Αποστολία Πάνου, Η περιοχή της Ροδιάς στην ιστορική διαδρομή της Θεσσαλίας. Από τους Προϊστορικούς χρόνους μέχρι σήμερα, 2019

 

του Βλάση Αγτζίδη (*)

Ένα από τα ερωτήματα που απασχολούν τους σύγχρονους ιστορικούς είναι το αν θα ήταν κατορθωτό με τη μελέτη της ιστορίας ενός μικρού τόπου και μέσω μιας επαγωγικής διαδικασίας, να συγκροτηθεί μια αξιόπιστη εισαγωγή στην ευρύτερη γενική ιστορία. Κατά πόσον η μελέτη ενός τόπου, που θα μπορούσε να είναι η ιδιαίτερη πατρίδα του ερευνητή, θα μπορούσε να οδηγήσει αρχικά στην καταγραφή της τοπικής ιστορίας του ευρύτερου χώρου -όπου εντάσσεται άμεσα η ιδιαίτερη πατρίδα- και μέσω αυτής στη γενική ιστορία του έθνους ή του κράτους. Υπάρχει μια άποψη που δεν απαντά θετικά στο ερώτημα αυτό, θεωρώντας ότι ενδεχομένως η μερικότητα της τοπικής ιστορίας παραποιεί την ευρύτερη ιστορική πραγματικότητα, μιας και μένει προσηλωμένη στον άμεσο περίγυρο.

Η παρούσα μελέτη της φιλολόγου Αποστολίας Πάνου δίνει αυτόματα την απάντηση στο ερώτημα αυτό. Και η απάντηση είναι καταφατική, εφόσον ξαναφέρνει πετυχημένα στο προσκήνιο τη σχέση της τοπικής με τη γενική ιστορία. Η Πάνου επιχειρώντας να μελετήσει το χωριό της, Ροδιά που βρίσκεται στη Θεσσαλία, από πολιτισμικής, λαογραφικής και ιστορικής πλευράς, αναζητά επιτυχώς τις πηγές για να περιγράψει το χώρο στην μεγάλη του χρονική εξέλιξη. Και στη συνέχεια, μέσα από την ιστορική αποτύπωση του ευρύτερου θεσσαλικού χώρου συναντά τη γενική εθνική ιστορία, τόσο στη μεσαιωνική και οθωμανική του περίοδο, όσο περισσότερο στην περίοδο μετά την ενσωμάτωση στην Ελλάδα. Με τον τρόπο που παρουσιάζει την τοπική ιστορία, την οδηγεί αβίαστα στη συνάντηση με την ευρύτερη εθνική. Η συγγραφέας κατανοεί απολύτως τους αλληλοεξαρτώμενους παράγοντες –κοινούς και ιστορικά καθοριστικούς- που υπεισέρχονται μεταξύ της τοπικής και εθνικής ιστορίας. Έτσι, καλλιεργεί την κριτική ικανότητα του αναγνώστη και αναδεικνύει την οικουμενικότητα που έχουν οι τοπικές εμπειρίες, ιστορικές και πολιτισμικές.

Το παρελθόν και τα γεγονότα που είναι χαμένα μέσα στον ιστορικό χρόνο, αποκτούν νέα υπόσταση και εντάσσονται σε μια προοπτική, η οποία τα συνδέει με το παρόν και το μέλλον. Το παρελθόν γίνεται ικανή και αναγκαία συνθήκη, μετατρέπεται σε προϋπόθεση για να οριστούν εκ νέου οι σημερινές προτεραιότητες, σε ένα περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από την ομογενοποίηση που βασίζεται στην εξαφάνιση των ιδιαιτεροτήτων και στην επικράτηση πολιτισμικών τηλεοπτικών προτύπων.

Σε παλιότερες εποχές θα αρκούσε μια διαφορετική διαπραγμάτευση της τοπικής ιστορίας, χωρίς ιδιαίτερη έμφαση στο απώτερο -και απώτατο κάποιες φορές- παρελθόν. Στη σημερινή όμως εποχή, όπου η τεχνολογία έρχεται να ολοκληρώσει την ομογενοποίηση -που αναπόφευκτα άρχισε με τη δημιουργία του έθνους κράτους- και να παραδώσει τους πληθυσμούς στις διαδικασίες της παγκοσμιοποίησης, η αναζήτηση κάποιων αρχέγονων σταθερών προβάλλει ως αντίσταση. Η αναδόμηση  και η ισχυροποίηση των πολιτιστικών ταυτοτήτων είναι πιθανόν να προκαλέσουν εμπόδια στην τάση μαζικοποίησης των ανθρώπινων κοινωνιών.

Η εκ νέου ανάδειξη του ατόμου και του προσώπου ως συνόλου ιδιαίτερων και μοναδικών χαρακτηριστικών, φαντάζει ως στάση αντίστασης στην αλλοτρίωση. Και ακριβώς αυτή η εκ νέου ενίσχυση της πολιτισμικής ταυτότητας αποτελεί στόχο της συγγραφέως, που όμως δεν παγιδεύεται από τον ρομαντικό τοπικισμό. Παρότι η Αποστολία Πάνου εκκινεί από την αγάπη για τον γενέθλιο τόπο και την πρόθεση να εισφέρει στην αυτογνωσία των προερχόμενων από τη Ροδιά ώστε, όπως γράφει, να: «’συναντηθούν’ οι γενιές των συντοπιτών μας, οι νεότεροι με τους παλαιότερους» και για να «αντιληφθούν καλύτερα τη θέση τους στο χώρο και στο χρόνο, για να ενταχθούν σ’ αυτόν πιο συνειδητά», δεν επιτρέπει το συναισθηματικό υπερτονισμό. Αυτή η εκ νέου συνάντηση των δύο ομάδων  (οι νεότεροι με τους παλαιότερους) βασίζεται πλέον στη γνώση και στις κατά καιρούς αναβιώσεις κάποιων εθίμων. Όμως οι οικογενειακοί δεσμοί έχουν πλέον χαλαρώσει, οι κοινωνίες έχουν αποσαρθρωθεί εξαιτίας των αλλαγών στην παραγωγική διαδικασία, στην αστικοποίηση και τη ραγδαία εγκατάλειψη της υπαίθρου, της μετανάστευσης, του πολιτισμικού βομβαρδισμού με ποικίλα άλλα στοιχεία, της ανάπτυξης της καταναλωτικής κοινωνίας. Τα παλαιά παραδοσιακά πρότυπα έχουν καταρρεύσει και στη θέση τους εδραιώθηκε ένα πλήθος από καινοφανείς μικροαστικές συνήθειες που έφερε η ‘’κοινωνία της αφθονίας’’.

Η συντελούμενη πολιτισμική μεταλλαγή επιφέρει αναπόφευκτα και την αντίδραση και δρομολογεί διεργασίες πολιτιστικής αφύπνισης. Έτσι ερμηνεύεται η αύξηση του ενδιαφέροντος για τον παραδοσιακό πολιτισμό, η έκρηξη των παραδοσιακών χορευτικών συγκροτημάτων. Άξιο παρατήρησης είναι το γεγονός ότι σε επίπεδο πόλης, συνοικίας, επαρχίας  σημειώνεται μεγάλη πολιτιστική δραστηριότητα με μουσικές και χορευτικές εκδηλώσεις, θεατρικές παραστάσεις, εκθέσεις και δημιουργία τοπικών μουσείων κ.λπ. Ακριβώς σ’ αυτό το γενικότερο πλαίσιο εντάσσεται και η μελέτη της Αποστολίας Πάνου για τη Ροδιά.

Είναι σαφές ότι το κύριο κίνητρο για τη συγγραφή της μελέτης αυτής είναι ο ψυχικός και πνευματικός σύνδεσμος με τη γενέθλια γη, η ανάμνηση του τρόπου ζωής και των αξιών της τοπικής κοινωνίας. Όμως η συγγραφέας κρατά την απαραίτητη για τον ερευνητή  απόσταση από το αντικείμενο της μελέτης της και σε καμιά στιγμή δεν χάνει τη σωστή αντίληψη του μέτρου. Μέσα από τα μεθοδολογικά εργαλεία και την εμπειρία του σήμερα, καταφέρνει να προσεγγίσει με επιτυχία το παρελθόν. Αποδεικνύεται έτσι γι άλλη μια φορά ότι το παρόν και τα νέα προτάγματα, δίνουν νόημα στην Ιστορία και οδηγούν σε μια πληρέστερη προσέγγιση του παρελθόντος.

Το έργο της Πάνου χαρακτηρίζεται από την σφαιρικότητα στη προσέγγιση και την πληρέστατη διαχρονική εικόνα του συγκεκριμένου τόπου. Και ακριβώς γι αυτό επιτυγχάνει την κατανόηση του ευρύτερου κόσμου μέσα από τη μελέτη του ειδικού, του μερικού, της  περιορισμένης γεωγραφικά περιοχής. Οι πληροφορίες και οι καταγραφές για την ιστορία του χωριού και τον περιβάλλοντα γεωγραφικό του χώρο, συμβάλλουν στην κατανόηση των λεπτών κοινωνικών ισορροπιών, των μεγάλων εθνικοτοπικών διαφορών, των εν πολλοίς ακόμα και σήμερα αδιερεύνητων στην ολότητά τους σημείων που σχετίζονται με την Εθνική Αντίσταση και την ιταλο-γερμανική Κατοχή. Καταφέρνει να αναδείξει το γεγονός ότι η ιστορία του τόπου της δεν χαρακτηρίζεται από την ακινησία, αλλά ότι είναι αποτέλεσμα  μια διαρκούς εξέλιξης και μιας διαδραστικής επιρροής από ποικίλους, διαρκώς μεταβαλλόμενους, παράγοντες.

Αυτό το καλογραμμένο βιβλίο προσφέρει μια χρήσιμη γνώση δίνοντας ένα εξαιρετικά κατανοητό περίγραμμα της ιστορίας της Θεσσαλίας, ενταγμένης στον ελληνικό ιστορικό χώρο, με βάση την ιστορία μιας μικρής ιδιαίτερης πατρίδας. Χωρίς πολύπλοκη –και ενοχλητική πολλές φορές- ορολογία επιτρέπει την καλή ιστορική εποπτεία βασισμένο σε πλήθος πηγών, καθώς και σε αφηγήσεις της προφορικής ιστορίας.  Είτε ασχολούμαστε ως ερευνητές, είτε ως αναγνώστες που απολαμβάνουν τα συμπεράσματα μιας επίπονης ερευνητικής διαδικασίας, έχουμε πολλά να μάθουμε από αυτήν την εξαιρετική παράθεση-σύνθεση ιστορικών και λαογραφικών στοιχείων.

—————

(*) Ο Βλάσης Αγτζίδης, είναι διδάκτωρ Σύγχρονης Ιστορίας, μαθηματικός, https://kars1918.wordpress.com/

 

 

 

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here