Pasolini του Έϊμπελ Φεράρα

Pasolini

Σκηνοθεσία: Abel Ferrara

Ηθοποιοί: Willem Dafoe, Riccardo Scamarcio, Ninetto Davoli

 

Προσπαθώντας να “διαβάσει” κάνεις την νέα ταινία του πάντοτε ιδιαίτερου Ιταλοαμερικάνου σκηνοθέτη Έιμπελ Φεράρα, ένα ανάμεικτο αποτέλεσμα καλλιτεχνικού ψυχογραφήματος και ανορθόδοξης βιογραφίας ενός από τους πιο αιρετικούς και ταυτόχρονα ταλαντούχους σκηνοθέτες και διανοητές της Ιταλίας, του Πιέρ Πάολο Παζολίνι, καταλήγει μάλλον άθελά του στη διαπίστωση ότι ο ίδιος ο σκηνοθέτης μοιάζει να σκανδαλίζεται ίσως περισσότερο από όσο θα έπρεπε από την εικόνα αυτού που επιχειρεί να περιγράψει ή ακόμη και να κατασκευάσει.

Το αποτέλεσμα μιας τέτοιου είδους απρογραμμάτιστης τροπής, καθιστά την τελική εικόνα ημιτελή μεν, ίσως ακόμη και δυσνόητη, παρόλα αυτά όμως εύστοχα σαγηνευτική και ενδιαφέρουσα, παραδίδοντας τελικά ίσως μόνο ένα μικρό δείγμα της μεγάλης προσωπικότητας ενός σκηνοθέτη, δοκιμιογράφου, ποιητή, ακτιβιστή και καλλιτέχνη που επηρέασε όσο λίγοι και σίγουρα τόλμησε όσο κάνεις άλλος.

Ο Φεράρα, διατηρώντας στοιχεία αμφιλεγόμενης αισθητικής και αποτελεσματικότητας -οι δίγλωσσοι διάλογοι, όπως και στο ανεκδιήγητο “Καλώς ήρθατε στη Νέα Υόρκη”, μοιάζουν περισσότερο να μπερδεύουν παρά να απλοποιούν- αλλά και χωρίς ίχνος σκανδαλοθηρικής διάθεσης, παραθέτει ένα κολάζ από στιγμές, γεγονότα (μυθοπλαστικά και μη) σκέψεις και υποσυνείδητες εμμονές που συντρόφευσαν τον μεγάλο Ιταλό δημιουργό τις τελευταίες 24 ώρες της ζωής του, πριν την βάρβαρη δολοφονία του σε μια απόμερη παραλία της Όστια.

Pasolini

Στην σκοτεινή και σκιώδη πραγματικότητα (τόσο της ίδιας της εποχής, όσο και της σκηνοθετικής ματιάς) παρεμβάλλονται αναζωογονητικές σκηνές που αντικατοπτρίζουν ή θυμίζουν τόσο προηγούμενα έργα του (“Σαλό ή 120 μέρες στα Σόδομα”, “Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο”), όσο και ανολοκλήρωτες σκέψεις, γράμματα και σκηνοθετικές απόπειρες, με το ομολογουμένως στο πνεύμα της κινηματογράφησής του και ευτυχώς χωρίς καμίας διάθεσης ρεβιζιονισμού κομμάτι του “Porno-Teo-Colossal” να αντανακλά την αλληγορική αναζήτηση της ιδεολογικής αλήθειας του δημιουργού.

Η γεμάτη νωχελικά πλάνα κινηματογράφηση του Φεράρα, ο οποίος σίγουρα αρέσκεται να προκαλεί με τις σεναριακές επιλογές του, κινείται από το αφαιρετικό στο συγκεκριμένο, επιμένοντας σχεδόν  πάντα σε “τυχαίες” λεπτομέρειες. Η αφήγηση σκόπιμα ασυνεπής, αναζητώντας ίσως έναν φορμαλιστικό πειραματισμό, ενσωματώνει μέσα της κομμάτι της αντισυμβατικότητας ενός καλλιτέχνη που τέσταρε όσο ζούσε τα όρια του σινεμά.

6ec6230f-6a0a-4357-b82e-426f8f35f503-2060x1236

Η πρόθεση μοιάζει γενναία αλλά το αποτέλεσμα μάλλον χαρακτηρίζεται ελλειπτικό, διατηρώντας μεν το χρώμα και το άρωμα της ταραγμένης (όχι μονό καλλιτεχνικά) περιόδου, αλλά σκορπώντας αφελώς την όποια προσπάθεια σύνδεσης του στιλ με την ουσία. Επιχειρώντας αρκετά επιτηδευμένα να κάνει πράξη το κεντρικό ρητό του φιλμ “Η αφήγηση πέθανε. Τώρα την πενθούμε.”, και ταυτόχρονα αμελώντας ίσως εσκεμμένα (με υποτυπώδεις αναφορές) την πολιτική δράση και ιδεολογία του Παζολίνι, όπως επίσης και τις σοβαρές υπόνοιες γύρω από την αποτρόπαια δολοφονία του, τελικώς φαίνεται να δίνει περισσότερο προσοχή στο κάδρο πάρα στον ίδιο τον πίνακα.

Πάντως η επιλογή του Γουίλιαμ Νταφόου, ενός ηθοποιού ικανού να ενσαρκώσει τον Χριστό και τον “Αντίχριστο”, αποδεικνύεται πέρα ως πέρα επιτυχημένη. Ο ίδιος ερμηνεύει με τέτοιο τρόπο που βελτιώνει τις όποιες αδυναμίες του φιλμ, χαρίζοντας -πέρα από την εκπληκτική του ομοιότητα- πινελιές διαύγειας σε ένα ιδιοσυγκρασιακό πορτρέτο που πολλές φορές επανανακαλύπτεται (από την ίδια τη σκηνοθεσία) ως πόστερ καπιταλιστικής μόδας της εποχής. Στα θετικά στοιχεία του φιλμ, σίγουρα επισημαίνεται και η εμφάνιση του Νινέτο Ντάβολι, μόνιμου ηθοποιού, στενότατου φίλου και παλαιότερου εραστή του Παζολίνι στο ρόλο του “Επιφάνιο”, όπως και η μικρή συμμέτοχη της ογδοντατριάχρονης Αντριάνα Άστι, υποδυόμενη την αιώνια αγάπη του δημιουργού, τη μητέρα του.

 

Είναι γεγονός ότι το “Παζολίνι” πάσχει από ένα είδος “δημιουργικού παλιμπαιδισμού”. Μοιάζει σεναριακά εγκλωβισμένο, με μικρή εμβάθυνση στον κεντρικό χαρακτήρα, πολλές φορές εννοιολογικά αδύναμο, παρουσιάζοντας τελικά ένα διακριτικό ψυχογράφημα, με μεγάλο θεωρητικό άλλα μικρότερο πρακτικό ενδιαφέρον. Παρόλα αυτά όμως, αδιαμφισβήτητα πρόκειται για ένα φιλμ αξιόλογου κινηματογραφικού επιπέδου που δεν διστάζει να πει ό,τι αισθάνεται, παίζοντας ταυτόχρονα με το φως και τη σκιά, αναζητώντας την καλλιτεχνική ψευδαίσθηση ενός ανθρώπου που ήθελε απλά να αποκαλείται “συγγραφέας”. Ένα πρωτοποριακό ομάζ σε έναν αντισυμβατικό καλλιτέχνη, ορκισμένο αντίπαλο των στερεότυπων, της φόρμας, και των ηθικολογιών. Και εκεί λοιπόν είναι που το φιλμ πετυχαίνει. Κατορθώνει, τόσο διακριτικά όσο και περίτεχνα να αποδώσει την τραγική τόλμη και μοιραία ένταση ανάμεσα στον καλλιτέχνη και το έργο του.

 

3/5 αστέρια

Αχτσιόγλου Παναγιώτης

Print Friendly, PDF & Email

1 ΣΧΟΛΙΟ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here