Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΔΟΥΚΑ

Οι εκπαιδευτικοί που συμμετείχαν στα προγράμματα εξ αποστάσεως διδασκαλίας κατέβαλαν επίπονες προσπάθειες να ανταποκριθούν χωρίς την  απαραίτητη κεντρική υποστήριξη (υποδομή, επιμορφώσεις, τεχνική υποστήριξη κ.α.). Με την επάνοδο στις σχολικές αίθουσες οι εκπαιδευτικοί αισθάνονται  ικανοποίηση για την κοινωνική  συμβολή τους σε μια εμπειρία με νέες διαδικασίες και περιβάλλοντα μάθησης.

Εντούτοις κάποιες αμφιβολίες διατυπώνονται: Πόσο νέες είναι οι νέες μέθοδοι της ψηφιακής τεχνολογίας;  Προσφέρουν άραγε κάποια σημαντική αλλαγή στις καθιερωμένες  σχέσεις γνώσης και παιδαγωγικής; Παρατηρήθηκε κάποια αξιοσημείωτη βελτίωση στη δυναμική της τάξης;

Χωρίς να παραγνωρίζουμε τις αναγκαστικές συνθήκες εκτάκτου ανάγκης, οι πρώτες διαπιστώσεις είναι ότι οι κοινωνικές και μαθησιακές σχέσεις δεν άλλαξαν και πολύ. Σε μεγάλο βαθμό τα ίδια πράγματα που γίνονταν και πριν, γίνονται με ψηφιακό περιτύλιγμα, αλλά σε κατώτερο επίπεδο (απουσία πρόσωπο με πρόσωπο ανάδρασης, έντονα προβλήματα διασφάλισης προσωπικών δεδομένων, κάμερες κ.α.). Τα πράγματα είναι ξεκάθαρα:  Δεν υπήρχε κάποιο σχέδιο εργαλείων και παιδαγωγικών  διαδικασιών για την εξ αποστάσεως διδασκαλία, ούτε η αναγκαία προετοιμασία των σχολείων να αναδείξουν τις θετικές πλευρές.

Τα νέα ψηφιακά μέσα δεν σημαίνουν κατ΄ ανάγκη νέα μάθηση.  Οι ψηφιακές τεχνολογίες, έχουν την ικανότητα να μεταβάλλουν τις σχέσεις μάθησης, πιθανόν , αλλά όχι και απαραίτητα προς το καλύτερο. Θα μπορούσαν να ενισχύσουν τη μάθηση αλλά μόνο εάν η προσοχή εστιάζεται στη μάθηση ως ένα σύνολο ανθρωπίνων σχέσεων και εργαλείων (Βιγκότσκι), · μόνο εάν οι τεχνολογίες αποτελούν ένα μέσο που εξυπηρετεί τους ανθρώπινους σκοπούς παρά τα ίδια τα μέσα.

Μπορούμε να επιλέξουμε τουλάχιστο τρία στοιχεία των ψηφιακών τεχνολογιών  που διαθέτουν μια δυναμική αλλαγών στο εκπαιδευτικό σύστημα:

  • Πρώτον, οι ψηφιακές τεχνολογίες αλλάζουν τους τρόπους παραγωγής, αποθήκευσης και διανομής της σχολικής γνώσης. Η έντυπη τεχνολογία των σχολικών εγχειριδίων εμπεδώθηκε ως μια σχέση μεταξύ των «λίγων»- «ειδικών» της εκπαίδευσης που προετοιμάζουν τα σχολικά υλικά- και των «πολλών»- της σχολικής κοινότητας, που τα εφαρμόζει στις σχολικές τάξεις.  Η παραγωγή και η διανομή τους είναι μια γιγαντιαία δαπανηρή επιχείρηση που δύσκολα επιτρέπει τη συνεχή ανανέωση που επιβάλλουν οι σημερινές εκπαιδευτικές αλλαγές. Αντίθετα οι ψηφιακές τεχνολογίες παράγονται σχετικά εύκολα, στοιχίζουν πολύ λιγότερο και διακινούνται στιγμιαία. Τότε η απόσταση μεταξύ «παραγωγού» και «καταναλωτού» σχολικής γνώσης μειώνεται. Κάθε εκπαιδευτικός σε κοινότητες συνεργασιών, μπορεί να γίνει  συμπαραγωγός σχολικών υλικών (με κεντρική υποστήριξη).
  • Δεύτερο, οι εκπαιδευτικές σχέσεις είναι δυνατόν να αποκτήσουν συλλογικότερες μορφές επικοινωνίας. Ενώ οι καθιερωμένες μορφές επικοινωνίας δημιουργούσαν μια σχέση του «ενός» ή των «λίγων» δημιουργών σχολικής μάθησης προς τους πολλούς «καταναλωτές» (εκπαιδευτικοί-μαθητές), οι ψηφιακές μορφές δημιουργούν μια σχέση «όλων» με «όλους». Η πραγματικότητα αυτή έχει εμπεδωθεί στα λεγόμενα ανοικτά-κοινωνικά λογισμικά. Δεν είναι τυχαία η δημοφιλία των νέων στους τρόπους επικοινωνίας των κοινωνικών μέσων όπως το Youtube, Facebook, Twitter.
  • Τρίτο, είναι διαφορετικοί οι γραμματισμοί που συνοδεύουν την ανάπτυξη των ψηφιακών τεχνολογιών. Ο καινοτομικός χαρακτήρας της ψηφιακής τεχνολογίας είναι η συνύπαρξη του έντυπου, του εικονικού και του ηχητικού παράλληλα με τις διασυνδέσεις σε υπερκείμενες πηγές. Με τον τρόπο αυτό επιτυγχάνεται η συσσώρευση και ροή τεραστίων ποσοτήτων και διαδικασιών πληροφοριών. Η αξιοποίησή τους φέρνει στην επιφάνεια μια κλίμακα νέων ικανοτήτων: Την ικανότητα πλοήγησης, άντλησης, αξιολόγησης και χρήσης πληροφοριών. Επιπλέον δίνει έμφαση σε νέους τρόπους διαμόρφωσης και διαπραγμάτευσης νοημάτων μέσω κειμενικών ειδών που παρουσιάζουν σύνθετες αρχιτεκτονικές γραπτού,  εικονικού και προφορικού  λόγου.

Τί σημαίνουν αυτά για τα σχολεία;  Σημαίνουν ότι για  μπορέσει η εκπαίδευση να παίξει ρόλο στις νέες ανάγκες και στις προσωπικές προσδοκίες πρέπει να αλλάξει, να κάνει κάτι διαφορετικό..

Κάποιες  «παιδαγωγικές» απαντήσεις που μπορούν να εμπεδωθούν με τη διαμεσολάβηση των τεχνολογιών, έχουν διατυπωθεί  από πολλούς  σε περιοχές  όπως η κριτική-δημιουργική διερεύνηση, η συνεργασία σε ομάδες,  η παιδαγωγική διαφοροποίηση ανάλογα με διαφορετικές κλίσεις και ρυθμούς μάθησης, η επιλογή από πολλές πηγές, οι σχεδιασμοί μάθησης, η αυτόνομη μάθηση κ.α.

Στη  διαδικασία αυτή, ο μεγάλος εκπαιδευτικός μετασχηματισμός δεν είναι η τεχνολογία.  Είναι ο ανασχεδιασμός των σχολείων σε κοινότητες παραγωγής μάθησης με τους εκπαιδευόμενους-συμπαραγωγούς γνώσης και τους εκπαιδευτικούς-σχεδιαστές-οικοδόμους της μαθησιακής διαδικασίας. Η τεχνολογία είναι ένα κλειδί αυτής της ευρείας  ατζέντας.

Έτσι λοιπόν όταν μιλάμε  για «νέα μάθηση», αναδεικνύουμε μια διαφορετική προσέγγιση της γνώσης σε ένα κόσμο συνεχών αλλαγών και πολυμορφίας με επίκεντρο τη δημιουργικότητα, την επίλυση προβλημάτων, την αυτοδημιούργητη ταυτότητα, την ενεργή συνεισφορά του κάθε ατόμου στους κόσμους της ζωής. Οι νέες ψηφιακές τεχνολογίες μπορούν να συμβάλλουν σε αυτή τη μάθηση-το ξαναλέμε-, αν οι ίδιες προσαρμοσθούν στα ανθρώπινα μέτρα, αν βασιστούν σε μια κριτική και ισορροπημένη πρακτική της χρήσης της για τους ανθρώπους.

Θα ήταν  ελπιδοφόρο,  αν το τέλος της πανδημίας σημάνει την έναρξη μιας διαφορετικής εκπαιδευτικής διαδρομής με βάση και τις αποκτημένες  εμπειρίες. Διαφορετικά τα πράγματα θα συνεχίσουν να είναι τα ίδια. Θα  αναζητηθεί εκ νέου κάποια  «κανονικότητα»-αν αυτή υπάρχει πια. Θα είναι μια ακόμα οπισθοχώρηση, μετά από 8 χρόνια εκπαιδευτικής στασιμότητας.

 

 

 

 

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here