Πέντε ολιγόστιχα ποιήματα του Λάνγκστον Χιουζ

 

 

 

 

Απόδοση-Σχόλια:  Γεωργίου Νικ. Σχορετσανίτη

 

Αποδοχή (Acceptance)

 

Ο Θεός  μες την άπειρη σοφία Του

Δεν με έκανε πολύ σοφό

Έτσι, όταν οι πράξεις μου είναι κουτές

Δύσκολα θα εκπλήξουν  το Θεό

 

‘Acceptance’

 

God in His infinite wisdom

Did not make me very wise-

So when my actions are stupid

They hardly take God by surprise

 

Ένα από τα πολλά σύντομα  ποιήματα του Λάνγκστον Χιουζ. Το ποίημα περιέχει ένα πολύ αιχμηρό σημείο, αλλά παράλληλα δίνει κι ένα χιουμοριστικό  μήνυμα. Αποτελείται από τόσο λίγες λέξεις, ενώ την ίδια στιγμή προκαλεί για πολύ περισσότερες  σκέψεις. Στο ποίημα, ο ποιητής χρησιμοποιεί το ρυθμό και τη μεταφορά για να μεταδώσει το γεγονός ότι πρέπει να αποδεχθούμε το πεπερασμένο όριο της σοφίας και των γνώσεών μας. Για να μας πει ότι η σοφία μας είναι περιορισμένη εάν συγκριθεί με κείνη του Θεού. Πρέπει να δεχτούμε το γεγονός ότι δεν μπορούμε να κάνουμε πολλά σε σύγκριση με τον Θεό, αλλά μπορούμε να κάνουμε περισσότερα, αν προσπαθούμε.

* * * * *

Φοβισμένοι (Afraid)

 

 

Κλαίμε

ανάμεσα στους ουρανοξύστες,

όπως έκλαιγαν οι πρόγονοί μας

ανάμεσα στα φοινικόδεντρα  της Αφρικής.

Γιατί είμαστε μονάχοι,

Είναι νύχτα

Και φοβόμαστε.

 

‘Afraid’

 

We cry among the skyscrapers

As our ancestors

Cried among the palms in Africa

Because we are alone,

It is night,

And we’re afraid.

 

* * * * *

 

Μετά από πολλές ανοίξεις (After Many Springs)

 

 

Τώρα,

Τον Ιούνιο,

Όταν η νύχτα είναι μια απέραντη απαλότητα

Γεμάτη με μπλε αστέρια,

Και σπασμένες αχτίδες  του φεγγαριού,

Που πέφτουν πάνω στη γη,

Είμαι πολύ μεγάλος  για να δω τις νεράιδες που χορεύουν

Δεν μπορώ να τις βρω πια.

 

‘After Many Springs’

 

Now,

In June,

When the night is a vast softness

Filled with blue stars,

And broken shafts of moon-glimmer

Fall upon the earth,

Am I too old to see the fairies dance

I cannot find them any more.

 

Το ποίημα αναμφίβολα έχει να κάνει με την  ενηλικίωση. Όταν είμαστε παιδιά, μπορούμε να δούμε τις νεράιδες, λέει ο ποιητής, να χορεύουν και τόσα άλλα που παρελαύνουν συχνά πυκνά από τις  παιδικές μας αισθήσεις. Όταν είμαστε παιδιά, οι καρδιές και τα μάτια μας είναι ανοιχτά με απεριόριστες δυνατότητες και πιθανότητες. Όταν είμαστε ενήλικες, μετά από πολλές ανοίξεις, τον… Ιούνιο, τουτέστιν σε προχωρημένη ηλικία, κατάκοποι πλέον από τα χρόνια που ζήσαμε, δεν πιστεύουμε σε πράγματα που δεν μπορούμε να δούμε, που δεν είναι χειροπιαστά.

* * * * *

 

Ο αμερικανικός σπαραγμός (American Heartbreak)

 

Είμαι ο Αμερικανός σπαραγμός

Ο βράχος πάνω στον οποίο η Ελευθερία

Πάτησε τα δάχτυλα των ποδιών της

Το μεγάλο λάθος

Που έκανε η Τζέιμσταουν

Αρκετό καιρό πριν.

 

‘American Heartbreak’

 

I am the American heartbreak–

The rock on which Freedom

Stumped its toe–

The great mistake

That Jamestown made

Long ago.”

 

Ο αφηγητής ισχυρίζεται ότι είναι ο ‘αμερικανικός σπαραγμός’ και ο βράχος πάνω στον οποίο πάτησε η ελευθερία. Είναι το ‘μεγάλο λάθος’ που έκανε η αποικία της  Τζέιμσταουν, εδώ και πολύ καιρό. Στον ‘αμερικανικό σπαραγμό’,  ο Λάνγκστον Χιουζ ασχολείται με μερικά από τα ίδια κρίσιμα θέματα που αντιμετωπίζει και σε άλλα ποιήματα, όπως η γενικότερη θέση των Αφροαμερικανών στη χώρα, η δυσκολία για την επίτευξη του αμερικανικού ονείρου και τα τρέχοντα διαδικαστικά προβλήματα της δουλείας. Ο Χιουζ αρχίζει το ποίημα του παραπέμποντας τον αναγνώστη  στις καταβολές των Ηνωμένων Πολιτειών. Συγκεκριμένα στο Πλύμουθ Ροκ, που σηματοδοτεί ένα αξιόλογο γεγονός της αμερικανικής ιστορίας. Το Πλύμουθ Ροκ (Plymouth Rock) είναι ο παραδοσιακός χώρος αποβίβασης του Γουίλιαμ Μπράντφορντ και των συντρόφων του   που ίδρυσαν την Αποικία του Πλύμουθ το 1620, ένα σημαντικό σύμβολο στην αμερικανική ιστορία. Η πρώτη γραπτή αναφορά για την ύπαρξη του βράχου εμφανίστηκε  το 1715, όταν περιγράφτηκαν τα όρια της πόλης ως ένας μεγάλος βράχος. Στις πρώτες σελίδες της  αμερικανικής ιστορίας το Πλύμουθ Ροκ αναγνωρίζεται ως ο τόπος όπου οι βιομηχανικοί και  θρησκευτικοί άποικοι αγωνίστηκαν με την έρημο, έγιναν φίλοι με τους Αμερικανούς ιθαγενείς, και ίδρυσαν μαζί  την Αμερική ειρηνικά. Σε επόμενες σελίδες  αργότερα εμφανίζεται η αγορά του Μανχάταν από τους Ολλανδούς για μια χούφτα μπιχλιμπίδια, κι  όλα αυτά συχνά αποτέλεσαν σημεία της υπερηφάνειας για ορισμένες γενιές  Αμερικανών. Σε αυτό το ποίημα, φυσικά, ο Χιουζ εφιστά την προσοχή του ανυποψίαστου αναγνώστη στην σκοτεινότερη πλευρά της αμερικανικής ίδρυσης!

Οι νύξεις του Χιουζ για το ‘μεγάλο λάθος  που έκανε η Τζέιμσταουν εδώ και πολύ καιρό’, έχει να κάνει με το γεγονός ότι οι πρώτοι άποικοι βίωσαν τη δουλεία μέσα σε μια δεκαετία από την άφιξή τους στις αποικίες. Η αποικία ιδρύθηκε το 1609, και δέκα χρόνια αργότερα, οι ολλανδοί έμποροι έφεραν την πρώτη ομάδα, κάπου δεκαεννέα Αφρικανών σκλάβων που είχαν πάρει  από ένα ισπανικό πλοίο. Στα 1640, καταγράφτηκαν οι πρώτοι επίσημοι σκλάβοι στη Τζέιμσταουν, και έκτοτε καθιερώθηκε και ήταν πλέον γεγονός το ιδιότυπο θεσμικό πλαίσιο του ‘σκλάβου’. Μάλλον όμως, η Τζέιμσταουν, ο οικισμός αυτός στην αποικία της Βιρτζίνια, ήταν ο πρώτος μόνιμος αγγλικός οικισμός στην Αμερική, η πρώτη αποικία της Βρεττανικής Αυτοκρατορίας. Η Τζέιμσταουν, στη συνέχεια,  ήταν η πρωτεύουσα της αποικίας για 83 χρόνια, από το 1616 μέχρι το 1699.

Όπως και να έχει το πράγμα, ο Χιουζ στο ποίημα, καθιστά εμφανές ότι, παρά την ιδεαλιστική και εμπνευσμένη ρητορική της ελευθερίας και της ισότητας που κρύβεται πίσω από την ίδρυση των Ηνωμένων Πολιτειών, η χώρα προώθησε με κάθε τρόπο τη δουλεία και τη φυλετική ανισότητα από την αρχή της ύπαρξής της. Η δουλεία είναι το εμπόδιο πάνω στο οποίο πατά η ελευθερία  στο πλαίσιο της αμερικανικής ιστορίας και ο βράχος της δουλείας το βρώμικο ανοικτό μυστικό της αμερικανικής δημοκρατίας. Ομιλεί ένας Αμερικανός, αλλά στην πραγματικότητα,  αφροαμερικανός. Έτσι στέκεται ‘έξω’ από αυτή για να κριτικάρει αυτό που βιώνει τόσο έντονα στο εσωτερικό της. Το ποίημα με την έννοια αυτή,  προσφέρει μια σημαντική εικόνα για τις ηθικές και πολιτικές έννοιες της Τζέιμσταουν.

* * * * *

 

Αρντέλλα (Ardella)

 

Θα ήθελα να σε παρομοιάζω

Σαν  μια νύχτα χωρίς αστέρια

Αν δεν ήταν για τα μάτια σου.

Θα ήθελα να σε παρομοιάζω

Σαν έναν  ύπνο χωρίς όνειρα

Αν δεν ήταν για τα τραγούδια σου.

 

‘Ardella’

 

I would liken you

To a night without stars

Were it not for your eyes.

I would liken you

To a sleep without dreams

Were it not for your songs.

 

Δεν υπάρχει κάποιο αναγνωρίσιμο σύστημα ομοιοκαταληξίας που να ακολουθεί ο Χιουζ σε αυτό το ποίημα. Φαίνεται να είναι γραμμένο σε ελεύθερο στίχο.  Ωστόσο, αν διαιρέσουμε το ποίημα σε δύο στροφές των τριών  η κάθε μία, τότε οι δύο στροφές  είναι εντυπωσιακά παρόμοιες. Ο ποιητής πλάθει την εικόνα ενός κοριτσιού, που φαινομενικά ονομάζεται Ardella, το οποίο είναι γενικά μια ήρεμη παρουσία, εκτός από τα σπινθηροβόλα  μάτια της και τα χαρούμενα τραγούδια της. Η  ‘Ardella’ μπορεί να φαίνεται ότι είναι ένα απλό ποίημα στην επιφάνειά του με την πρώτη ανάγνωση του περιεχομένου του, αλλά υποκρύπτει σίγουρα κάποιο άλλο νόημα, γιατί είναι γνωστό ότι  υπάρχουν άφθονα στοιχεία στην ποίηση του Λάνγκστον Χιουζ  που υποδηλώνουν ότι πάντοτε αναφέρεται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στην αφροαμερικανική ζωή, εμφανώς ή σιωπηρά. Εάν το θεωρήσουμε αυτό αληθινό, τότε η ‘Ardella’ μπορεί να διαβαστεί ως μια αλληγορία της ανθεκτικότητας της αφροαμερικανικής κοινότητας. Οι ζωές τους είναι τόσο σκοτεινές, όσο το βράδυ, και δεν φαίνεται κάποια  ελπίδα στον ορίζοντα να μετριάσει το σκοτάδι ή να το κάνει έστω  υποφερτό. Ωστόσο, τα μάτια τους ακόμα λάμπουν με ενθουσιασμό, με την πρώτη ευκαιρία.  Η ζωή τους φαίνεται να είναι τόσο μονότονη, όσο και ένας ύπνος χωρίς όνειρα, και αντιμετωπίζουν καθημερινά το θάνατο   κάτω από το βάρος των εργασιών που τα λευκά    αφεντικά τους διατάσσουν να φέρουν εις πέρας.  Ωστόσο, ακόμα και μέσα από αυτές τις επώδυνες εμπειρίες, τα τραγούδια τους εξακολουθούν να διατηρούνται ζωντανά. Τα τραγούδια που ο ποιητής αναφέρει εδώ, είναι μια  σειρά μουσικών στυλ των αφροαμερικανών, αρχής γενομένης από τα τραγούδια των σκλάβων στις φυτείες των λευκών στον αμερικάνικο Νότο,  στα μπλουζ της δεκαετίας του 1920 και του ’30, καθώς και την τζαζ των δεκαετιών του 1950 και του ’60. Άλλωστε είναι γνωστό ότι ο Λάνγκστον Χιουζ ενδιαφερόταν για τη μουσική των μαύρων, ειδικά για τους ρυθμούς της τζαζ μουσικής. Πίστευε ακράδαντα ότι η μουσική ήταν ένας καίριος  τρόπος με τον οποίο η αφροαμερικανική κοινότητα αντιμετωπίζει την σκληρή καθημερινότητα, και ως εκ τούτου, είδε στη μουσική τη δυνατότητα για ένα είδος πολιτιστικής επανάστασης στην κοινότητά του.

 

 

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here