Το καλοκαίρια κατέβαινε από τον συνοικισμό τους στην Αγια-Παρασκευή του Βουνού στη Νεάπολη, έξι χιλιόμετρα σχεδόν αχάρακτος δρόμος, οδηγώντας τον γαϊδαράκο τον Περιστέρη, φορτωμένον εμπόρευμα, αγορασμένο από ξένα περιβόλια. Χόρτα, μελιτζάνες αμπελοφάσουλα, πεπόνια και αγγούρια, σύκα, σταφύλια, καρπούζια. Το χειμώνα πουλούσε ξύλα. Άσθμαινε το ζωντανό μα προχωρούσε σίγουρα, γνώριζε τους δρόμους, ακόμη και τα σπίτια των πελατών, εμπρός στα οποία στάθμευε χωρίς προσταγή.

Στην πάντοτε ορθάνοιχτη αυλόπορτά μας το αγόρι στεκόταν κι έβαζε  φωνή: «Νονά, ε, νονά. Ο Βασιλάκης είμαι!!!» κι η μάνα μου έσπευδε γελαστή  – αναδεξιμιός της δα- και «Καλώς τον, καλώς το Βασιλάκη μου. Έλα μέσα να δροσιστείς με μια γκαζόζα, να αντλήσεις νερό και για τον Περιστέρη…» Κι έμπαινε περίχαρος ο Βασιλάκης αφού πρώτα της ασπαζόταν το χέρι ενώ  συγχρόνως της έτεινε την ανθοδέσμη: ζίνιες και ντάλιες και βασιλικός πλατύφυλλος του οποίου η μυρωδιά σου έκοβε τα πόδια.

Τις Κυριακές του χειμώνα το ίδιο δρομολόγιο. Αν έκανε καμιά επιπλέον στάση ήταν για να χαϊδέψει τον Περιστέρη· ή για να του μιλήσει χαδιάρικα: «Κανείς δεν έχει τέτοιο φίλο. Πουθενά δεν θα βρεις άλλον Περιστέρη…» Εννοείται ότι δεν τον καβαλίκεψε ποτέ. Ούτε στην επιστροφή. «Α, μα τώρα θα ‘ναι κουρασμένος» είχε απαντήσει όταν τον ρώτησα σχετικώς.

Και όσο διαρκούσε η σχολική περίοδος, το ίδιο δρομολόγιο πάλι. Μόνο που ερχόταν μόνος του· πεζή. Διάνυε την απόσταση με βήμα γοργό και με τη βαριά, πάνινη τσάντα με τα βιβλία και το κολατσιό του, τοποθετημένη χιαστί. Κάπου-κάπου έπιανε κάποιο τραγούδι· διαδιδόταν ότι μέχρι και τα πουλιά έκαναν παύση για να τον ακούσουν. Τόσο καλλίφωνος ήταν. Και τόση η χαρά του που πήγαινε στο σχολείο. Το λάτρευε! Η μόνη καταφυγή του, άλλωστε. Έξι αδέλφια, μάνα κατάκοιτη, πατέρας χαμένος  στη Χιλή. Συγκεκριμένα στο λιμάνι Βαλπαραϊσο. Με μια Χιλιανή χορεύτρια και πολλά μικρά παιδιά λιγνά και μελαμψά.

Με την έναρξη εκείνης της σχολικής χρονιάς να ‘μαστε κιόλας στην πρώτη Γυμνασίου! Ευωδιές σχολικών ειδών, μοσκοβόλημα ψιλόβροχου, άρωμα γαζίας ανάμεικτο με μοσκοβολιά από αμάραντες σεμπρεβίβες, μυρωδιά λιαστού χταποδιού, ανάσες θαλασσινών βράχων, α, εκείνος ο Σεπτέμβριος ήταν γεμάτος αρώματα. Αλλά και αφίξεις: στη λίμνη Στρογγύλη τρυγόνια και ορτύκια, ψαραετοί και κύκνοι, χαλκόκοτες, νανογέρακα, αγριόπαπιες. Και στο παμπάλαιο Γυμνάσιο η καινούργια φιλόλογος. Νεοδιόριστη. Κοπελίτσα. Πρασινομάτα και κατσαρομάλλα. Και γελαστή. Κυριακή το όνομά της και δεν αργήσαμε να της αφιερώσουμε τις καρδιές μας. Και, εξάλλου, γιατί όχι; Από το πλάσμα αυτό μόνο καλά κι ακριβά πράγματα αποκόμισα. Στην έδρα, που ήταν σαθρό ξύλινο τραπέζι, υπήρχε ένα πήλινο βάζο. Αυτό το βάζο άστραφτε καθημερινώς από τα λουλούδια που έφερνε ο Βασιλάκης. «Ορίστε δεσποινίς» της τα πρόσφερε με χαρά.

Σαν μπήκε ο χειμώνας ο Βασιλάκης ερχόταν καθυστερημένος. Η λάσπη. Οι πέτρες που έφραζαν το δρόμο. Το σκοτάδι και η βροχή. Το κρύο. Τα ακατάλληλα ρούχα. Συχνά λησμονούσε και τα λουλούδια. Κι ακόμη συχνότερα έγερνε το ταλαιπωρημένο κορμί στο θρανίο και κοιμόταν. Ύπνους σύντομους. Ντροπαλούς. Το κεφάλι του έμενε ακίνητο σαν τις κεφαλές των αγαλμάτων που, στοιβαγμένα στη διπλανή αίθουσα, περίμεναν την Αρχαιολογική Υπηρεσία. Εμείς δεν τον ενοχλούσαμε· άλλωστε θα αναπλήρωνε. Ήταν ο καλύτερος απ’ όλους μας.

Εκείνες τις στιγμές η δεσποινίς Κυριακή μιλούσε χαμηλόφωνα, περπατούσε στις μύτες των ποδιών, και ρίχνοντας ανήσυχες ματιές προς τον συμμαθητή μας, σίμωνε και τον σκέπαζε με ένα από τα πανωφόρια που κρέμονταν στον καλόγερο. Όταν ο συμμαθητής μας άρχισε να βήχει επίμονα, η  δεσποινίς Κυριακή, μετά από συνεννοήσεις, τον πήρε στο δωμάτιο που νοίκιαζε και που διέθετε ένα επιπλέον ντιβάνι. Τον γιατροπόρεψε και μας τον έφερε αρχές Δεκεμβρίου στην τάξη με ένα καινούργιο πανωφόρι· ζεστό και στα μέτρα του. Χρώματος μπλε. Εγώ είχα γεμίσει το βάζο με μεγάλα κατακίτρινα χρυσάνθεμα κομμένα από την πρασιά μας που φάνταζε από μακριά ολόχρυση. «Πάρτα, για σένα τα ‘φερα, Βασιλάκη…Περαστικά σου!» είπα κι εκείνος μου χαμογέλασε δειλά. Και άστραψε σαν ολόγιομο φεγγάρι το πρόσωπό του.

Ελένη Σαραντίτη

Print Friendly, PDF & Email

5 ΣΧΟΛΙΑ

  1. Ανάσες, ευωδιές, στοργή και δυσκολίες, κι αγάπη, πόση αγάπη… Κι αυτή η γαζία… έτοιμη και φέτος να ανοίξει, να θυμίσει… Ελένη μου, σ΄ ευχαριστούμε γαι τον Βασιλάκη και τον Περιστέρη, για τα πουλιά και τα λουλούδια, για την τρυφερή δασκάλα, για όλα…

  2. Διαλεχτές μου φίλες, Λίλη και Φωτεινή, οι ευχαριστίες μου είναι πολλές, άλλη τόση και η συγκίνησή μου: για τον Βασιλάκη τον παιδεμένο, τον Περιστέρη, την υπέροχη φιλόλογο, την όμορφη, την καλή, την συμπονετική.
    Συγκίνηση και για τα χρόνια εκείνα της συντροφικότητας και της αλληλεγγύης. Και της ανοιχτής- σαν ανθός- καρδιάς. Συγκίνηση και για τα γλυκά, θερμά σας λόγια που μου χαϊδεύουν γλυκά την ψυχή.
    Να ‘σαστε καλά, αγαπημένες μου, όμορφα να γράφετε, να ζωγραφίζεις τον ωραίο σου κόσμο, εσύ Φωτεινή μου- μήπως και κάνεις τούτον εδώ ομορφότερο, κι εσύ Λίλη μου, να μας γράφεις και να μας λες τα πανανθρώπινα παραμύθια σου Ίσως να βρούμε παρηγοριά.

  3. Αγαπημένη μας Χριστίνα και εγώ ευχαριστώ. Για τα αισθήματα- όπως τα νιώθεις- για την χάρη του λόγου σου, για όλα τα ωραία που μέσω των βιβλίων σου μας έχεις,εμάς και των παιδιών προσφέρεις. Να είσαι καλά, αγαπημένη μου φίλη. Την αγάπη μου σου στέλνω και τις ευχές μου για καλό αποκαλόκαιρο.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here