Περιδιαβαίνοντας στο ‘Βουνό’ του Λουκά Κούσουλα

 

 

Του Γεωργίου Νικ. Σχορετσανίτη

Πρόσφατα, στις 15 Μαΐου, συγκεκριμένα, έφυγε  από ετούτο τον κόσμο, ο φιλόλογος Λουκάς Κούσουλας (1929-2019), ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων. Μια σεμνή μορφή της λογοτεχνίας η οποία παρά το γεγονός ότι παρουσιάστηκε στα γράμματα με δημοσιεύσεις εδώ κι’ εκεί σε διάφορα περιοδικά, μόλις το 1983 προχώρησε σε συγκεντρωτική έκδοση μια σειράς δοκιμίων με τίτλο ‘Μετά τα φιλολογικά’ από τις Εκδόσεις Καστανιώτη, αν κρίνω τις διαθέσιμες πληροφορίες από την πάντα χρήσιμη βάση πληροφοριών της βιβλιονετ.   Βρίσκεται στη διάθεσή μου η πρώτη έκδοση του ‘Βουνού’ του Λουκά Κούσουλα, η οποία είδε το φως της δημοσιότητας το 1982, από το Βιβλιοπωλείο της Εστίας. Βεβαίως, αργότερα  (στα 1999 και 2004), ο ίδιος εκδοτικός οίκος επανακυκλοφόρησε το συγκεκριμένο βιβλίο του Κούσουλα με αισθητές  τροποποιήσεις στα κείμενα και την προσθήκη κάποιων καινούργιων  κεφαλαίων.

Αναφέρεται, λοιπόν, στην χρονική περίοδο 1940-1945 την οποία βίωσε ο συγγραφέας, μικρό παιδί, στην ιδιαίτερη πατρίδα του, το χωριό Σουβάλα Παρνασσού, όπως ονομαζόταν το χωριό μέχρι τα 1928, το σημερινό  Πολύδροσο του Παρνασσού, αν και ακόμα και σήμερα οι παλιότεροι, τουλάχιστον, κάνουν αρκετά συχνά χρήση της παλιάς του ονομασίας. Η συγγραφή του βιβλίου ολοκληρώθηκε στην Αγία Παρασκευή, το 1979. Επομένως από αυτής της πλευράς, θα μπορούσαμε να κατατάξουμε το συγκεκριμένο πόνημα στις ιστορικές μαρτυρίες, όπου ο γράφων υπήρξε πρωταγωνιστής, συμμέτοχος ή έστω απλός μάρτυρας των γεγονότων, χωρίς να επιζητεί με οποιονδήποτε τρόπο τη σαφή  θέση ανάμεσα στην ‘αντιστασιακή λογοτεχνία’ και, μεταξύ των άλλων, για το γεγονός ότι  τα γεγονότα εξελίσσονται αποκλειστικά στα χρόνια του δευτέρου μεγάλου πολέμου.  Με τα μάτια ενός αθώου  δεκάχρονου παιδιού, ο Λουκάς Κούσουλας παρατηρεί και περιγράφει τα δραματικά γεγονότα που διαδραματίζονται στο χωριό του και τη γύρω περιοχή των χωριών του Μπράλου, όπως την Αγόριανη, Μαριολάτα, Γραβιά, Καστέλια, και τόσα άλλα.

Κάνει λόγο για τους γερμανόφιλους της ιδιαίτερης πατρίδας του, ΄… όταν στην καρδιά της κατοχής, ο καινούργιος διχασμός έδενε τα στάχια του, καρπερά όσο ποτέ άλλοτε…’, τα κρυοπαγήματα των εμπλεκομένων ανταρτών,  τους μαυραγορίτες που έκαναν τακτικά την παρουσία τους, τους πεινασμένους κατοίκους των χωριών, τις κλεψιές και ληστείες που έδιναν και έπαιρναν, για τον μεγάλο σταθμό του Γοργοπόταμου για τον οποίο έχει την εντύπωση ότι άκουσε το βρόντο με τα αυτιά του και είδε την αστραπή του,  την προδοσία, όλα χωρίς τον όποιο διχαστικό ή εμπαθή, από τη μία ή την άλλη μεριά, λόγο.

Το αφηγηματικό ύφος του Λουκά Κούσουλα, απλό και συνάμα εντελώς προσωπικό,  χαρακτηρίζεται από τη λαϊκή γλώσσα των χωριών της περιοχής. Παρά το γεγονός ότι το κείμενο γράφτηκε πολύ αργότερα, αφού όπως σημειώνει τελείωσε στα 1979, ο συγγραφέας δεν προβαίνει σε κανένα είδος καλλωπισμού του, ή έστω κάποια προσπάθεια να εξωραΐσει και να δικαιολογήσει τα γραφόμενα και τους ισχυρισμούς του. Προφανώς και δεν είναι ιστορική καταγραφή γεγονότων, παρά το γεγονός ότι  ενδιάμεσα στο κείμενο αναφέρονται ορισμένες ημερομηνίες.

Στο 1945, όταν πλέον η αφήγηση του Κούσουλα περατούται, ορισμένα στελέχη  επικεφαλής της αντίστασης στα χωριά του Παρνασσού, είναι ξεκάθαρα στους σκοπούς τους: ‘…Συναγωνιστές. Όσοι νιώθουν αδύνατοι, εντάξει, ας αποσυρθούν! Όσοι όμως μπορούν και είναι αποφασισμένοι να κρατήσουν ψηλά τη σοβιετική σημαία…’,  προοιωνίζοντας τη γνωστή συνέχεια της ιστορίας. Με κάποια φιλοσοφική διάθεση στο τέλος, ο Κούσουλας εύχεται από καρδιάς η κόρη του να φοιτήσει στα ‘δικά της κολέγια’, τη Σορβόννη και το Κέϊμπριτζ, αλλά ‘… το δικό μας – πως να το κάνουμε – τώρα; Δεν το διαλέξαμε! – ήταν λοιπόν ο Σουριάς! Και δεν αλλάζει με τίποτα’.

‘Θα πρέπει να έχουν όλα τελειώσει/Δε γίνεται να συνεχίζει κανένας/αφού δεν ελπίζει—εκτός αν/βάνοντας μπρος από την αρχή/τον κατάλογο των ρημάτων/βρεθεί πάλι κανένα/πρόθυμο να πάρει αυτό πάνω του/καμιά νέα περιπέτεια.

‘Τι θα λέγαμε λόγου χάρη/ακολουθώντας τον γνωστό συνειρμό/για το αναπνέω—αποκομμένο από το ελπίζω!/Εφόσον ας πούμε αναπνέω/σε τίποτα ψηλώματα κατά προτίμηση/στο αεράκι της πατρίδας/στώμεν καλώς…’,

 

λέει σε ένα ποίημά του απ’ τις πολλές ποιητικές συλλογές που μας άφησε φεύγοντας μόνιμα για τα βουνά της πατρίδας του!

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here