Όταν καταρρέουν  εκείνα που πίστευες

 

(Maxim Leo, Ψηλά τις καρδιές. Μια οικογένεια στην Ανατολική Γερμανία. Μετάφραση: Γιώτα Λαγουδάκου.  Εκδόσεις Δώμα. Αθήνα, 2019)

 

Του Γεωργίου Νικ. Σχορετσανίτη

 

Διαβάζοντας το μυθιστόρημα «Ψηλά τις καρδιές», του Μαξίμ Λέο, με υπότιτλο «Μια οικογένεια στην Ανατολική Γερμανία», ερχόμαστε σε επαφή με ένα συναρπαστικό, συναισθηματικό αλλά και οδυνηρό συνάμα ταξίδι στην γερμανική ιστορία του εικοστού αιώνα μέσα από τις διηγήσεις και τις ζωές των μελών τριών γενεών μιας οικογένειας, η οποία βρέθηκε, όπως και οι περισσότερες  άλλωστε, κυριολεκτικά μέσα στον κυκεώνα των παγκόσμιων σημαδιακών ιστορικών εξελίξεων. Η έμφαση του κειμένου δίδεται κατά κύριο λόγο στις εμπειρίες των παππούδων του συγγραφέα κατά την διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και στις άμεσες και απώτερες επιπτώσεις που είχαν   στις επόμενες  γενιές. Το βιβλίο εξετάζει τις σχέσεις μεταξύ των μελών της οικογένειας του Μαξίμ Λέο καθώς και την όποια σύνδεση και σχέση κάθε ατόμου που περιστρέφεται γύρω του με την  Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας (Λ.Δ.Γ). Όμως, η αφήγηση αποτελεί κάτι περισσότερο από μια οικογενειακή, εκ βαθέων, εξιστόρηση. Είναι, παράλληλα,  ένα ταξίδι στην ιστορία του βραχύβιου κυρίαρχου κράτους, που οράται  μέσα από τα μάτια κάποιου που γεννήθηκε σε αυτό, μεγάλωσε στη σκιά του και το είδε, αργότερα, να εξαφανίζεται από το χάρτη της ιστορίας εν μιά νυκτί. Ο συγγραφέας φέρνει τον αναγνώστη πίσω στο παρελθόν, συγκεντρώνοντας τις αφηγήσεις κι εξιστορήσεις  των μελών  της οικογένειάς του μέσω συνεντεύξεων, αφηγήσεων, παλιών φωτογραφιών και επιστολών που βρέθηκαν σε συρτάρια ξεχασμένα, σκονισμένων ημερολογίων καθώς και πολυσέλιδων αρχείων παρακολούθησης που άφησε πίσω του η Στάζι, η γνωστή μυστική αστυνομία της Λ.Δ.Γ. με τους ενενήντα χιλιάδες επίσημους υπαλλήλους  και τους πάνω από τριακόσιες χιλιάδες ανεπίσημους πληροφοριοδότες, μετά φυσικά από την κατάρρευση του Τείχους του Βερολίνου, το 1989. Πρόκειται για μια πραγματικά   ειλικρινή και στοχαστική ανάμνηση του πώς ήταν η ζωή  όχι μόνο του Μαξίμ , αλλά και εκείνη των γονέων και παππούδων του.

Ο Μαξίμ Λέο (Maxim Leo), γεννημένος στις 30 Ιανουαρίου 1970 στο Ανατολικό Βερολίνο, όπου και μεγάλωσε, είναι Γερμανός δημοσιογράφος, σεναριογράφος και συγγραφέας. Από το 1990 έως το 1995 σπούδασε πολιτικές επιστήμες στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου και στο Παρίσι. Το 2002, μάλιστα, του απονεμήθηκε το γαλλο-γερμανικό βραβείο δημοσιογραφίας. Το αυτοβιογραφικό του βιβλίο  «Ψηλά στις καρδιές» , έλαβε το Ευρωπαϊκό Βραβείο Βιβλίου, τον Δεκέμβριο του 2011. Ζει στο Βερολίνο με τη σύζυγο και τα δύο του παιδιά. Είναι ο εγγονός του μαχητή της αντίστασης και δημοσιογράφου Γκέρχαρντ Λέο και γιος της ιστορικού Άννε Λέο και του καλλιτέχνη Βολφ Λέο. Όλα όσα εξιστορεί στο βιβλίο του, τη συλλογική θα λέγαμε βιογραφία,  είναι πραγματικότητες που έλαβαν  χώρα εδώ και κάποιες δεκαετίες στο Ανατολικό Βερολίνο.

Το τείχος του Βερολίνου, σήμερα.

 

Ένας από τους παππούδες του συγγραφέα μας, ο Γκέρχαρντ,  ήταν Εβραίος και αστός, και   για  να επιβιώσει των γεγονότων στη Γερμανία, έφυγε στη Γαλλία και επέστρεψε ως κομμουνιστής που είχε πολεμήσει ενάντια στον ναζισμό. Ο ομόλογός του, Βέρνερ, πρώην ναζιστής, κατέληξε στο  Κομμουνιστικό Βερολίνο, προσαρμόστηκε  ικανοποιητικά και έγινε υποστηρικτής του Κόμματος. Η μητέρα του Μαξίμ Λέο, συγγραφέας και ιστορικός Άννε Λέο (1948- ), εργάστηκε αρχικά ως δημοσιογράφος σε εφημερίδα του Κομμουνιστικού Κόμματος, και κάποιες φορές κατάφερε να αμφιβάλλει και ν’ αναρωτηθεί για πράγματα που αναγκάστηκε να γράψει κατά την Άνοιξη της Πράγας, αλλά  και σε πολλά ακόμα άλλα παρεμφερή θέματα.  Ο σύζυγός της, Βολφ,  ήταν  γιος του Βέρνερ  και εργαζόταν σε μια επιχείρηση με αντικείμενο την  πολιτική προπαγάνδα, αν και κρατούσε στην ουσία τις δικές του απόψεις, και μάλιστα στην επικίνδυνη εποχή του Ψυχρού Πολέμου, στο Βερολίνο. Ο ίδιος ο συγγραφέας ήταν μόλις δεκαεννέα ετών όταν εξελίχτηκαν τα γεγονότα που οδήγησαν στο γκρέμισμα του Τείχους του Βερολίνου, το 1989,  και στο  άνοιγμα των συνόρων της Ανατολικής Γερμανίας με τη Δύση, στη συνέχεια. Ήξερε από παλιά ότι υπήρχαν καλά κρυμμένες ιστορίες στην οικογένεια που κάποια στιγμή έπρεπε να ειπωθούν. Για παράδειγμα, ο Βέρνερ φυλακίστηκε και κακοποιήθηκε μετά τον πόλεμο, αλλά έδωσε μια νέα πνοή στον κομμουνισμό,  ακόμα κι αν θα μπορούσε να ήταν ένα λαμπρό ναζιστικό στέλεχος  κάτω από άλλες, βεβαίως, συνθήκες. Ο τρόπος με τον οποίο ο Μαξίμ Λέο εμπνεύστηκε τη δρομολόγηση της οικογενειακής εξιστόρησης και των βαθύτερων μυστικών της, κάνει το βιβλίο ένα λαμπρό κοινωνικό και ιστορικό ντοκουμέντο που υπαινίσσεται τους πολυποίκιλους τρόπους  ανακατασκευής της ιστορίας. Το γεγονός ότι τα μέλη της  οικογένειάς του  εξακολουθούν να βρίσκονται σχετικά κοντά,  του επιτρέπει να προσθέσει και την προσωπική του γνώμη στα ατομικά απομνημονεύματα αμφοτέρων  των παππούδων του.

Μία από τις πιο συγκινητικές στιγμές του βιβλίου περιγράφει μια βραδιά στο Βερολίνο που ο Γκέρχαρντ, ο παππούς του Μαξίμ Λέο από τη μεριά της μητέρας του,  πέρασε με τον πατέρα του, τον Βίλχελμ. Ο τελευταίος, ήταν Εβραίος, ο οποίος απελευθερώθηκε προσωρινά από ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης. Γράφει λοιπόν ο Μαξίμ Λέο: «…Φοράει το σμόκιν του και στον Γκέρχαρντ το σκούρο μπλε κοστούμι που είναι για  πολύ ειδικές περιπτώσεις. Όταν πια βρίσκονται στ’  αυτοκίνητο, στη λεωφόρο Ούντερ ντεν Λίντεν,  ο Βίλχελμ του  αποκαλύπτει ότι πάνε στην Όπερα. Του λέει ότι αυτή η επίσκεψη στην Όπερα ήταν προγραμματισμένη για μερικά χρόνια αργότερα, ως η ένταξή του στον κόσμο των ενηλίκων….». Και αμέσως μετά: «… Δεν έχουμε όμως πολύ χρόνο, οπότε θα ενηλικιωθείς  σήμερα»!

Ένα άλλο αξιοσημείωτο απόσπασμα εξετάζει πώς σχετίζονται οι παππούδες του Λέο με την νεοσύστατη  Λ.Δ.Γ. Ο Γκέρχαρντ, παππούς από τη μητέρα του,  ήταν Εβραίος που πολέμησε τον Χίτλερ μαζί με τους παρτιζάνους αντάρτες της Γαλλίας και ο οποίος σήμερα έχει χάσει τη φωνή του.  Ο  Βέρνερ, ο άλλος παππούς από την πλευρά του πατέρα του, ήταν ένας πρώην ναζιστής ο οποίος πολεμώντας στο δυτικό μέτωπο αιχμαλωτίστηκε από τους Γάλλους.   Ο πρώτος θα βρει αποκούμπι στο ανατολικογερμανικό κομμουνιστικό καθεστώς, ως συνέχεια της αντιφασιστικής του ιδεολογίας. Έχοντας την αίσθηση ότι πουθενά δεν είναι το σπίτι του, ίσως τελικά αυτός να ήταν σημαντικότερος λόγος που κατέληξε στην Λ.Δ.Γ., «… τη χώρα όπου τόσοι ανέστιοι αναζήτησαν μια καινούργια αρχή». Ο Βέρνερ, ο άλλος  παππούς, θα αναζητήσει μες στα χαλάσματα της ηττημένης Γερμανίας έναν προορισμό  και θα καταλήξει να εργάζεται κι αυτός σκληρά για την κομμουνιστική ανοικοδόμηση, θα παρασημοφορηθεί ως «άξιος δάσκαλος του λαού» και αυτή τη φορά θα κρεμάσει την κόκκινη σημαία στο παράθυρό του.

Νομίζω, ισχυρίζεται ο συγγραφέας,  ότι και για τους δύο παππούδες μου η Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας ήταν ένα είδος ονειρικής γης, στην οποία θα μπορούσαν να ξεχάσουν όλα τα καταθλιπτικά και στενάχωρα πράγματα που είχαν βιώσει προηγουμένως. Ήταν μια νέα αρχή, μια ευκαιρία να ξαναρχίσουν τη ζωή τους σε νέες βάσεις. «…Δεν θα μπορούσαν ποτέ να αποκαλύψουν το μεγάλο όνειρο ως ένα μεγάλο ψέμα, να το ξεμασκαρέψουν, «… γιατί τότε θα ξεσκεπάζονταν και τα ψέματα στα οποία στηριζόταν η ζωή τους».  Η  κόρη του πρώτου παππού, η όμορφη μητέρα του Μαξίμ, η διανοούμενη Άννε (1947- ),  θα παραμείνει όλα τα χρόνια με τοις αριστερές πεποιθήσεις της βαθιά ριζωμένες, «…ένας ανεκπλήρωτος εφηβικός έρωτας…», προσπαθώντας να συμφιλιώσει τις απαράβατες αρχές της με τις υπερβολικές και εκσεσημασμένες παραβιάσεις και εσκεμμένες αποκλίσεις του αυταρχικού ανατολικού καθεστώτος. Και ο  πατέρας του Μαξίμ,  ο ανυπάκουος, ευερέθιστος και πεισματάρης  καλλιτέχνης Βολφ, θα δοκιμάζει διαρκώς τα όρια ανοχής του κομμουνιστικού καθεστώτος απέναντι στο πρόσωπό του. Θα κάνει τη δική του κριτική στο καθεστώς, χωρίς όμως να διάκειται εχθρικά στο περιρρέον πολιτικό σύστημα, πράγμα το οποίο αποδεικνύεται  πως το κόμμα γνώριζε τον χαρακτήρα του  όταν του πρότεινε, χωρίς φυσικά αποτέλεσμα,  να γίνει συνεργάτης της μυστικής Στάζι. Αυτό είναι το περιβάλλον μέσα στο οποίο έζησε ο Λέο κάνοντας διαρκώς ελιγμούς, συνδυάζοντας «…ανυπότακτες σκέψεις και υπάκουες πράξεις…», αναπτύσσοντας μια στρατηγική επιβίωσης, «…έναν προστατευτικό μηχανισμό για όσους δεν μπορούν ν’ αποφασίσουν…».

Ένα ιστορικό πανόραμα της γερμανικής ιστορίας του εικοστού αιώνα μέσα από την εξιστόρηση των βιωμένων εμπειριών τριών γενεών μιας   οικογένειας, που μας παρουσιάζει όλα όσα δεν μπόρεσε να μας παρουσιάσει η σκληρή και ανάλγητη ιστορία παρά τις χιλιάδες και εκατομμύρια σελίδες που αφιέρωσε σε αυτά τα γεγονότα!

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here