Του Γεωργίου Νικ. Σχορετσανίτη

Εκπλήσσει πραγματικά ετούτη η συνήθεια των τελευταίων ετών. Αναφέρομαι στην συχνή παρουσία πολιτικών κατά κύριο λόγο προσώπων  στους τηλεοπτικούς δέκτες, αν και τελευταία οι γιατροί διεκδικούν μεγάλο μερίδιο από την διαθέσιμη πίτα.  Από τ’ αξημέρωτα, λοιπόν, κάπου στις έξι συνήθως το πρωί, κάποιοι ακόμα και αργά το βράδυ, βρίσκονται κοντά στους δημοσιογράφους των καναλιών και μαζί μας εφ’ όσον έχουμε συντονισθεί στις εκεί συχνότητες.  Παλιότερα, ήταν περισσότερο συχνό το φαινόμενο να βρίσκονται οι συνεντευξιαζόμενοι  στις εγκαταστάσεις του κάθε σταθμού, διαδικασία που είχε, όμως, ως απαραίτητη προϋπόθεση να έχουν  ξυπνήσει κάποια ώρα νωρίτερα. Σήμερα ευτυχώς, με τη βοήθεια του skype και των άλλων γνωστών και δημοφιλών μέσων κοινωνικής δικτύωσης κάποια πράγματα είναι ευκολότερα αλλά δεν παύει και αυτή η συνήθεια να απαιτεί και να καταναλώνει πολύτιμο χρόνο και διαθέσιμη ενέργεια.

Στην πλειονότητα των περιπτώσεων, οι πολιτικοί μας όχι μόνοι με τους δημοσιογράφους, αλλά παρέα για σύντομο χρονικό διάστημα με εκπροσώπους των άλλων πολιτικών παρατάξεων με σκοπό τι άλλο από την αντιπαράθεση σε κρίσιμα ζητήματα που απασχολούν την κοινωνία, με σοβαρά και λογικά, υποτίθεται, επιχειρήματα. Όμως όλοι έχουμε συνηθίσει σε εκείνο που διαμείβεται εκεί. Οχλαγωγία, αγένεια, διακοπές έτσι για το θεαθήναι από τους συντονιστές της συζήτησης με σκεπτικό να λάβει χώρα το απαραίτητο για τους χορηγούς της εκπομπής διαφημιστικό διάλειμμα, ανύπαρκτη εν πολλοίς ευγένεια από μεριάς πολλών, προσπάθεια των ομιλούντων για όσον το δυνατόν υψηλότερη ένταση φωνής ώστε να ακουστεί η φωνή του κάθε προσκεκλημένου πάνω από εκείνη του υποτιθέμενου αντιπάλου του, και τόσα άλλα στα οποία γινόμαστε μάρτυρες οσάκις αποφασίσουμε να παρακολουθήσουμε την εκπομπή ή έστω ένα μέρος της. Βέβαια, για να είμαστε ειλικρινείς, όλοι  οι παρευρισκόμενοι ούτως ή άλλως έχουν εθιστεί σε αυτή τη μεγαλειώδη παρουσία τους και δεν τους ενοχλεί ούτε τους δημιουργεί σχετικό πρόβλημα, αλλά αναφύεται αυτόματα το ερώτημα, τι ερωτήματα προκαλεί η όλη συζήτηση στους δύστυχους τηλεθεατές γιατί δεν μπορούμε να συζητάμε για συμπεράσματα που θα  εξαχθούν μέσα από αυτή την ομιχλώδη διαδικασία. Όσοι έχουν ταξιδέψει σε άλλες δημοφιλείς χώρες γνωρίζουν για κάπως παρεμφερείς καταστάσεις, αλλά η κατάσταση εκεί στέκεται σε ένα ανεκτό επίπεδο κουλτούρας και πολιτισμού. Εδώ όσο καλοήθης και να προσπαθήσει να γίνει η σχετική κριτική ενός καλόπιστου θεατή, κάπου η όλη ιστορία, μάλλον, σκοντάφτει.

Απορεί κανείς πόσο συχνά ορισμένα μέλη της κυβέρνησης βρίσκονται εδώ κι’ εκεί παρουσιάζοντας τις θέσεις τους, με την ελπίδα να αναλύσουν την κατάσταση ενός συγκεκριμένου θέματος  που αφορά το δικό τους υπουργείο, επιδιδόμενοι σε σχεδόν καθημερινούς χαριεντισμούς με τους γνωστούς τους πια δημοσιογράφους, αρκετοί είναι εκείνοι που αποκαλούνται με το μικρό τους όνομα, και η όλη ιστορία καλά κρατεί. Φυσικά δεν εστιαζόμαστε μόνο στα κυβερνητικά μόνο στελέχη, γιατί κάτι παρόμοιο ισχύει και για αρκετούς  βουλευτές όλων των πολιτικών σχηματισμών  σε μια προσπάθεια να γίνουν γνωστοί ανά το πανελλήνιο, γνωστοί και δημοφιλείς σε πολίτες και πολιτικούς προϊστάμενους και ούτω καθ’ εξής.

Βεβαίως έχει ειπωθεί πολλάκις όταν έρχεται μπροστά αυτή η συζήτηση, ότι ο θεατής διαθέτει το μαγικό εργαλείο, το τηλεκοντρόλ,  ώστε να παρακολουθεί τα προγράμματα του ενδιαφέροντός του, αλλά στις περισσότερες των περιπτώσεων αποτυγχάνει να τα αλλάξει παρασυρόμενος από τον οίστρο των ανακοινώσεων και λεγομένων στα τηλεοπτικά παράθυρα!  Όμως, πάντοτε υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις που μας περιμένουν! Να κλείσουμε κάποια παράθυρα και ταυτόχρονα να ανοίξουμε άλλα, πιθανόν να αποτελεί την εναλλακτική ή τη σωστή λύση!

Οποία θλίψη ή ελπίδα, για να θυμηθούμε,  θα μπορούσε να προκαλέσει η έννοια του δικού τους ‘παράθυρου’, διαχρονικά στους ποιητές μας,  άραγε; «Κλείσε τα παράθυρα», ονομαζόταν ένα ποίημα του  Ναπολέοντα  Λαπαθιώτη, όταν αναφερόταν  στα δικά του παράθυρα! «Κλείσε το παράθυρο μη βλέπουν οι γειτόνοι/και την πόρτα σφάλισε και σβήσε το κερί/η αγκαλιά μου επύρωσε, σαν τη φωτιά, και λιώνει/για σφιχταγκαλιάσματα κι όλο καρτερεί…», έγραφε, με την ευαισθησία που τον διέκρινε!  Και ο Οδυσσέας  Ελύτης, με τη σειρά του, είχε τη δική του άποψη για τα παράθυρα:  «… Τα παράθυρα βρίσκονται εκεί για να ταξιδεύουν τη ματιά/Για ν’ αποκαλύπτουν ορίζοντες/Για να υπόσχονται το ‘παραπέρα’/ Για να λούζουν στο αληθινό φως τ’ άδεια δωμάτια…». Φυσικά οι ποιητές συνέδεαν την έννοια αυτή με κάποια προσωπικά τους βιώματα και βαθύτερες ανάγκες, και δεν γνωρίζουμε είναι αλήθεια κατά πόσο και πώς θα είχαν επηρεασθεί από τη σημερινή κατάσταση που παραπέμπει αλλού και τι άραγε θα μπορούσαν να μας συμβουλεύσουν στο συγκεκριμένο θέμα. Σε όλα αυτά θα μπορούσαμε να προσθέσουμε και την άποψη του Κ. Π. Καβάφη, για τα δικά του ‘παράθυρα’ που φιλοδοξούσε να ανεύρει στις κάμαρές του, αφού όπως διατεινόταν, «… Όταν ανοίξει ένα παράθυρο θάναι παρηγορία/Μα τα παράθυρα δεν βρίσκονται, ή δεν μπορώ/να τάβρω. Και καλλίτερα ίσως να μην τα βρω./Ίσως το φως θάναι μια νέα τυραννία…». Ο σημερινός τηλεθεατής, λοιπόν,  τι θα μπορούσε να αναμένει από αυτές τις τηλεοπτικές διαμάχες και διαξιφισμούς;  Σίγουρα όχι εκείνο που περίμενε ο Άρης Αλεξάνδρου από το «Παράθυρό» του: «… Περιμένουμε το φως να μπει απ’ το παράθυρο/ίδιο φιλί γυναίκας μέσα απ’ το σκισμένο πουκάμισο»!

 

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here