Κινηματογραφικές βιογραφίες-Μυστικά και ψέματα: Ποκαχόντας ή πως η Disney μετέτρεψε σε ακίνδυνη μυθοπλασία μια σκοτεινή περίοδο της αποικιοκρατίας

 

Η μεγαλύτερη παραγωγός εταιρία κινουμένων σχεδίων αναλαμβάνει να μετατρέψει σε ακίνδυνη ιστορική μυθοπλασία μια από τις σκοτεινές περιόδους της παγκόσμιας αποικιοκρατίας. Παρότι το αποτέλεσμα εντυπωσιάζει και συγκινεί, η ίδια η πραγματικότητα αποδεικνύει ότι δεν μπορούν τελικά όλοι να “βάψουν με τα χρώματα του ανέμου”. 

Ποκαχόντας (1995) των Μάικ Γκάμπριελ και Έρικ Γκόλντμπεργκ

Πρόκειται τελικά για ένα προοδευτικό και τολμηρό φιλμ με κεντρικό χαρακτήρα μια ενήλικη, μη λευκή υπαρκτή προσωπικότητα, ή απλά μιλάμε για ένα πανέξυπνο “ξέπλυμα” μιας από τις πιο αποτρόπαιες στιγμές της βραχύβιας κατά τα άλλα ιστορίας του Νέου Κόσμου; Μπορεί μια ταινία σαν την ‘Ποκαχόντας’ (το τριακοστό τρίτο μεγάλου μήκους πρότζεκτ της Ντίσνεϊ) να αποτελεί έστω και αμυδρά αντικείμενο αντιπαράθεσης γύρω από την ιστορικότητά της; Αξίζει κάνεις να παραπονεθεί ή έστω να αναλογιστεί πιο σοβαρά, όταν τα χρυσοφόρα στούντιο δεν μετατρέπουν απλά σκοτεινούς και πονεμένους μύθους σε οικογενειακές ρομαντικές περιπέτειες αλλά αποφασίζουν να ξαναγράψουν την ιστορία; Στην επέτειο των τετρακοσίων χρόνων από τη γέννηση της Ματοάκα (αυτό ήταν το πραγματικό της όνομα) προβλήθηκε για πρώτη φορά ένα από τα ομορφότερα και ταυτόχρονα ανακριβέστερα animation της ιστορίας του Αμερικάνικου σινεμά. Ακολουθώντας τα χνάρια της ασύλληπτης επιτυχίας του “Βασιλιά των λιονταριών”, τα στούντιο της Ντίσνεϊ αποφασίζουν να γυρίσουν ένα φιλμ (ίσως το απαιτητικότερο κινούμενο σχέδιο έως τότε) που περιορίζει την feel-good διάθεση, αφήνει τα ζώα χωρίς την ικανότητα της ομιλίας και κάνει κεντρικό πρόσωπο της αφήγησης και εξέλιξης της πλοκής όχι μια “δεσποινίδα σε κίνδυνο” αλλά μια θαρραλέα και περήφανη ηρωίδα με ανήσυχο πνεύμα που πολεμά για να ορίσει η ίδια τη μοίρα της. Μια από της κόρες του ένδοξου Ποουχατάν(στην πραγματικότητα είχε γύρω στα είκοσι παιδιά), αρχηγού της περιοχής που τώρα πια ονομάζεται Βιρτζίνια, έμεινε στην ιστορία ως ένα από τα σημαντικότερα και συνάμα τραγικότερα παραδείγματα διαφυλετικής συμφιλίωσης, προορισμένο να έχει το τέλος που δυστυχώς περίμενε και ολόκληρη τη φυλή της, σε αυτό που θεωρείται ίσως η μεγαλύτερη και βιαιότερη εθνοκάθαρση της ανθρωπότητας.

pocahontas-disneyscreencaps-com-1536

Όπως γίνεται αντιληπτό εξ αρχής, κανείς δεν θα περίμενε από μια παιδική ταινία να μιλήσει για τι πραγματικά συνέβη ανάμεσα στους Βρετανούς αποικιοκράτες και τους ιθαγενείς της Αμερικής στις αρχές του 17ου αιώνα. Δεν θα μπορούσε να αναφερθεί στη βαθμιαία εξόντωση περίπου του 90% των αυτοχθόνων λαών, τόσο από “εισαγόμενες” μολυσματικές ασθένειες, όσο και από μαζικές δολοφονίες. Στην ισοπέδωση όχι μονό της ζωής άλλα και της κουλτούρας, των εθίμων και της ιστορικής προέλευσης των πληθυσμών της Αμερικής πριν τον αποικισμό των λευκών Ευρωπαίων. Στην υποχρεωτική μετακίνηση των εναπομείναντων ιθαγενών σε κρατικούς περίκλειστους καταυλισμούς, εκτοπισμένους από τα πατρώα εδάφη τους, όπου μέχρι και σήμερα, ζώντας αποκλεισμένοι κοινωνικά, υποφέρουν από υψηλότατα ποσοστά ανεργίας, φτώχιας και αλκοολισμού. Στη συστηματική υποβάθμιση ολόκληρης της πλούσιας κοσμοθεωρίας των γηγενών Αμερικάνων σε ένα φολκλόρ κακέκτυπο, που αρμόζει μόνο σε κακόγουστα θεματικά πάρκα και Χολιγουντιανά γουέστερν. Αντ’ αυτού, και σε πραγματικό στιλ Ντίσνεϊ, ο κατά τα άλλα μισθοφόρος και σφαγέας Τζον Σμιθ και η νεαρή Ινδιάνα Ποκαχόντας ερωτεύονται με την πρώτη ματιά. Η αλήθεια είναι ότι όντως η νεαρή ιθαγενής ανέπτυξε δεσμούς φιλίας με τους πρώτους Άγγλους εξερευνητές, καθώς άρχισε να επισκέπτεται το προσωρινό καταφύγιο του Τζέιμσταουν, φέρνοντας δώρα ή σώζοντας τους εποίκους από τις ενέδρες των Ινδιάνων (που βέβαια δεν έκαναν τίποτε άλλο από το να υπερασπίζονται την πατρίδα τους). Στην πραγματικότητα όμως έρωτας δεν υπήρξε ποτέ γιατί η Ποκαχόντας ήταν μόλις δέκα ετών όταν γνώρισε τον εικοσιεφτάχρονο τότε Σμίθ.

pocahontas2

Προσπαθώντας να περάσει ένα εύπεπτο αντιπολεμικό και οικολογικό μήνυμα, το φιλμ αφήνει σε πολλές στιγμές να εννοηθεί ότι και τα δύο αντίπαλα στρατόπεδα φέρουν τις ευθύνες τους. Όχι μόνο οι “χλωμοί δαίμονες” που (όπως αποτυπώνεται πολύ εύστοχα) έρχονται να κατακτήσουν, να σκοτώσουν και να πλουτίσουν, αλλά και οι σχεδόν αφελείς αυτόχθονες που αντιστέκονται. Μπορεί να εστιάζει με διορατικότητα στην εξωφρενικότητα της συνεχούς εκμετάλλευσης της γης χωρίς καμιά προοπτική, ή ακόμη και στην ανάγκη διαπολιτισμικότητας, όμως δίνει τελικά την αίσθηση ότι η αιματοβαμμένη κατάκτηση της Αμερικής ήταν μια χαρούμενη συνεργασία ανάμεσα σε εμπνευσμένους Ευρωπαίους και συγκαταβατικούς και καταδεκτικούς ντόπιους. Όσο όμως το φιλμικό φινάλε παραμένει προστατευμένο μέσα στην -ομολογουμένως υπέροχη- ρομαντικότητά του, τόσο τα γεγονότα αποδεικνύουν τη βιαιότητα της αποικιοκρατικής πραγματικότητας. Αφού έχει σώσει τον Τζον Σμιθ απ’ το θάνατο (κάτι που μάλλον συνέβη πραγματικά) η νεαρή Ινδιάνα αποφασίζει να παραμείνει με την οικογένειά της, αφήνοντας τον αγαπημένο της να γυρίσει πίσω στην Αγγλία για να θεραπευτεί. Η αλήθεια είναι, εκτός του ότι ο ίδιος ο Σμιθ τιμωρήθηκε για στρατιωτική ανυπακοή στο ταξίδι του γυρισμού, η ανήλικη Ποκαχόντας απήχθη από τους Βρετανούς για να παντρευτεί τελικά έναν κατά πολύ μεγαλύτερό της άνδρα, ονόματι Τζον Ρολφ. Ο ίδιος υποστήριξε ότι αυτή επέμενε να παντρευτούν για να διδαχτεί όπως πρέπει τους “Χριστιανικούς τρόπους”. Πουθενά βέβαια δεν αναφέρεται ότι η ίδια της, ως ανήλικη και προπαντός όχι Βρετανίδα, δεν είχε βέβαια κανένα πολιτικό δικαίωμα, πόσο μάλλον μπορούσε να αρνηθεί έναν γάμο. Αφού έζησαν για λίγο στο Μρέντφορντ του Μίντλσεξ, η “ευγενής άγρια” (όπως ονομαζόταν) περιφέρθηκε από εδώ και από εκεί ως μέρος freak show, και αφού έγινε για λίγο καιρό αντικείμενο περιέργειας πέθανε τελικά πριν τα είκοσί της χρόνια, πιθανότατα από φυματίωση.

pocahontas_saves_john

Ακούγοντας για ακόμη μια φορά τη σπουδαία μουσική επένδυση του Άλαν Μένκεν, φτάνεις πραγματικά σε ένα πολύ δύσκολο συμπέρασμα για ένα φιλμ που παρόλες τις καλλιτεχνικές ελευθερίες και τις (το λιγότερο) παιδαριώδεις ιστορικές ανακρίβειες παραμένει ορόσημο στο σύγχρονο animation. Διαλέγοντας συνειδητά έναν κυρίως ρομαντικοποιημένο και ασφαλή τρόπο, τα στούντιο μίλησαν ίσως για πρώτη φορά για μια ιστορική πραγματικότητα που όμως ούτε ρομαντική, ούτε ευχάριστη ήταν. Η ενηλικίωση είναι εκεί, μέσα στην αρρωστημένη αναζήτηση των εποίκων για χρυσό, μέσα στην ωραιοπάθεια του Τζον Σμιθ (στον οποίο δανείζει τη φωνή του ο Μελ Γκίμπσον, υπεύθυνος παράδοξα και για μία άλλη τρομερά πετυχήμενη άλλα απόλυτα ανακριβή ιστορική ταινία της ίδιας χρόνιας, το ‘Braveheart’), μέσα στο αποφασιστικό βλέμμα της κεντρικής ηρωίδας. Ωστόσο, μερικές φορές η πραγματικότητα είναι τόσο σκληρή και βίαιη που ίσως να χρειάζεται τελικά να εικονογραφήσεις και έναν θάνατο του Μουφάσα για να κάνεις μεγάλο σινεμά.

 

 

Πάνος Αχτσιόγλου

Print Friendly, PDF & Email

1 ΣΧΟΛΙΟ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here