Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΣΕΒΑΣΤΑΚΗ

Με τους φίλους ηθοποιούς κατεβήκαμε τις σκάλες στο δευτεροκλασάτο σκυλάδικο της Πατησίων. Αρχές του 1982-1983. Το γλέντι ήταν φουσκωμένο. Συρτά, καλαματιανά, άστραφτε η αοιδός, η ορχήστρα, τα λαμέ.

Ο τραγουδιστής ήταν ένας καημένος με βαμμένα κόκκινα μαλλιά. Τον συμπλήρωνε μια πληθωρική και κουρασμένη ξανθιά. Μιμούνταν το ντουέτο Γαβαλά – Ρίας Κούρτη, τα ανεβάσματα, τις ηχητικές συνέχειες, προσπαθούσαν να πιάσουν το φωνητικό χρώμα. «Στο σταυροδρόμι», «Μη μου μιλάτε», διάφορα. Ντρεπόμουνα λίγο στο καταγώγιο, αλλά εκείνη την περίοδο περνούσα μια συναισθηματική κρίση και έβρισκα παρηγοριά στα λαϊκά μαγαζιά και στα γήπεδα.

Ο Πάνος Γαβαλάς ανήκε στην ημίφωτη ή την απαγορευμένη ζώνη για μας τους νεοφώτιστους του Βάιλ, του Άισλερ, του Ντασάου, τους φανατικούς του έντεχνου, για τους έκθαμβους του «Άξιον Εστί» και των «Ορνίθων». Όμως το έντεχνο τραγούδι ήταν (είναι) επιτρεπτικό, συμπεριληπτικό. Τελικά μπορούσε να σου αφήσει περιθώρια να συναντήσεις τον λαϊκό ήχο ακόμα κι αν αυτολογοκρινόσουν.

Τα προηγούμενα χρόνια κάθε Σάββατο πρωί πήγαινα στη «Σύγχρονη Εποχή», στο «Θεμέλιο» για τη βασική μαρξιστική βιβλιοθήκη, από τα δισκάδικα της Μπενάκη αγόραζα κασέτες. Σιγά – σιγά έκτιζα μια συλλογή, πέρα από τα οικογενειακά βινύλια. «Μεγάλος ερωτικός», «Άξιον Εστί», «Καπνισμένο Τσουκάλι», «Ιθαγένεια», «Νέγρικα», «Νυν και Αεί», «Καντάτα για τη Μακρόνησο», «Ανεπίδοτα γράμματα», «Φράγμα»… Άπειρες συλλογές, ποιητές μελοποιημένοι, τραγουδιστές σπάνιοι, καινούργιες φόρμες που σε πήγαιναν παντού. Τεράστια συνοικοδόμηση μιας μεγάλης και πρωτότυπης μουσικής χώρας. Ο ένας οδηγούσε στον άλλον.

Ο Χατζιδάκις και ο Μίκης στους Ξαρχάκο, Μαρκόπουλο, Μαμαγκάκη, Λεοντή, Λοΐζο, Μικρούτσικο, Χάλαρη, Μούτση, Ανδριόπουλο, Γρηγορίου, Γλέζο, στην Πλάτωνος, στην Καραΐνδρου, στον Κουρουπό, στην ομάδα της Λιλιπούπολης, στους Γερμανούς του Μπρεχτ, στα συμφωνικά του 20ού αιώνα, τους Ρώσους, τον Μπερλιόζ και, και… Κι όμως η πίκρα, τα ερωτικά χτυπήματα άφηναν να ζήσει και (αν απελευθερωνόσουν) να ανθοφορήσει ο Γαβαλάς, το υπόγειο λαϊκό τραγούδι.

Χόρευαν τα κορίτσια, χτυπούσαν τα χέρια οι συνοδοί, γονατισμένοι, παρεξηγιάρηδες. Ουίσκι με φρουτοσαλάτα, ηλεκτρικό μπουζούκι και αρμόνιο. «Μη μου μιλάτε». Μια ζάλη και μια στεναχώρια, μέχρι το πρωί που σκούπιζαν τα γκαρσόνια. Τα θυμήθηκα στην προχθεσινή παρουσίαση της μονογραφίας του Γαβαλά που έγραψε ο Δημήτρης Μανιάτης (εκδόσεις Λιβάνη). Άκουγα στον «κόσμιο» χώρο του Θεοχαράκη την Παπάζογλου, τον Μαργαρίτη, τον Δεληβοριά, τη Γιάννα, τον Τοπάλη, τον Πολυκανδριώτη – αναγνώστη. Ξαναγύρισε μετά πολλά χρόνια η συγκίνηση, μακριά από την πρωτεϊκή αγωνία, αλλά παρ’ όλα αυτά δυνατή, συμπαγής. Τι έχω κάνει στη ζωή μου, ποιοι με αγαπάνε, αν θα με θυμάται κανείς.

Τριήμερο του Αγίου Πνεύματος, της σκέψης, της διανοητικότητας, της αγάπης πάντα. Ξέρω ότι οι χαρές φεύγουν, οι φωνές όμως μένουν, οι αναμνήσεις επιδρούν, σκηνοθετούν. Στα τριήμερα (στα μαθητικά μου χρόνια ήταν διήμερα) δεν προλάβαινα τη χαρά. Δεν μου έφτανε ο χρόνος να τη χωρέσω. Σκέφτομαι τι βλακεία να στεναχωριέμαι στα 20. Στην ηλικία της αθανασίας πώς είναι δυνατόν να υπάρχει λύπη. Εν τούτοις μέσα από τη λύπη (έστω αυτή τη ναρκισσιστική, της νεότητας) καταλαβαίνεις την τέχνη όχι ως άσκηση και πόζα, αλλά ως απάντηση.

Στο πλάι της «σκυλάδικης» περιόδου μου κρατιόμουνα από τον Λειβαδίτη, τον Αναγνωστάκη, τον Ρίτσο, τον Χειμωνά, τον Γκάτσο. Ανακάλυψα την πνευματική κυκλοφορία ανάμεσα στα ύφη, ανακάλυψα πόσο σημαντικό είναι να χρειάζεσαι αυτό που κάνεις και όχι να αντιστοιχεί στο μελετητικό καθήκον.

Από Αυγή

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here