Όταν… γκρεμίζονται κάποια ακλόνητα πιστεύω

 

 

 

Του Γεωργίου Νικ. Σχορετσανίτη

‘…όσο κι αν μεγαλώνει κανείς κι όσο κι αν κοιτάζει προς το μέλλον,

πάντοτε μεγαλώνει προς το παρελθόν…’

 

Χουάν Μαρσέ, Η μαγεία της Σαγκάης

‘Η μαγεία της Σαγκάης’ είναι ένας μύθος για τα όνειρα που προσδοκούμε και ταυτόχρονα τις απογοητεύσεις που βιώνουμε, ένα βιβλίο η δράση του οποίου μετακινείται, ειδικά απ’ τη μέση της έκτασής του και μετά,  από τον φτωχό μεταπολεμικό πόλεμο της παραπαίουσας Βαρκελώνης,  όπου ο Χουάν Μαρσέ  πέρασε τη δική του παιδική ηλικία με αναρίθμητες πολλαπλές στερήσεις, στον εξωτικό υπόκοσμο της μακρυνής, αλλά πολλά υποσχόμενης, Σαγκάης. Ο αφηγητής του κειμένου είναι ο δεκατετράχρονος  Ντανιέλ, του οποίου ο πατέρας δεν επέστρεψε απ’ αυτόν τον πόλεμο. Ο νεαρός Ντανιέλ συμπληρώνει εκείνο το χρόνο της τόσο ευαίσθητης ηλικίας του μεταξύ του σχολείου και της αρχικής εργασίας,  όπως έκανε άλλωστε και ο ίδιος ο Μαρσέ αρχικά στη ζωή του, ως μαθητευόμενος κοσμηματοπώλης, αναλαμβάνοντας την ίδια στιγμή τη φροντίδα ενός ηλικιωμένου και εκκεντρικού καπετάνιου, του καπετάν Μπλάυ, ο οποίος τραυματίστηκε στον εμφύλιο πόλεμο και του οποίου  το δεμένο με επίδεσμο κεφάλι του είναι γεμάτο με τις μνήμες των νεκρών παιδιών και τις περίεργες εμμονές του για διαρροές αερίων από τους υπονόμους και καπνού απ’ τις  καμινάδες κάποιων οικοδομών. Ο Ντανιέλ   γνωρίζει τους αδελφούς Τσακόν,  αγόρια της ίδιας ηλικίας με  αυτόν,   οι οποίοι έχουν δύο καθημερινούς ρόλους και κάποιες ειδικές ‘αποστολές’. Από τη μια μεριά προσπαθούν να κερδίζουν κάποια χρήματα με το να πωλούν μεταχειρισμένα κόμικς και ταλαιπωρημένα καουμπόϊκα μυθιστορήματα στους δρόμους της Καταλανικής πρωτεύουσας, ενώ από την άλλη φυλάσσουν τις εισόδους του σπιτιού όπου ζει η δεκαπεντάχρονη και ταλαιπωρημένη Σουσάνα, φυλακισμένη στην πραγματικότητα, λόγω ενεργού φυματίωσης με αιμοπτύσεις. Λίγο πριν τρελαθεί παντελώς, ο καπετάν Μπλάυ, ζήτησε επίμονα από τον νεαρό Ντανιέλ να επισκεφτεί τη Σουσάνα και να προσπαθήσει να της φτιάξει το πορτραίτο ενός φθισικού κοριτσιού, ‘για μια υπόθεση μεγάλης σημασίας’, όπως ισχυρίστηκε, παίρνοντας τη σχετική άδεια από τη μητέρα της, Ανίτα. Ο λόγος ήταν απλός, αλλά παράλληλα σημαντικός για τον καπετάνιο. Είχε αποφασίσει να συγκεντρώσει υπογραφές των γειτόνων του για ένα κείμενο που θα έστελνε στη Δημαρχία και θα κατήγγειλε αφενός την επικίνδυνη διαρροή γκαζιού από την πλατεία Ροβίρα, αφετέρου να αναφέρει ότι η καμινάδα της βιομηχανίας πλεξιγκλάς και πλαστικών, είχε χαμηλό ύψος, πολύ μικρότερο του επιτρεπόμενου, με αποτέλεσμα να βγάζει καθημερινά μολυσμένο καπνό και αιθάλη, γεγονός που θα οδηγούσε τους κατοίκους της περιοχής σε σταδιακή δηλητηρίαση και καταστροφή των πνευμόνων τους, όπως εν προκειμένω της δύστυχης Σουσάνας.

 

Η Σουσάνα, αν αφαιρέσουμε την σοβαρή ασθένειά της, είναι μια ιδιότροπη κοπέλα, ίσως λόγω της ασθένειάς της, που ξοδεύει το χρόνο της με το να ζωγραφίζει περίεργα τα νύχια της και να επιδίδεται σε άγριες κινηματογραφικές φαντασιώσεις, στις οποίες εμφανίζονται η όμορφη Ζεχραζάτ και ο Κουασιμόδος στα Ανεμοδαρμένα Ύψη. Ο   Ντανιέλ βρίσκει τον εαυτό του να ελκύεται από την άτυχη από κοινωνικής πλευράς και υγείας  κοπέλα, την οποία ο Χουάν Μαρσέ χειρίζεται, σημειωτέον, με αξιοσημείωτη σχετική λεπτότητα. Καθώς η αγάπη τους αυξάνεται σταδιακά, οι δύο έφηβοι πέφτουν κάτω από τη μαγεία ενός μυστηριώδους επισκέπτη, ενός επαναστάτη που αρχίζει να εισέρχεται στον κόσμο των δύο εφήβων με παραμύθια από την Ανατολή, και συγκεκριμένα με το μυστικό όσον αφορά το πώς ο πατέρας της Σουσάνας ταξίδεψε από την Τουλούζη στη Σαγκάη, με απώτερο σκοπό να κυνηγήσει και να σκοτώσει έναν πρώην ναζιστή συνταγματάρχη.

Ο Φορκάτ ‘… αφού καθόταν στο κρεβάτι της άρρωστης να διηγείται αργά και με λεπτομέρειες κάποιες στιγμές που είχε ζήσει με τον πατέρα της: πως γνωρίστηκαν και συνδέθηκαν φιλικά σε μια Βαρκελώνη φτωχή, γεμάτη οράματα και αλληλεγγύη για τον κόσμο, μια πόλη που και οι δύο είχαν αγαπήσει και χάσει μαζί, πως όταν την έχασαν αναγκάστηκαν να φύγουν και οι δύο στη Γαλλία, και πόσους αγώνες και κινδύνους και δεινά, και πόσες ταλαιπωρίες αλλά και χαρές είχαν μοιραστεί’.

Κι ακόμα μεταφέρει στην κοπέλα, όσα του παρήγγειλε κατά καιρούς ο πατέρας της Κιμ απ’ το Παρίσι, όπως για όλες τις ατυχίες και τις απογοητεύσεις που είχε υποστεί μετά το τέλος του πολέμου και τις είχε αντέξει, τη μοναξιά και την εξορία, την απουσία της μητέρας της από δίπλα του, τον εκτοπισμό και το θάνατο αρκετών συντρόφων του, την καταστροφική μανία των Γερμανών, και το σπουδαιότερο την πικρία του αφού δεν μπορεί να βοηθήσει ετούτες τις στιγμές την άρρωστη κόρη του και να της προσφέρει το κουράγιο και την επιθυμία για ζωή. Από το σημείο αυτό  και στο εξής, η διαρρύθμιση και το ξεδίπλωμα του μυθιστορήματος, μερικές φορές ανήσυχα, μερικές φορές μαγικά,  ταλαντεύεται, μετακινείται  και εδράζεται μεταξύ της Ισπανίας και της Κίνας.

Η μεταπολεμική Βαρκελώνη, την εποχή εκείνη, είναι ένας σκληρός κόσμος που πλήττεται από τη φτώχεια, όπου τα παιδιά ψεύτικα παριστάνουν τα επιληπτικά, με μεγάλη ομολογουμένως υποκριτική ικανότητα και επιτυχία,  ώστε να εξαναγκάσουν εμμέσως τους περαστικούς ανθρώπους να τους δώσουν ορισμένα τρόφιμα, ενώ οι περισσότεροι δρόμοι έχουν μετονομαστεί από τον στρατηγό Φράνκο. Ο υπόκοσμος της Σαγκάης, από την άλλη πλευρά, είναι μια συναρπαστική ψευδαίσθηση, γεμάτη από πιστολάδες, καλλιτέχνες, μπαρ, καμπαρέ και μοιραίες ελκυστικές  γυναίκες.

Υπάρχουν εκπληκτικές διαδρομές γεμάτες φαντασία που θα εκπλήξουν ακόμα και εκείνους τους αναγνώστες που είναι αρκετά εξοικειωμένοι με τον συνηθισμένο ρεαλισμό του Χουάν Μαρσέ.  Ο Φορκάτ, για παράδειγμα,  περιγράφει έναν μαύρο σκορπιό στο Παρίσι, σαν έναν δραπέτη από μια ταινία του Λουίς  Μπουνιουέλ,   που σέρνεται σε ομόκεντρους κύκλους πάνω από πεντακάθαρα λευκά πλακάκια…κουνώντας δεξιά και αριστερά  το κεντρί του, ένα φλεγόμενο, ένα πορφυρό και φλογερό νύχι.

Ο Μαρσέ δήλωσε κάποτε  σε ένα δημοσιογράφο ότι υπάρχουν δύο είδη συγγραφέων. Εκείνοι που απορρίπτουν την παιδική τους ηλικία και ζουν σε ένα είδος άπειρου κατά κάποιο τρόπο παρόντος, και εκείνοι που ποτέ δεν απορρίπτουν την παιδική τους ηλικία, δηλώνοντας ότι αυτός ειδικά ανήκει στους δεύτερους.  ‘…Θεωρώ ότι η μνήμη, μιας εποχής, μιας εμπειρίας, είναι η ίδια με τη φαντασία, η οποία ούτως ή άλλως  είναι απλώς μια άλλη μορφή μνήμης. Έτσι η παιδική ηλικία, η μνήμη και η φαντασία όλα πάνε μαζί’. Αυτά τα τρία πράγματα βρίσκονται, χωρίς αμφιβολία, ανάμικτα στη ‘Μαγεία της Σαγκάης’. Παρ’ όλα αυτά, υπάρχουν αρκετές φωτεινές στιγμές απογοητευμένης εφηβείας και τραυματισμένου ενήλικου ιδεαλισμού  σε αυτό το έργο, μεταξύ πολλών άλλων και σημαντικών παραμέτρων, ώστε να τον κατατάξουμε άφοβα σήμερα   στους καλύτερους και πιο ταλαντούχους εν ζωή Ισπανούς συγγραφείς.

Το βιβλίο είδε το φως της δημοσιότητας για πρώτη φορά στα 1993, όταν ο Χουάν Μαρσέ (1933- ) ήταν εξήντα ετών. Σύντομο και καλά σχεδιασμένο, ανακατεύει και φέρνει στο προσκήνιο πολλά από τα  επαναλαμβανόμενα και μάλλον γνωστά θέματα αυτού του Ισπανού μυθιστοριογράφου, όπως για παράδειγμα την  ήττα μιας μεγάλης μερίδας πολιτών στον πόλεμο, τις μόνες και εγκαταλειμμένες για διάφορους λόγους  γυναίκες, την μακρόχρονη απουσία των πατέρων απ’ τα παιδιά τους, καθώς και τα όνειρα διαφυγής και ει δυνατόν της μόνιμης εξόδου από την διάχυτη  φτώχεια και το καθημερινό φόβο της μεταπολεμικής Ισπανίας. Ο Μαρσέ έγινε γνωστός στη δεκαετία του 1960 με μυθιστορήματα που σε γενικές γραμμές περιγράφουν τη συνάντηση νέων μεταναστών ανδρών της εργατικής τάξης και Καταλανών γυναικών της μεσαίας τάξης. Οι εν λόγω μετανάστες, ήταν εκείνοι που εγκατέλειψαν την πεινασμένη νότια Ισπανία, την Ανδαλουσία,  κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του Φράνκο, και εγκαταστάθηκαν σε παραγκουπόλεις που βρίσκονταν στους γυμνούς λόφους που περιβάλλουν την πόλη της  Βαρκελώνης.

Στη δεκαετία του ’70, Ο Μαρσέ προχώρησε ακάθεκτος μπροστά με σκοπό να απεικονίσει τις θλιβερές ζωές των παιδιών που μεγαλώνουν στη μακρά σκιά του εμφυλίου πολέμου της χώρας τους. Εκείνος ο μεγάλος αριθμός ορφανών  είχε, για περίεργο λόγο,  εμμονή με τη βία και γοητευόταν ταυτόχρονα από τις φαντασιώσεις των  μακρυνών και εξωτικών κόσμων. Οι υπέροχες νύχτες και η ‘Μαγεία της Σαγκάης’ εμπίπτουν σε αυτήν την τελευταία περίοδο, η οποία εξιστορεί τις ερειπωμένες ελπίδες των αναρχικών των οποίων η επανάσταση του 1936, ηττήθηκε.  Μετά το τέλος του πολέμου, αυτοί οι νικημένοι ιδεαλιστές κινούνται ανάμεσα στην Τουλούζη και τη Βαρκελώνη, δεν μπορούν φυσικά να εμπιστευτούν κανέναν, ενώ  και οι ίδιοι κατά βάθος  δεν είναι πλέον αξιόπιστοι. Είναι, στην ουσία, οι σκιώδεις γονείς των κύριων χαρακτήρων του μυθιστορήματος, τουτέστιν των εφήβων παιδιών τους.

Ο Χουάν Μαρσέ είναι ρεαλιστής συγγραφέας, με άμεσο στυλ και χωρίς επιδεικτικές και φανταχτερές μεταφορές, όπως έχει πολλάκις τονισθεί απ’ τους κριτικούς. Δημιουργεί μεγάλη αφηγηματική δύναμη με βάση τη φυσική και ψυχολογική περιγραφή. Αλλά ο ρεαλισμός του Μαρσέ δεν φαίνεται περικυκλωμένος από διάφορους φραγμούς, καθώς περιλαμβάνει τα όνειρα, τις ελπίδες  και τις επιθυμίες των λίγων σχετικά χαρακτήρων του. Η ιστορία της σχέσης μεταξύ του δεκατετράχρονου  Ντανιέλ και της ανεπιθύμητης λόγω φυματίωσης σκληρής Σουσάνας, είναι τρυφερή. Και οι δύο νεαροί κατά βάθος εξαπατούν τους εαυτούς τους με την αίγλη της Σαγκάης, όπως βεβαίως και ο πατέρας της Σουσάνας ώστε να παρουσιαστεί στο περιβάλλον, τους γνωστούς και τους συναγωνιστές του, ως  αποτελεσματικός ήρωας που δεν αφήνει τίποτα στην τύχη. Η μεγαλύτερη δημιουργία του μυθιστορήματος είναι η δημιουργία του τραγικού και κωμικού, ταυτόχρονα, ηλικιωμένου καπετάν Μπλάυ. Είναι  ο μόνος χαρακτήρας που είναι θαρραλέος ή και αρκετά τρελός για να φτάνει στο σημείο να καταγγέλλει δημόσια τη φασιστική δικτατορία του Φράνκο. Ο Μαρσέ σε αυτό το βιβλίο  χρησιμοποιεί όλες τις τεχνικές που έχει στη διάθεσή του ένας σύγχρονος μυθιστοριογράφος, με μετατοπίσεις δηλαδή στην προκειμένη περίπτωση του χρόνου και του τόπου των διαδραματιζόμενων γεγονότων,  και ακόμα ειδική αφήγηση μέσα στην γενικότερη και συνολική, για να μας ξεδιπλώσει αριστοτεχνικά  την ιστορία του, ή μάλλον, πιο σωστά να πούμε τις δύο εξίσου συναρπαστικές αλλά παράλληλες ιστορίες. Η κύρια πλοκή αφηγείται μέσα από  τα μάτια του νεαρού Ντανιέλ, ενώ η άλλη και δευτερεύουσα  παριστά ένα μελόδραμα σε χολιγουντιανό περισσότερο στυλ που εδράζεται στη Σαγκάη, το οποίο στοιχειοθετείται και εξιστορείται από τον αναρχικό πλαστογράφο των εγγράφων Φορκάτ. Το σκληρό, οδυνηρό και ηθικό τοπίο του Μαρσέ (Βαρκελώνη, 1933-  ) παρουσιάζεται πολύπτυχο και  πολύπλοκο, και στην πλειονότητα των περιπτώσεων  κανένας από τους χαρακτήρες του δεν είναι  καλός ή κακός απέναντι στους γύρω του. Ένας από τους καλύτερους εν ζωή μυθιστοριογράφους της Ισπανίας και της Ευρώπης, σήμερα,  έχει μερικές φορές συγκριθεί με τον Φώκνερ,  με τη σύγκριση  να μην φαίνεται αρκετά εξεζητημένη,  όπως τουλάχιστον θεωρείτο αρχικά. Άλλωστε και αυτού το υπόβαθρο, όπως και του Φώκνερ, είναι ο συνεχής και ανελέητος αγώνας των καθημερινών ανθρώπων για αξιοπρέπεια, καθώς  και η επιβίωση μετά την ήττα τους στον πόλεμο. Μέσα σ’ όλα αυτά θα μπορούσαμε να χωρέσουμε και να χρεώσουμε και τη νοσταλγία των καθημερινών ανθρώπων με όλες της τις εκφάνσεις. ‘… Η αληθινή νοσταλγία, η πιο βαθιά, δεν έχει σχέση με το παρελθόν, αλλά με το μέλλον. Νοιώθω συχνά τη νοσταλγία του μέλλοντος, θέλω να πω τη νοσταλγία εκείνων των γιορτινών ημερών, όταν τα πάντα πλανιούνταν προς τα μπρος και το μέλλον βρισκόταν ακόμα στη θέση του..’, έγραφε με τη σειρά του, το 1992,  κι ο Ανδαλουσιανός ποιητής και κριτικός λογοτεχνίας, Λουΐς Γκαρσία Μοντέρο (1958- ).

 

 

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here