Ν. Παναγιωτόπουλος- Αναμνήσεις ενός αμφισβητία

Εφυγε από τη ζωή τις πρώτες πρωϊνές ώρες της Τρίτης, ύστερα από καρδιακό επεισόδιο, ο σκηνοθέτης Νίκος Παναγιωτόπουλος. Ο σκηνοθέτης των «Τεμπέληδων της Εύφορης Κοιλάδας», του «Αυτή η Νύχτα Μένει», του «Ονειρεύομαι τους Φίλους μου» και του «Εργένη», ο οποίος είχε δηλώσει ότι «η πιο σημαντική απόφαση που έχω πάρει στη ζωή μου είναι να είμαι άπιστος, όχι μόνο στον Θεό αλλά και σε κάθε πίστη» και ότι «κάνω του κεφαλιού μου και έχω δεχτεί να πληρώνω τον λογαριασμό αγόγγυστα¨,  απεβίωσε σε ηλικία 75 χρονών.

Γεννήθηκε στις 6 Νοεμβρίου 1941, στην Μυτιλήνη. Σπούδασε σκηνοθεσία κινηματογράφου στην Αθήνα και ξεκίνησε την καριέρα του ως βοηθός σκηνοθέτη σε ελληνικές αλλά και ξένες παραγωγές.

Το 1960-1973 έζησε στο Παρίσι όπου παρακολούθησε μαθήματα κινηματογράφου στο ινστιτούτο Φιλμολογίας της Σορβόνης.

Το 1973 επιστρέφει στην Αθήνα. Από τότε ζει και εργάζεται εκεί. Πλάι του καθ’όλη την διάρκεια, η σύντροφός του Μαριάννα Σπανουδάκη, η οποία, ως ενδυματολόγος συμμετέχει πιστά σε όλες του τις παραγωγές. Από το 1974 σκηνοθετεί, με ξεχωριστό αφηγηματικό στυλ, ταινίες που θεματικά προσεγγίζουν ζητήματα ερωτικής αυταπάτης και φθοράς των ανθρωπίνων σχέσεων. Ταινίες του έχουν συμμετάσχει σε διεθνή φεστιβάλ και έχουν τιμηθεί με σημαντικές διακρίσεις.(«Οι τεμπέληδες της εύφορης κοιλάδας», «Delivery», «Αθήνα-Κωνσταντινούπολη»).

 

PANAGIOTOPOULOS

 

Φιλμογραφία
Τα Χρώματα της Ίριδος (1974)
Οι Τεμπέληδες της Εύφορης Κοιλάδας (1978)
Μελόδραμα;(1981)
Βαριετέ (1985)
Η Γυναίκα που Εβλεπε τα Ονειρα (1988)
Ονειρεύομαι τους Φίλους μου (1993)
Ο Εργένης (1997)
Αυτή η Νύχτα Μένει (1999)
Beautiful People (2001)
Κουράστηκα να Σκοτώνω τους Αγαπητικούς σου (2002)
Delivery (2004)
Αγρύπνια( 2005)
Πεθαίνοντας στην Αθήνα (2006)
Αθήνα- Κωνσταντινούπολη (2008)
Τα Οπωροφόρα της Αθήνας (2010)
Δεσμά Αίματος (2012)
Η Λιμουζίνα: κωμωδία παρεξηγήσεων (2013)
Η Κόρη του Ρέμπραντ (2015)

Στη μνήμη του παραθέτουμε αυτούσιο το άρθρο με συνέντευξη του Ν. Παναγιωτόπουλου στη Σταυρούλα Παπασπύρου, στην Ελευθεροτυπία, το 2010

Αναμνήσεις ενός αμφισβητία

Γεννήθηκε ανυπόμονος: πήδηξε τάξη στο δημοτικό, μαζί με το γυμνάσιο τέλειωσε και μια σχολή κινηματογράφου, βρέθηκε στο Παρίσι στα δεκαεπτά του, έγινε πατέρας λίγο μετά τα είκοσι, έπαθε έμφραγμα στα σαράντα οχτώ. Στα νιάτα του έβλεπε τρεις ταινίες τη μέρα, ενώ τώρα επιδιώκει να γυρίζει μια ταινία το χρόνο, αποκτώντας έτσι νέους φίλους και νέους εχθρούς.

«Από πάντα βιαζόμουν», ομολογεί ο Νίκος Παναγιωτόπουλος στο αυτοβιογραφικό του βιβλίο «Από τον κάδο των αχρήστων» που αναμένεται σε λίγες μέρες από τον «Πατάκη». Κι απορεί ακόμα με την επιλογή του να υπηρετήσει μια τέχνη που απαιτεί υπομονή και πολύ περισσότερα αποθέματα συναίνεσης απ’ όσα διαθέτει ένα «αδιάλλακτο πνεύμα αντιλογίας» όπως αυτός.

Να όμως που σήμερα, πίσω απ’ τους τίτλους των ταινιών του, βλέπει να ξεδιπλώνεται όλη του η ζωή: στα «Χρώματα της ίριδας» παντρεύτηκε τη μούσα του, Μαριάννα Σπανουδάκη, από το «Μελόδραμα;» χρονολογούνται οι ομηρικοί του καβγάδες με τον Λευτέρη Βογιατζή, χάρη στους «Τεμπέληδες της εύφορης κοιλάδας» πέρασε «ζωή και κότα» για ένα διάστημα στο Λος Αντζελες, το «Βαριετέ» συνέπεσε με την κρίση ηλικίας του, το «Ονειρεύομαι τους φίλους μου» ήρθε μετά την περιπέτεια της υγείας του στην Ινδία, αν δεν γύριζε το «Αθήνα-Κωνσταντινούπολη» ίσως να μην ταξίδευε στη γη των προγόνων του ποτέ…

Αποδεχόμενος την πρόσκληση του Μισέλ Φάις να μοιραστεί τα μυστικά της «κουζίνας» του, ο Νίκος Παναγιωτόπουλος βάλθηκε ν’ ανασύρει «απ’ το καλάθι των αχρήστων της μνήμης του» ό,τι έπιανε στα τυφλά, δίνοντας τελικά μια ολοζώντανη αφήγηση, πλημμυρισμένη από ιστορίες και συναντήσεις, αποφθέγματα και κρίσεις, λογοτεχνικές και σινεφίλ αναφορές. Ενα βιβλίο με τον προσωπικό του απολογισμό, που θα μπορούσε να διαβαστεί κι ως ανατομία του τι σημαίνει να είσαι κινηματογραφιστής στην Ελλάδα της «γλυκιάς, ανάλαφρης επιπολαιότητας», τη χώρα που ο ίδιος δεν θ’ άλλαζε με καμιά.

Γιος ενός αξιωματικού της χωροφυλακής που είχε αποτύχει ως θεατρικός επιχειρηματίας και μιας φιλόδοξης νοικοκυράς, απόφοιτης δημοτικού, ο Παναγιωτόπουλος μεγάλωσε σαν «παιδί-βασιλιάς», εισπράττοντας από την οικογένειά του τόση αγάπη «που φτάνει να φάν’ κι οι κότες». Σ’ αυτήν αποδίδει την -έως παρεξηγήσεως- αδιαφορία του για την αγάπη του κοινού, αν και όπως παραδέχεται με αφορμή την επιτυχία του «Αυτή η νύχτα μένει», ουδείς άτρωτος στους επαίνους και την κολακεία!

Το πρώτο μέρος του βιβλίου του είναι κυρίως αφιερωμένο στα δώδεκα χρόνια που πέρασε στο Παρίσι, τότε που βίωνε από τα μέσα την «τεράστια γιορτή» του Μάη του ’68 («ίσως η τελευταία περίοδος ανευθυνότητας της ζωής μου»), καταφέροντας παράλληλα ν’ αναδειχτεί σ’ έναν «από τους τρεις καλύτερους σκηνοθέτες διαφημιστικών στη Γαλλία». Ανάμεσα στην πρώτη και τη δεύτερη παρισινή του περίοδο, όμως, είχε προλάβει να πάρει μια γερή γεύση ως βοηθός σε ταινίες του αποκαλούμενου «καλού, παλιού ελληνικού κινηματογράφου»:

«Δεν ξέρω τι πολίτες θα βγάλει αυτή η χώρα, όταν το μόνο πράγμα που έχουν αποστηθίσει από την παιδική τους ηλικία είναι οι ατάκες αυτών των ταινιών, που ακόμα και από το βήμα της Βουλής εκστομίζονται ξανά και ξανά, σαν δείγμα ρητορικής δεινότητας των πολιτικών μας», σαρκάζει, θυμίζοντας τι μεσουρανούσε στην Ευρώπη εκείνη την εποχή: η γαλλική νουβέλ βαγκ, το αγγλικό φρι σίνεμα, ο ιταλικός νεορεαλισμός. Ωστόσο, «το πού θα στραφεί ένας σκηνοθέτης και το πού θα αναζητήσει τις εκλεκτικές του συγγένειες δεν νομοθετείται. Ούτε για χάρη της παράδοσης ούτε για χάρη της ελληνικής γραμμής. Κι ο Σαββόπουλος μας επιτιμούσε επειδή τάχα αλληθωρίζαμε προς το Παρίσι, εμείς όμως δεν είχαμε κανένα πρόβλημα που εκείνος αλληθώριζε προς τον Μπομπ Ντίλαν. Αντίθετα, μας άρεσε».

Για τον Παναγιωτόπουλο, η άκρως πολιτικοποιημένη ατομόσφαιρα της μεταπολίτευσης, τότε που «ακόμα και οι εφοπλιστές ντρέπονταν να πουν ότι δεν είναι αριστεροί», έβλαψε την πνευματική και καλλιτεχνική ατμόσφαιρα της χώρας. «Ποτέ δεν μου χρειάστηκε να γνωρίζω τις πολιτικές πεποιθήσεις του Ρενουάρ, του Ντράγιερ, του Βαν Γκογκ, του Γκέρσουιν για ν’ απολαύσω τα έργα τους. Δεν απεμπολώ την πολιτική (…) αλλά μπορεί κανείς να μιλήσει για τη μοναξιά, το φόβο του θανάτου, την ερωτική επιθυμία, χωρίς να έχει τύψεις ότι προδίδει τον εργαζόμενο λαό που παλεύει για μια καλύτερη μοίρα».

Με τη μεριά της ζωής

Γεγονός είναι ότι, με τα «Χρώματα της ίριδας» κιόλας, δίχασε. Κι έτσι, «έμαθα να μην καταθέτω τα όπλα με την πρώτη πιστολιά». Τότε, επίσης, συνειδητοποίησε «κι ένα πρόβλημα ντοστογιεφσκικού βάθους: ότι κάνουμε μια δουλειά που επιβάλλεται να μας θαυμάζουνε κι αυτοί τους οποίους περιφρονούμε». Πεπεισμένος ότι «όσο λιγότερα χρήματα κοστίζει μια ταινία, τόσο πιο ελεύθερος δημιουργικά αισθάνεσαι», για τις δικές του συχνά προτίμησε θέματα «μικρά, αφιλόδοξα, λιγοπρόσωπα», όπως και το ίνδαλμά του, ο Ρομπέρ Μπρεσόν.

«Ακόμα και στην τέχνη μου», ισχυρίζεται, «ποτέ δεν τα έδωσα όλα. Σε όλη μου την πορεία ήμουνα πάντα με τη μεριά της ζωής». Αυτή άλλωστε διεκδικεί τη μερίδα του λέοντος και στο βιβλίο του καθώς κάθε κινηματογραφικό του πείραμα συνδέεται με ανθρώπους που του ομόρφυναν τη ζωή.

Ο ίδιος κάποτε διακήρυσσε: «Είμαι ένας ερασιτέχνης κινηματογραφιστής γιατί μέσα στη λέξη ερασιτέχνης υπάρχει η λέξη εραστής κι η λέξη τέχνη, ενώ μέσα στη λέξη επαγγελματίας δεν υπάρχει τίποτα». Χρειάστηκαν χρόνια για ν’ ανακαλύψει ότι μέσα στο «επαγγελματίας» κρύβεται η λέξη «άγγελος». Σήμερα όμως «δεν ξέρω καν τι θέλω» ομολογεί. Αλλωστε, «ίσως και οι τέχνες να έχουν μια ορισμένη διάρκεια ζωής… Οπως και να ‘χει, δεν θα με χαλούσε, η ζωή μου και οι ταινίες μου να είναι σαν τα ταπεινά λουλούδια που ξεφυτρώνουν και χάνονται σε μια υπέροχη απουσία σκοπών»… *

«Σπουδάζοντας» στο Παρίσι

«Τα σπίτια μας ήταν στην πραγματικότητα τα καφενεία. Πρώτα λόγω θέρμανσης, κι ύστερα γιατί στα καφενεία γίνονταν όλα… Μπορούσες να κάθεσαι στο διπλανό τραπέζι με τον Σαρτρ και την Μποβουάρ, απέναντι από τον Ανταμόφ, μαζί με την Παλόμα Πικάσο. Μπορούσες να παίζεις φλιπεράκι με τον Φασμπίντερ και να πίνεις τον καφέ σου με κλεφτρόνια, φρικιά, τοξικομανείς (…) ενώ μπροστά σου περνούσε ο Σιοράν, τυλιγμένος σ’ ένα τριμμένο παλτό, να συνομιλεί με τον Ιονέσκο, ο Πολάνσκι που μόλις είχε φτάσει από τη Βαρσοβία κι έψαχνε κι αυτός την τύχη του, διάσημοι ζωγράφοι και γλύπτες, συγγραφείς, ποιητές και φιλόσοφοι, θεές και μάγισσες που έκαναν πεζοδρόμιο και ό,τι άλλο μπορείς να φανταστείς (…). Η κινηματογραφική μου παιδεία έχει να κάνει πιο πολύ με την τριβή στους δρόμους του Παρισιού παρά με σχολές, ταινίες και σκηνοθέτες (…). Οταν γύρισα το «Delivery», γελούσα που μερικοί δημοσιογράφοι με κατηγορούσαν πως, τάχα εγώ, από το Κολωνάκι, μιλούσα για τη σκοτεινή πλευρά της πόλης, για ξένους και για μαγικές στιγμές…»

Οι «Ζορμπάδες» της Μονμάρτρης

«Με τον Αγγελόπουλο συγκατοικήσαμε δύο χρόνια στο ίδιο δωμάτιο της Cite Universitaire. Θυμάμαι ότι έγραφε ποιήματα και μου τα αφιέρωνε (…) Κάναμε πολλές δουλειές μαζί, όπως λαθραίοι αφισοκολλητές, υπεύθυνοι καθαριότητας στο αεροδρόμιο του Ορλί, στα γραφεία της Air France, βάζαμε φακέλους σε διαφημιστικά φυλλάδια, δουλέψαμε ακόμα και σε ελληνική ταβέρνα στη Μονμάρτρη που λεγότανε «Ζορμπάς ο Ελληνας». Εκείνος τραγουδούσε ελληνικά τραγούδια του Χατζιδάκι (φαίνεται ότι από τότε είχε το χάρισμα να πείθει όλο τον κόσμο για το ταλέντο του), ενώ εγώ ντυνόμουν τσολιάς μαζί με άλλους και χορεύαμε για να έρθουν στο κέφι οι γάλλοι πελάτες. Το πρωί πηγαίναμε στα μαθήματα του Σαντούλ στο Ινστιτούτο Φιλμολογίας στη Σορβόνη, το βράδι φυσικά στη Cinemateque και στη συνέχεια ξενυχτούσαμε σε κάποιο κωλάδικο σχολιάζοντας εξονυχιστικά τις ταινίες» (…). Λόγω των επιδόσεών του στο τραγούδι, τότε στον «Ζορμπά τον Ελληνα», φώναζαν τον Αγγελόπουλο με το παρατσούκλι «Η φαλακρή τραγουδίστρια»».

Σαν πλανόδιο τσίρκο

«Η πανσπερμία των Ελλήνων που κατέκλυζε το Καρτιέ Λατέν από κάθε καρυδιάς καρύδι είχε κάτι από την ευφορία ενός πλανόδιου τσίρκου. Ηταν σειρήνες που δεν σε άφηναν σε ησυχία. Οπου και να περπατούσες συναντούσες κάποιον γνωστό και ανάμεσά τους ανθρώπους με ακαταμάχητη προσωπικότητα και γοητεία, που δεν αποζητούσαν παρά την αποπλάνησή σου, ένα είδος διαφθορέων του δρόμου. Ανάμεσά τους, ο Ράμφος, ο Τσαρούχης, ο Κούνδουρος, ο Κεσσανλής, ο Ελεφάντης, για να μην πω τους μη επώνυμους που δεν υστερούσαν σε κόλπα σαγήνης και προσωπική ακτινοβολία (…)»

Μπριζόλες και ποίηση

«Ο ποιητής Χριστοδούλου, που λόγω της συνεργασίας του με τον Θεοδωράκη στη δισκογραφία ήταν ο μόνος που είχε κάποια οικονομική επιφάνεια, όταν σε συναντούσε στο δρόμο σού πρότεινε να πάτε στο σπίτι του, αφού πρώτα αγοράσετε δυο μπριζόλες από τον χασάπη. Το αντίτιμο ήταν να σου διαβάσει τα ποιήματά του. Εμείς που το ξέραμε τον αποφεύγαμε, παρά τις μπριζόλες, αλλά αυτός, πονηρός, την έπεφτε στους νεοφερμένους. Ανάμεσα στα θύματά του ήταν και ο Νόλλας, που μετά το φαΐ και την ανάγνωση των ποιημάτων, για να μη φανεί αγνώμων και για να δείξει ότι πρόσεχε, του έκανε μια κριτική καλοπροαίρετη, με αποτέλεσμα ο Χριστοδούλου έξαλλος να τον πετάξει έξω με τις κλωτσιές».

Ο Βογιατζής και τα σημάδια του

«Μια φορά με δύο ηθοποιούς που με είχαν πρήξει «γιατί κάνουμε αυτό και γιατί κάνουμε εκείνο», για να τους εκδικηθώ έλεγα άλλα στον έναν και ακριβώς τα αντίθετα στον άλλον. Ε, λοιπόν, σας διαβεβαιώνω ότι δεν κατάλαβα καμία διαφορά στο παίξιμό τους. Εκείνο που για μένα είναι απαράβατος όρος είναι να πηγαίνουν οι ηθοποιοί στα σημάδια τους (…). Ο Βογιατζής διαμαρτύρεται συνεχώς, τάχα ότι τον αποσπούν από το παίξιμό του. Για καλή μου τύχη βρήκα ένα βιβλίο για τον Ντράγερ -τον οποίο ο Λευτέρης λατρεύει ως σπουδαίο δάσκαλο ηθοποιών- γραμμένο από τον οπερατέρ του. Οταν λοιπόν αναφέρεται στη σχέση του Ντράγερ με τους ηθοποιούς γράφει: «Εκείνο που τον απασχολούσε πολύ ήταν να πηγαίνουν οι ηθοποιοί στα σημάδια τους». Του το έδειξα και ησύχασα για λίγο καιρό (…). Δεν έχω δει τον Βογιατζή να εγκαταλείπει τη σκηνή και να βγαίνει στην οδό Κυκλάδων, επειδή το συναίσθημα τον οδηγεί εκεί. Δεν πρέπει να υποτιμούμε την τεχνική ούτε τη σύμβαση της κάθε τέχνης».

Ο συνάδελφος κύριος Βέντερς

«Θέλαμε (σ.σ.: στο πρώτο μέρος του «Ονειρεύομαι τους φίλους μου») να φιλμάρουμε ένα Βερολίνο της δεκαετίας του ’60, και για καλή μας τύχη, όχι μόνον δικιά μας αλλά και εκατομμυρίων Ανατολικογερμανών, μόλις είχε πέσει το τείχος. Η Stefi, που ήταν παραγωγός της ταινίας, συνεργαζόταν με τον Φίτενχοφ, διάσημο γερμανό παραγωγό, και μας φιλοξενούσε στα γραφεία του. Στον από πάνω όροφο βρισκόταν η «Road Moovies» του Βιμ Βέντερς, που κι αυτός εκείνη την περίοδο έκανε ρεπεράζ για την ταινία του «Αγγελοι πάνω από το Βερολίνο»… Οταν άρχισαν τα γυρίσματα, συναντιόμαστε κάθε πρωί. Η δική μας παραγωγή διέθετε ένα μοναδικό πουλμανάκι, που χωρούσαν μέσα ηθοποιοί, συνεργείο και μηχανήματα. Και η παραγωγή του Βέντερς, μια υπερπαραγωγή, με δεκάδες αυτοκίνητα, φορτηγά, γεννήτριες, γερανούς, ελικόπτερα, κι ό,τι άλλο μπορεί να φανταστεί κανείς. Τον χαιρετούσα με τη φράση «Καλημέρα σας, κύριε συνάδελφε», κι αυτός έβαζε τα γέλια». *

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here