Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΔΟΥΚΑ

Ξεκινήσαμε για την παραλία μέσα στον καύσωνα, με νωπές  τις εικόνες της πύρινης οργής, κοίτα  τί  συνέβη, τί  να πεις, είναι φοβερό. Επιθυμούσαμε-έστω στις συνθήκες αυτές-μια αληθινή, ανόθευτη επαφή με το φυσικό περιβάλλον της θαλάσσιας ακτής, χωρίς τις παρεμβάσεις αλλοίωσης με έργα «αναμόρφωσης»  κάποιας τοπικής ή κεντρικής αρχής. Φανταστήκαμε μια αδιαμεσολάβητη σχέση, που θα άφηνε τα ίχνη της στον εσωτερικό κόσμο, όπως παλιά οι παραλιακές σκηνές  στις  διακοπές των παιδικών χρόνων.

Συνωστισμός στη παραλιακή ζώνη. Χάος κυκλοφορίας,  δεν ξέρεις που να σταθείς ανάμεσα σε ανθρώπους, αυτοκίνητα, φυσικούς ήχους, ηχoσυσκευές, εναλλαγές  φωτός και  χρωμάτων.

Υπάρχει ωστόσο κάτι που συνενώνει τα πράγματα, σαν ένα νήμα συνέχειας  που  συγκρατεί μαζί,  θάλασσα, ήλιο, άνεμο, άμμο και βράχια, εδώ αυτά αποκτούν μια σωματική υπόσταση, που κινεί τους ανθρώπους πέρα-δώθε με ρυθμό, σαν συμφωνία συνόλου. Αν το καλοσκεφτούμε, υπάρχουν μερικά  πράματα που παραμένουν αναλλοίωτα στις όποιες εξελίξεις.  Αλλά τι μπορεί να  δένει τις πρωτογενείς αυτές δυνάμεις της φύσης μεταξύ τους, με τους ανθρώπους και τα πράγματα;

Θα πουν ορισμένοι,  «είναι τώρα ανάγκη να αναζητούμε παντού  νοήματα, αντί να αφεθούμε σε μια  άμεση επαφή με το ζωντανό στοιχείο της θάλασσας, βάλσαμο στη θλίψη »;  Μα αγαπητοί μου φίλοι,  αυτό ακριβώς είναι το θέμα.

Αν αποφασίσουμε να «παραδοθούμε» στην αγκαλιά της θάλασσας με όλες τις αισθήσεις ζωντανές, αν γίνουμε ένα με αυτήν, στη  «φοβερή τόλμη μιας στιγμής παραδομού» ( Έλιοτ), τότε  ναι, αυτή και μόνο αυτή δημιουργεί  τη σωματική-ψυχική ευαρέσκεια, εγγράφεται στις εμπειρίες της μνήμης αντί  μιας σχέσης που αναφέρεται ως: «πήγαμε στο Μύλο, δεν είχε κύμα, καλή θάλασσα», ή  «είδαμε τους τάδε γνωστούς, συζητήσαμε το άλφα  και το βήμα», μια μηχανιστική σχέση ρουτίνας. Στο κάτω-κάτω μια θερμική και μόνο εκτόνωση με το υδάτινο στοιχείο, εύκολα μπορεί να διεκπεραιωθεί ακόμα και   στη μπανιέρα του σπιτιού.

Διασχίσαμε τους χώρους των αυτοσχέδιων καφέ  της θάλασσας και της άμμου, εκεί όπου όλα τα θέματα έχουν τεθεί ανοιχτά: από  συνταγές μαγειρικής, τοπικά γεγονότα ως τα μεγάλα ερωτήματα  της ζωής και του κόσμου.

Κατευθυνθήκαμε κατόπιν σε πιο «κατασκευασμένους» χώρους, σε beach-bar. Φρέντο Εσπρέσο, ντεκαφεινέ.  Καπουτσίνο   xl.   Arabica ή κανονικό;   Χαρμάνια υλικών, σε πολλαπλές επιλογές, εναλλακτικές γεύσεις.

Σκυφτοί στους  πάγκους , στη μπάρα και στις ξαπλώστρες,  ανάμεσα σε οθόνες επικοινωνίας και   ηχητικούς αυτοσχεδιασμούς των DJ, hard pop, haus σε ώρες αιχμής,  ριπές ελληνάδικου post-rock,  all time classics,  smooth afro,  ethnic    melodies σε ρυθμούς χαλάρωσης. Αfter υπερβάσεις, άλλη διάσταση.

Παραγγείλαμε  ρακί με πάγο,  ψητό, λιαστό χταπόδι, φάβα συνοδευτικό και λακέρδα  παστωμένη, όπως συνιστά φίλος στο facebook. Περίεργα βλέμματα πάνω μας-λίγο υποτιμητικά-σαν κάποιος εκτός πραγματικότητας; Ή μήπως  ό,τι βλέπουμε  δεν είναι παρά  μια  προσομοίωση πραγματικότητας,  όπως ορισμένοι υποστηρίζουν;

«Αυτά δεν προσφέρονται», αντιπροτείνοντας γεύσεις χάμπουργκερ, μπέργκερ, διάφορα σάντουιτς. Φυσικά αρνηθήκαμε, εμμένοντας στις θέσεις μας  απέναντι σε ένα   καταναλωτισμό της ταχυφαγίας και μόνο για  να σωθούν τα προσχήματα, περιοριστήκαμε σε  διπλό εσπρέσο, λούνγκο, λίγη μαύρη,  άπερολ ή μοχίτο, το βλέπουμε αργότερα.

Με το πλαστικό κύπελο ανά χείρας, κινηθήκαμε για την εξεύρεση ζωτικού χώρου. Κατειλημμένοι χώροι ανάμεσα σε απλωμένα κορμιά, ξαπλώστρες δεν υπήρχε τίποτα. (Ελλιπής τήρηση μέτρων, παρεκκλίσεις, κατάσταση ελεγχόμενη προσώρας).

Εν πάση περιπτώσει, τακτοποιηθήκαμε σε μια ενδιάμεση θέση, υποτίθεται «προφυλαγμένη» υγειονομικά, διεκδικούμενη και πάντως μεταβατική για να επιχειρήσει κανείς το επόμενο αποφασιστικό στόχο για την είσοδο στη θαλάσσια ζώνη.

Ας μην υπερβάλλουμε, αφού ξέρουμε ότι η στενή γειτνίαση, η λεγόμενη «εγγύτητα», σαν κοινωνική ανάγκη, συντελεί κάποτε, σε κανονικές συνθήκες, σε σύσφιξη ανθρώπινων σχέσεων, εδώ μπορεί να δοκιμαστούν φιλίες ζωής, να γεννηθεί ένας μεγάλος έρωτας, όπως έχουμε δει στον  παλαιό, ελληνικό κινηματογράφο.

Τελοσπάντων,  τα καταφέραμε, με διάφορους ελιγμούς,  και ορίστε τώρα διαφεύγουμε  κολυμπώντας. Επιτέλους, αδέσμευτοι στο ελεύθερο κύμα! Τί είναι αυτή η θελκτική εμπειρία που μας κρατά σε εγρήγορση, μέσα σε τόσα εμπόδια, αν όχι μια επικοινωνία με το βαθύ άγνωστο, το απέραντο ή άπειρο  σύμφωνα με πολλές περιγραφές κορυφαίων του λόγου και της τέχνης;

Σαν μια ενέργεια, μια αόρατη κίνηση από τα βάθη που διαδίδεται από σώμα σε σώμα, από μορφή σε μορφή, αλλά διατηρείται μέσα στο χρόνο. Σαν μια ορμή, ένας παντοτινός έρωτας που ξεπερνά τα εμπόδια, δεν χάνεται, διαδίδεται παντού.

Κοίταξα γύρω μου το συναπάντημα φύσης, ανθρώπων και πραγμάτων. Πώς κινούνται, πώς συγκρατούνται όλα αυτά μεταξύ τους; Δεν μπορεί, υπάρχουν πράγματα αναλλοίωτα μέσα στις εξελίξεις, μια υπέρτατη φυσική δύναμη, πηγή ενέργειας. «Ήλιος ο Ηλιάτορας» όπως φαντάστηκε ο  Ελύτης:  «Κι έχουμε στο κατάρτι μας,  βιγλάτορα παντοτινό τον Ήλιο τον Ηλιάτορα».

Αν πάλι εξετάσουμε τα πράγματα από την οπτική της περίφημης θεωρίας της Έμι Νέτερ  για την αντιστοιχία ανάμεσα στις συμμετρίες στη φύσης και σε αντίστοιχους νόμους διατήρησης όπως συμμετρία στο χρόνο-διατήρηση ενέργειας, συμμετρία χώρου-διατήρηση ορμής και τα παρόμοια, καταλήγουμε σε ανάλογα συμπεράσματα: Υπάρχουν συμμετρίες  στη φύση (αλλά και ευρύτερα στον κοινωνικο-πολιτισμικό  κόσμο) που επικυρώνονται σε νόμους και αν κάποτε οι συμμετρίες ανατρέπονται είναι για να αναδυθεί μια συμμετρία ανώτερης τάξης, διαφορετικά θα διαιωνίζεται μια κατάσταση παρακμής, αστάθειας, ακραίων  φυσικών συνθηκών με κίνδυνο  παγκόσμιας κατάρρευσης, ενός θερμικού  θανάτου, μιας πυρηνικής ανάφλεξης. Πόσες αλήθεια ασύμμετρες απειλές σημαδεύουν τα χρόνια μας, χρόνια ταραγμένα…

Θάθελα, στις συνθήκες πανδημίας, εκτάκτων αναγκών,  να  μπορούσαμε να τιθασεύσουμε τα συγκρουόμενα κύματα τάξης-αταξίας, συνέχειας-ασυνέχειας, τις μεταλλάξεις της συμμετρίας, τη νέα εικόνα που αναδύεται στο βάθος, τους «ελκυστές» αλλαγών που κατευθύνουν το χρόνο, τα όνειρα, τις ματαιώσεις και τις αγωνίες..

Θάθελα, σε αυτή την παραθαλάσσια περιοχή όπου όλα είναι  άμεσα, διαφανή και αμείλικτα, να αφεθώ, να μείνω για πάντα εδώ, αν μου το επέτρεπαν οι συνθήκες (αχ αυτές οι συνθήκες!).

Θάθελα να συζητήσω για όλα αυτά με τους λουόμενους, αλλά δεν μπορούσα να βρω τα λόγια, τους κώδικες επικοινωνίας, τις λέξεις…

Ίσως δεν ξέρουν την ασύλληπτη νομοτέλεια, ώσπου στο τέλος, κάτω από τα περίεργα και ανήσυχα βλέμματά τους, «αν μου συμβαίνει  κάτι», προτίμησα να ετοιμάσω τα πράγματά μου και να αναχωρήσω, δίνοντας ραντεβού για την επόμενη μέρα. Ήταν ήδη αργά τα απόγευμα.

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here