Πληγές και αυτογνωσία: από τις γερμανικές αποζημιώσεις έως την εμφυλιακή πολιτική προσφυγιά

Ιστορικοί συνομιλητές

Με τη ΜΑΡΙΑ ΣΑΜΠΑΤΑΚΑΚΗ

Συνέντευξη με την ιστορικό ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΚΡΑΛΟΒΑ 

Ανήκει σε μια δυναμική ομάδα ελληνιστών που δραστηριοποιείται στον πανεπιστημιακό χώρο της Τσεχίας. Η Κατερίνα Κράλοβα διδάσκει Ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας και των βαλκανικών χωρών στο Ινστιτούτο Διεθνών Σχέσεων της Σχολής Κοινωνικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο του Καρόλου της Πράγας.

Έχει ασχοληθεί επισταμένως με τις ελληνογερμανικές σχέσεις και την ιστορία των Ελλήνων προσφύγων στην πάλαι ποτέ Τσεχοσλοβακία. Με αφορμή το προηγούμενο βιβλίο της «Στην σκιά της Κατοχής» αλλά και το νεότερο «Στέγνωσαν τα δάκρυα μας» που κυκλοφορούν από την Αλεξάνδρεια τη ρωτήσαμε για όλα τα παραπάνω:

Στον πανεπιστημιακό χώρο της Τσεχίας υπάρχει μία δραστήρια ομάδα ελληνιστών επιστημόνων (στην οποία ανήκετε) που δεν επικεντρώνει μόνο στο αρχαίο ή βυζαντινό παρελθόν του ελληνικού κόσμου αλλά ασχολείται πολύ ουσιαστικά και με τη νεότερη – σύγχρονη ιστορία του. Πως προέκυψε αυτό;

Το πρώτο σημάδι ενός αυξανόμενου ενδιαφέροντος για τη σύγχρονη Ελλάδα χρονολογείται στη μεσοπολεμική περίοδο όταν ξεκίνησαν στην Πράγα μαθήματα νέας ελληνικής γλώσσας, βασισμένα και στην αρχαία ελληνική, σε επίπεδο γυμνασίου. Αυτά απευθύνονταν αποκλειστικά σε σπουδαστές επιχειρηματικής και οικονομικής κατεύθυνσης. Μόνο στο πλαίσιο του ελληνικού εμφυλίου πολέμου και με την άφιξη των πολιτικών προσφύγων στην Τσεχοσλοβακία, καθώς και την ανάγκη αυτών να διδάσκονται τα παιδιά τους από υψηλής κατάρτισης δασκάλους, ιδρύθηκε στην Πράγα το 1948, το πρώτο τμήμα Νέας Ελληνικής Φιλολογίας. Σύντομα, το συγκεκριμένο τμήμα συνδέθηκε στενά όχι μόνο με φοιτητές προερχόμενους από τους κόλπους των Ελλήνων προσφύγων αλλά και με την ακαδημαϊκό Růžena Dostálová, πρυτανεύουσα των Ελληνικών Σπουδών στην Τσεχική Δημοκρατία και Σλοβακία, της οποίας η καριέρα συνέπλευσε με την παρουσία της ελληνικής μειονότητας στη χώρα.

>Μια άλλη πανεπιστημιακή προσωπικότητα που αξίζει να αναφερθεί είναι ο Τσέχος ιστορικός Pavel Hradečný, του οποίου η μελέτη πάνω στον ελληνικό εμφύλιο δημοσιεύτηκε επίσης στην Ελλάδα. Και οι δύο προαναφερθέντες ερευνητές, που δεν βρίσκονται πλέον στη ζωή δυστυχώς, επηρέασαν σε μεγάλο βαθμό –άμεσα ή έμμεσα- την επόμενη γενιά ιστορικών όπως ο Κώστας Τσίβος και εγώ. Και δεν πρέπει να παραλείψω να αναφερθώ και σε άλλους ερευνητές-πανεπιστημιακούς όπως οι Markéta Kulhánková, Kateřina Bočková Loudová και Nicole Votavová Sumelidu. Ελπίζω ότι και η γενιά μας θα καταφέρει να επιτύχει εξίσου σε αυτό το δύσκολο αλλά και πολύ ευχάριστο έργο.

– Έλληνες πολιτικοί πρόσφυγες στην Τσεχοσλοβακία. Έχετε ασχοληθεί ερευνητικά και βιβλιογραφικά. Πιστεύετε ότι η πολύχρονη παρουσία τους εκεί, υποβοήθησε την ανάπτυξη του ενδιαφέροντος για τη σύγχρονη ελληνική ιστορία; Και τι κληροδοτεί αυτή η παρουσία στην ελληνο-τσεχική πολιτισμική σχέση;

– Λοιπόν, θα ήθελα να πω ότι για το μεγαλύτερο μέρος της τσεχικής κοινωνίας η πρώτη συνάντηση με την Ελλάδα είναι ο τουρισμός ή η αρχαία ιστορία της, η οποία διδάσκεται εκτενώς στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση της Τσεχίας. Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι το ιστορικό μας αφήγημα είναι επίσης στενά συνδεδεμένο με την Ελλάδα κατά την πρώιμη περίοδο του χριστιανισμού λόγω της εδώ άφιξης των Κωνσταντίνου και Μεθοδίου. Αυτά λειτουργούν σαν ερεθίσματα για τους Τσέχους και τους δημιουργούν την περιέργεια να δουν την Ελλάδα με τα δικά τους μάτια. Και μόνο στις μέρες μας, η ιδανική εικόνας της Ελλάδας έχει κάπως αμαυρωθεί στη σκέψη των Τσέχων εξαιτίας των αρνητικών ειδήσεων για την ελληνική κρίση.

>Ωστόσο, κατά τη διάρκεια  επιτόπιας έρευνας που πραγματοποιήσαμε με σκοπό την καταγραφή των Ελλήνων προσφύγων του εμφυλίου πολέμου πριν από επτά χρόνια και προτού η κρίση φτάσει στο τελικό της στάδιο που ζούμε σήμερα, κάναμε μία ενδιαφέρουσα παρατήρηση: Στην έρευνα μας χρησιμοποιήσαμε κυρίως τη μέθοδο της «χιονοστιβάδας», εντοπίζοντας πολλούς από τους συνεντευξιαζόμενους μας από γνωστούς γνωστών.

>Αποδείχθηκε έτσι ότι πολλοί άνθρωποι στην Τσεχική Δημοκρατία έχουν τουλάχιστον ένα φίλο ή γνωρίζουν κάποιον που είναι κοντά στους Έλληνες πρόσφυγες του εμφυλίου πολέμου, κυρίως της δεύτερης γενιάς. Η αντανάκλαση αυτών των δεσμών βοήθησε στον σχηματισμό μιας θετικής αντίληψης, γενικά για τους Έλληνες, η οποία σίγουρα δεν μπορεί να θεωρηθεί κάτι το αυτονόητο. Εδώ, θα ήθελα να τονίσω ότι η τσεχική κοινωνία είναι παρόμοια με την ελληνική, αρκετά ομογενοποιημένη και γι’ αυτό αρκετά συχνά φοβική με άγνωστους πολιτισμούς. Η ικανότητά της να δεχτεί τους ξένους δεν είναι αυτονόητη. Με αυτή την έννοια μπορούμε να ισχυριστούμε ότι Έλληνες πρόσφυγες του εμφυλίου πολέμου πράγματι συνέβαλαν στην καλλιέργεια μιας ευνοϊκής αντίληψης για την Ελλάδα.

– Επίσης, έχετε καταγράψει την εμπειρία της Κατοχής της Ελλάδας από τις δυνάμεις του Άξονα κατά τον β παγκόσμιο πόλεμο. Ποιες αξιολογείτε ως «ανοιχτές πληγές» που άφησε εκείνη η περίοδος και πως, κατά τη γνώμη σας, επέδρασαν ή εξακολουθούν να επιδρούν στο σώμα της ελληνικής κοινωνίας;

Αυτές οι ανεπούλωτες πληγές της γερμανικής κατοχής είναι σαφώς ορατές σήμερα αλλά ήταν παρούσες ήδη από πολύ νωρίς. Ωστόσο, συχνά συνθλίβονταν ανάμεσα στην πολύπλοκη πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα, όπως αυτή επικράτησε για χρόνια μετά τον Β παγκόσμιο πόλεμο και τα κενά  στην εκπαίδευση γύρω από την εκμάθηση της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Είναι απογοητευτικό οι περισσότεροι απ’ τους σημερινούς ενήλικες, ακόμη και οι νεότεροι εξ αυτών, να μην έχουν μάθει στο σχολείο για τον ΒΠΠ, τον Εμφύλιο, τη Χούντα και τον Ψυχρό Πόλεμο γενικά.  Η κριτική προσέγγιση της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας ήταν σε μεγάλο βαθμό απούσα στην ελληνική κοινωνία. Αυτό δημιούργησε μια εικόνα επαναλαμβανόμενης ελληνικής θυματοποίησης, η οποία μπορεί να οδηγήσει ακόμα και σε οξύ εθνικισμό.

Καθένας πρέπει να ασχοληθεί με το παρελθόν του – ανεξάρτητα από το πόσο πικρό ήταν – προκειμένου να συμφιλιωθεί μαζί του. Αυτό προβληματίζει την ελληνική κοινωνία κατά τη γνώμη μου, πολύ περισσότερο απ’ τους ατιμώρητους δράστες, τις απλήρωτες επανορθώσεις, τις υποτυπώδεις αποζημιώσεις των θυμάτων και τα εκκρεμούντα χρέη των κατακτητών.

Το ζήτημα καταβολής των οφειλόμενων «πολεμικών επανορθώσεων» αλλά και του «κατοχικού δανείου» κάνει την πρώτη του εμφάνιση στον δημόσιο λόγο στις αρχές της δεκαετίας του ’90, αμέσως μετά την επανένωση των δύο Γερμανιών. Στις μέρες έχει αναδειχθεί σε μείζον πολιτικό θέμα. Δεδομένης της ενασχόλησης σας με την μεταπολεμική πορεία των ελληνο-γερμανικών σχέσεων, ποια είναι η θέση σας επ’ αυτού;

– Είναι ενοχλητικό να παρακολουθεί κανείς τη ρητορική των ΜΜΕ αυτές τις μέρες. Όπως αναφέρατε, αυτά τα θέματα δεν είναι καινούργια στον πολιτικό και γενικά τον δημόσιο διάλογο, αλλά ποτέ δεν είχαν καταφέρει να κερδίσουν την τόσο μεγάλη προσοχή του διεθνούς κοινού. Ίσως με μία μόνο εξαίρεση της πιθανής εκτέλεσης (απόφασης για κατάσχεση) του Ινστιτούτου Γκαίτε στην Αθήνα το 2000. Ακόμη και αυτό το περιστατικό όμως, προσέλκυσε το ενδιαφέρον, κυρίως των γερμανικών media και μόνο για ένα σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα. Καταλαβαίνω την προσπάθεια να χρησιμοποιηθούν οι εκκρεμότητες του παρελθόντος σαν ένα πολιτικό εργαλείο –και θεωρώ όλο αυτό το ζήτημα σαν μια ευκαιρία ανάκυψης μεγαλύτερου ενδιαφέροντος και διεξαγωγής ενός χρειαζούμενου debate γύρω απ’ το πώς έχει κατανοηθεί η ελληνική ιστορία ως πρόσφατο παρελθόν, κάτι που για δεκαετίες παραμελήθηκε με πολλούς τρόπους, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και αλλού.

>Γίναμε μάρτυρες των τραγικών συνεπειών της αποσιώπησης της ιστορίας κατά τη διάρκεια των πολεμικών συγκρούσεων στην πρώην Γιουγκοσλαβία. Δεν βλέπω, όμως, πολλές πιθανότητες στη σημερινή συγκυρία να υπάρξει άμεση αποζημίωση για τις αδικίες και το κακό που προκάλεσε η Κατοχή, ούτε καν στην περίπτωση του κατοχικού δανείου. Ένα τέτοιο βήμα θα δημιουργούσε επικίνδυνο πολιτικό και οικονομικό προηγούμενο για τη Γερμανία και όχι μόνο. Αν και εξακολουθεί να υπάρχει χώρος για γενναιόδωρες πολιτικές χειρονομίες, που ήταν αρκετά συνηθισμένες στο παρελθόν (όπως τις ανέπτυξα σε μεγαλύτερο βάθος στο βιβλίο μου «Στη σκιά της Κατοχής») για περιπτώσεις που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε «έμμεση αποζημίωση».

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here