Του Νίκου Τσούλια

 

Ζουν και μεγαλώνουν μόνο με ένα όνειρο, να φύγουν από τη γη τους. Η πατρίδα τους δεν τους θέλει; Δεν μπορεί να τους κρατήσει; Δεν καταλαβαίνουν τι ισχύει από τα δύο, τι είναι αυτό που τους διώχνει. Από την πρώτη στιγμή που νιώθουν τον εαυτό τους αντιλαμβάνονται ότι πρέπει να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους. Τα παραμύθια τους μιλάνε για το φευγιό. Ζουν και μεγαλώνουν από μικρά παιδιά μαζεύοντας χρήματα, για να μπορούν να φύγουν.

Να φύγουν και να στέλνουν πίσω λεφτά, να ζήσουν γονείς και θείους, παππούδες και γιαγιάδες, αδέλφια και αδελφές. Να τους φέρουν και ρούχα και παπούτσια και κανένα ασημικό. Θρέφονται με αυτή την ελπίδα. Κάθε μέρα που πηγαίνουν με τα ζώα στα ξεροχώραφα σκέπτονται και ξανασκέπτονται, μαθαίνουν τις μεγάλες πόλεις της Ευρώπης και κάνουν και ξανακάνουν σχέδια, τα ζωγραφίζουν με ένα ξύλο πάνω στο διψασμένο χώμα. Διψασμένοι και αυτοί απ’ τη ζωή, δεν θέλουν να μαραζώνουν μέσα στη φτώχεια. Εκεί στις πόλεις πολλά τα φώτα, γεμάτοι οι δρόμοι με αυτοκίνητα, τα καταστήματα γεμάτα τρόφιμα και εμπορεύματα. Η τηλεόραση τα δείχνει καθαρά. Και κανένας τους δεν τα χαζεύει, δεν θαυμάζει τα τόσα και τα τόσα αγαθά. Όλοι περπατάνε δίπλα από τις βιτρίνες σαν να μην νιώθουν τους θησαυρούς που είναι τόσο κοντά τους.

Στα κρύα βράδια του χειμώνα και πιο πολύ στις υπαίθριες νύχτες του καλοκαιριού φτιάχνουν και ξαναφτιάχνουν τις παρέες με τις οποίες θα ξεκινήσουν μαζί. Ορκίζονται μεταξύ τους ότι θα γυρίσουν κάποια στιγμή στα σπίτια τους, ότι θα ξαναδούν τους δικούς τους, ότι οι μανάδες τους δεν θα μαραζώσουν με τις φωτογραφίες στον κόρφο τους. Αλλά μέσα στα κοινά όνειρα και σχέδια, κρυφά και χωρίς να το θέλουν κάνουν και προσωπικά όνειρα μέσα στα όνειρα και σχέδια μέσα στα σχέδια.

«Αν μου τύχει η καλή και παντρευτώ καμιά ντόπια, γιατί να μην φτιάξω τη ζωή μου μια και έξω; Γιατί να ξαναγυρίσω πίσω και να ξαναπάρουν τα δικά μου παιδιά και τα παιδιά των παιδιών μου ξανά και ξανά τους δρόμους για την ξενιτιά, για το άγνωστο; Γιατί να μη γλιτώσω από τους τόσους και τόσους ρατσιστές που κυνηγάνε κάθε μετανάστη με τα ξύλα στα χέρια; Ποιος μπορεί να ξέρει τι είναι το σωστό; Παλιά οι παππούδες μας έδιναν συμβουλές στο πώς θα τα καταφέρουμε με τη δύσκολη γη, με την ξηρασία, με τη φτώχεια. Τώρα είναι τα πράγματα ακόμα πιο δύσκολα. Είναι και η τηλεόραση που δείχνει τόσα φώτα και τόσα πλούτη σε τόσους και τόσους τόπους. Λένε ότι ακόμα και δουλειά να μην έχεις αρκούν τα περισσεύματα στα σκουπίδια για να περνάς καλά».

Αλλά αυτό που σκέπτεται κρυφά και δεν το ομολογεί ο καθένας ξέρει ότι το ίδιο κάνουν και οι άλλοι. Και έτσι ξανασυναντιούνται και πάλι στα κοινά, στα ανομολόγητα όνειρά τους. Αλλά δεν συναντιούνται μόνο στα όνειρά τους, φανερωμένα και αφανέρωτα. Συναντιούνται και στα μαύρα σκοτάδια του φόβου, του φόβου που είναι απλωμένος παντού. «Και που δεν είναι; στην Τουρκία ή σε κάποια Αφρικανική χώρα που θέλουν μπαξίσια όλοι όσοι μπορούν να σου κάνουν έλεγχο, που οι δουλέμποροι θέλουν να πάρουν και το τελευταίο δολάριο, που τα σαπιοκάραβα μπορούν να σε θαλασσοπνίξουν και να μετά να βυθιστούν όλοι εκεί κάτω στην πατρίδα από τη μαυρίλα του χαμού μας για όλη τους τη ζωή και να μην ξέρουν με ποιον να τα βάλουν, με τους εαυτούς τους που μας γέννησαν, με την πατρίδα μας που μας αποδιώχνει, με την καταραμένη φτώχεια. Όχι με το Θεό ποτέ δεν τα βάζουν.

«Αλλά και άμα δεν φύγεις, δεν μπορείς να ζήσεις, δεν σε χωράει ο τόπος. Όλοι σε κοιτάνε παράξενα, σε θεωρούν άχρηστο. Δεν είναι μόνο οι ξένες ματιές, είναι και οι δικές σου ματιές που σου ρίχνουν τα τόσα και τόσα όνειρά σου, που τα κουβαλάς από μικρό παιδί και γίνονται εφιάλτες όταν δεν κάνεις ούτε καν μια απόπειρα να τα συναντήσεις. Ξέρεις, όσοι νέοι μένουν εκεί κάτω μαραζώνουν οι περισσότεροι. Και εκείνο που τους βαραίνει πιο πολύ απ’ όλα είναι ότι δεν θέλουν και τα παιδιά τους να κάνουν τα ίδια και τα ίδια όνειρα μ’ αυτούς. Αλλά πώς μπορείς να ζήσεις χωρίς να πλάθεις ούτε καν ψεύτικα όνειρα, όταν η φτώχεια είναι παντού γύρω σου; Άμα βάλεις τη φτώχεια και στη σκέψη σου, γερνάς και μαραζώνεις από τότε που είσαι νέος. Σχεδόν όλοι είναι έτσι στα φτωχά χωριά μας. Όλοι μας έχουμε πατρίδα τη φτώχεια, την καταραμένη φτώχεια…».

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here