεσης – τον ταπεινό) της ρήσης μπορεί να είναι έμμεση αλλά όντως προκύπτει. Στη συνέχεια θα κεντράρει και περικυκλώσει το όλο θέμα του θυμικού ήθους λέγοντας ότι «το πρότυπο της συμπεριφοράς είναι η κοσμιότητα ακόμα κι αν δεν υπάρχουν περιορισμοί στο χειρισμό ενός ατόμου».

Το εκλεκτότερο μέλος του Οίκου (ο Άρχοντας) – για χάρη του οποίου όλα τα πρόσωπα εκλεκτοποιούνται συνειδησιακά (για το καλό του οίκου που γράφω παραπάνω) – ενδέχεται να είναι άνθρωπος με πολλές αδυναμίες. Όσες και να ‘ναι, ο Σαμουράι υπηρετεί. Δεν αξιολογεί, δεν είναι δουλειά του να βγάζει γλώσσα, να κλωτσάει αυτό το, έστω και σάπιο, δοκάρι που στηρίζει το σπίτι που τον στέγει. Κάνει ό,τι μπορεί και είναι εντυπωσιακό…

Πώς επεμβαίνεις και κρίνεις με την παρουσία σου τα πράγματα; Με πολλούς τρόπους υπό ενός ήθους. Π.χ. με κάτι κοινό και με τη δική μας κουλτούρα όπως η οικονομία του λόγου (η λακωνικότητα) και η ουσιαστική αξιοποίησή του. Ο λόγος είναι μουσική (όπως και η μουσική μιλάει) και όπως και οι παύσεις και αξίες στη σύνθεση της μουσικής ενότητας έτσι και «η βαρύτητα των λόγων σου είναι καταφανής στην σιωπή σου […]Πριν πεις, αναλογίσου να μην πεις τίποτα […]αν μπορείς να ολοκληρώσεις χωρίς λόγια, κάν’ το έτσι […]αν όχι, πες το με όσο το δυνατόν λιγότερα λόγια».

Όπου ο λόγος είναι απαραίτητος δε, ξεκινούν οι υπηρεσίες μετά πάσης πιθανής υπομονής και καρτερίας όπως φαίνεται: «Αν ο Άρχοντας είναι μέτριος και άτολμος, να τον επαινείς και να τον αποτρέπεις από λάθη. Αν είναι ευφυής και ισχυρογνώμων να τον κάνεις να νιώθει άβολα και να αναρωτιέται για τη γνώμη σου. Αλλιώς, θα περιφρονείσαι ως δειλός κι αυτός θα καταστεί αλαζόνας».

Λέει αλλού πως «σκεπτόμενος στέρεα και έντιμα έχεις ανυπέρβλητο δυναμισμό» κι αυτό δημιουργεί ένα πυρήνα αξιοπιστίας προσώπου με μία – ειλικρινή – βάση και στάση προς όλους και όχι μόνο τους πιο «απαιτητικούς» κοινωνικά. Χωρίς την ειλικρίνεια υποτιμάς και υπερτιμάς πράγματα κάτι που είναι εξίσου αρνητικό. Π.χ. «οι καλλωπισμοί του Άρχοντα, απομονωμένα, φέρνουν κοινωνικές αναταραχές». Χρειάζεσαι ολική (όλων των άλλων) αντίληψη και χώρο μέσα σου για την τελευταία την οποία (και για και στην) αεί εργάζεσαι με τις επιλογές της διαγωγής σου.

Ο Nabeshima Mitsushige, ο ηγεμόνας που υπηρέτησε ο Γιαμαμότο Τσουνετόμο πριν γίνει Μοναχός

 

Άλλες πιθανές καταστάσεις: «Αν κάποιος έχει πρόβλημα και τον συμπονείς συγκαταβατικά, θα ρίξεις ακόμα περισσότερο το ηθικό του και την διάκρισή του επί της ουσίας. Μείνε ατάραχος. Εξήγησέ του ότι θα ωφεληθεί από την κατάστασή του. Τίποτα δεν μένει αμετάβλητο. Μη μελαγχολείς και μην ενθουσιάζεσαι για πολύ». «Σε νομικές υποθέσεις, προσπάθησε να υποστηρίζεις την ακριβώς αντίθετη περίπτωση των γεγονότων και θα σου αποκαλυφθεί ένας ανώτερος τρόπος σκέψης. Μην προσβάλεις. Ανέπτυξε ήπια και με σαφήνεια τη λογική σου. Έτσι ανακαλύπτεις σχέσεις πραγμάτων σε υψηλότερο επίπεδο. Είναι άλλο αυτό κι άλλο να έχεις αβάσιμα συμπεράσματα, εικασίες ή να είσαι απλώς καχύποπτος».

Γενικά, διαπροσωπικά, «ο Δρόμος της αρμονίας, ευγένειας κι ορθής συμπεριφοράς, προϋποθέτει τη σχολαστική προετοιμασία επί του άλλου και της υποθέσεώς του» και η κριτική που «βοηθά στις διορθώσεις μας […]οφείλει να γίνεται προσεκτικά». «Η εποικοδομητική κριτική προϋποθέτει τη δεκτικότητα του άλλου και την κοντινή σας απόσταση. Οφείλεις να προμελετάς τους τρόπους σου και να είσαι αρεστός. Διάλεξε την χρονική στιγμή. Κινήσου έμμεσα αναφέροντας προσωπικά σου λάθη. Κινήσου έμμεσα επαινόντας τον άλλον για κάτι. Στόχος είναι να πείσεις τον άλλο ότι αξίζει να κάνει μία προσπάθεια διόρθωσης σε κάτι». Αυτό, θα το ονόμαζα κάπως σαν «Συνυπαρξιακή Στρατηγική Προόδου» ή κάτι τέτοιο, όντας έκπληκτος από την τάξη των στοιχείων που φέρνει στο φως η διείσδυση στις σχέσεις και τις ανάγκες ενώ δεν είναι τίποτα παραπάνω ή παρακάτω από αυτό που στην Ελληνική μεριά του κόσμου ονομάζουμε φιλοσοφία, η οποία βέβαια πάντοτε, ετυμολογικά, είναι και μία «φιλοσοφία πολιτικής» (συμπολίτευσης). Κεντράροντας και απλουστεύοντας τη διατύπωση της συνυπαρξιακής τελεολογίας, είναι η διαδικασία της άσκησης της προσωπικής ευθύνης με το «να ενεργείς με βάση το συμφέρον του συνανθρώπου σου». Να έρχεσαι «στη θέση του» και να διαλέγεις «το καλό γι’ αυτόν».

Καταδικάζει τη χρήση ευστροφίας προς εξαπάτηση, την «επίδειξη της εξυπνάδας» («ενοχλητική» κι μη ευκόλως εμπιστεύσιμη), τη «βρώμικη νίκη» στη ζωή γενικότερα, τον συχνό «έπαινο» ως αρνητικό για τον χαρακτήρα, το «καφενείο» της εποχής που είτε θα σχολιάζει αρνητικά αργολογώντας είτε θα «πενθεί» για πράγματα, κάτι που επίσης «δε λύνει τίποτα» («μη σχολιάζεις τους άλλους ούτε με καλά ούτε με κακά λόγια»), την αστοχία κι ανειλικρίνεια του υπερνθουσιώδη, την ανεγκράτεια σε πόσιμα, βρώσιμα, φάρμακα, σεξ, τη «σχολαστική επεξεργασία των εντολών» που έχει κάποιος (αποτελεί «αρχή δειλίας» και φθίνουσα «ανδροπρέπεια» που μαρτυρείται επίσης από τον σφυγμό και τον αποκεφαλισμό), το θάρρος που δεν συνοδεύεται από συμπόνια («πολλοί καταστράφηκαν» χωρίς τον συνδυασμό), την υπηρεσία υπό «αστόχαστο ενθουσιασμό» μη κάνοντας «ένα διερευνητικό βήμα προς τα πίσω» ώστε να γίνει κατανοητό «τί ευχαριστεί και τί όχι τον άρχοντα», την ασέβεια απέναντι στα αντικείμενα του άρχοντα και το ξεπούλημά τους μετά θάνατον («[…]η καρδιά που χάνει την αίσθηση της ευγνωμοσύνης κα της τιμής δρώντας κοντόφθαλμα αστοχεί […]ο άνθρωπος του καθήκοντος αποτελεί δείγμα ορθοφροσύνης και δεν εμπλέκεται σε ηθικά παρακμιακές διεκδικήσεις») κ.ά.

Ακόμα και η αγάπη έχει βαθμίδες και πάνω-πάνω στέκει «η αφανέρωτη κι ανομολόγητη, η βαθιά και καρδιακή», η οποία εύκολα «υποβαθμίζεται» εκφραζόμενη περριτοτρόπως. Κάθε περριτή επιτήδευση γενικότερα κάνει το «ψυχικό σου σθένος να ατροφεί».

Εγκωμιάζει την καθαρότητα των πεπραγμένων, την ανάβαση – και τον θαυμασμό της – στην κοινωνική κλίμακα δια της αρετής (υπέρ αυτών που καθεστωτικώς βρέθηκαν εκεί), την αυτογνωσία επί των γνωστικών ελλείψεων και τη «συμβουλή ακεραίων προσώπων», την απόθηση της λατρείας κι εξιδανίκευσής σου εκ του κόσμου (σε αντίθεση με την έλξη του σεβασμού), την εμφάνεια του εκπληρωμένου καθήκοντος στην άνευ της εύνοιας του Άρχοντα υπηρεσία («υπό σκληρές και παράλογες συνθήκες» […]«δοκιμάζουν το θάρρος των ακολούθων»), την «απάρνηση της ζωής για τον Άρχοντα» («ό,τι πιο καθάριο και αγνό»), «το υψηλό ιδανικό της αυτοθυσίας» που «δεν διακρίνει ευγενείς και ταπεινούς».

 

*Ο Νίκος Τουλαντάς είναι αυτοδίδακτος λογοτέχνης και δημιουργεί ερασιτεχνικά τα τελευταία 12 χρόνια. Έχει ασχοληθεί με την ποίηση, την στιχουργική και τα τελευταία 5 χρόνια με την δοκιμιογραφία. Το 2018 έλαβε μέρος στον 9ο Παγκόσμιο Διαγωνισμό Λογοτεχνίας του Ελληνικού Πολιτιστικού Ομίλου Κυπρίων (Ε.Π.Ο.Κ) όπου και απέσπασε το πρώτο βραβείο στην κατηγορία του Δοκιμίου.

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here