Όσο γίνεται ανατολικότερα και μακρύτερα

 

Του Γεωργίου Νικ. Σχορετσανίτη

 

Αν βασιστούμε στα λεγόμενα του Ινδού  φιλοσόφου και κατόχου  του Νόμπελ Λογοτεχνίας (1913)  Ραμπιντρανάθ Ταγκόρ, ένα  ανοιχτό βιβλίο είναι ένα μυαλό που μιλάει, όταν είναι κλειστό παίρνει τη μορφή ενός  φίλου που περιμένει, κι’ όταν είναι ξεχασμένο σε μια γωνιά μια ψυχή που συγχωρεί, ενώ καταστραμμένο, τέλος, μια καρδιά που κλαίει. Αφήνει, όμως, ο δεμένος αναπόσπαστα με τον ινδικό πολιτισμό Ταγκόρ, ανοιχτό το ενδεχόμενο και την περίπτωση να έχει μόλις διαβαστεί από  τον κάτοχό του.  Αυτές τις ήρεμες μέρες κάθισα επιτακτικά και αποφασισμένος στη χαμηλή βεράντα του δωματίου μου και τελείωσα επιτέλους την ανάγνωσή του. Ήταν κλειστό, αλλά όχι και ξεχασμένο, για πάνω από έναν χρόνο σιωπηλό σε μια γωνιά της μόνιμης κατοικίας μου, χωρίς να διαμαρτύρεται.  Κάποιες στιγμές, τώρα, που είναι οι περισσότερες, νοιώθω ανήμπορος τον εκθαμβωτικό ήλιο, το γνωστό και απέραντο γαλάζιο ουρανού και θάλασσας, άλλες ώρες απογευματινές το ελαφρό εκμαυλιστικό αεράκι που αναταράζει τα άσπρα γιασεμιά και τις κόκκινες μπουκαμβίλιες  της πέργκολας που ατενίζει μόνιμα την ανατολή, γεμίζοντας όχι το δάπεδο αλλά και τον περιβάλλοντα χώρο με τα φύλλα τους, σε τούτες τις απόμερες γειτονιές της ανατολικότερης Κρήτης. Αναφέρομαι στο ογκώδες, είναι αλήθεια, βιβλίο «Η Γιορτή του Τράγου» του περουβιανού Μάριο Βάργκας Λιόσα.  «… Τι σημασία έχουν πέντε, δέκα, είκοσι χιλιάδες Αϊτινοί αν πρόκειται για τη σωτηρία ενός λαού…», αναφωνεί ένας βασικός χαρακτήρας μέσα στην ξέφρενη  «Γιορτή του Τράγου».  Σε διάφορες φράσεις του κειμένου απεικονίζεται η στάση πολλών απέναντι στο σκληρό και απάνθρωπο καθεστώς της χώρας τους, και ειδικά στην συμπεριφορά του   δικτάτορα Τρουχίλιο, αφού εκείνος ήταν που πολλούς τους σκότωσε τμηματικά, αφαιρώντας τους την υπόληψη, την τιμή, τον αυτοσεβασμό, τη χαρά της ζωής, τις ελπίδες, τις επιθυμίες, «…μετατρέποντάς τους σε ένα τομάρι και ένα σωρό από βασανισμένα κόκκαλα λόγω της ένοχης συνείδησης…». Εδώ, ο Μάριο Βάργκας Λιόσα, μας δίνει μια υπέροχη εικόνα των τελευταίων ημερών της δικτατορίας του Ραφαέλ Τρουχίλιο στη Δομινικανή Δημοκρατία, ένας συναρπαστικό ιστορικό αφήγημα,  μέσα σε ένα θλιβερό και συγκινητικό συνάμα οικογενειακό δράμα. Ένα αφιέρωμα στους αγώνες του περουβιανού λαού, μια προσπάθεια του ταλαντούχου συγγραφέα να απαγκιστρωθεί από την γνώριμή του περουβιανή κοινωνία και να εισχωρήσει σε αλλότριες γωνιές της ευρύτερης περιοχής του, εν προκειμένω στη δύσκολη ιστορία της Δομινικανής Δημοκρατίας. Κι’ αν για εκείνη την περίοδο της  χώρας (1930-1961) γράφτηκαν τόσα και τόσα και σε διάφορα σημεία του πλανήτη, τώρα η πένα ικανού αριθμού γραφιάδων μεταφέρθηκε σε άλλες άδειες πεδιάδες που αναμένουν την πλήρωσή τους με κείμενα. Ήδη γράφτηκαν βιβλία με σχετικό περιεχόμενο, μια διαδικασία που συνεχίζεται ακάθεκτη, άρθρα σε έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο, έγιναν πασίγνωστοι πίνακες με υλικό εμπνευσμένο από τον κορονοϊό, γελοιογραφίες, πολυποίκιλα σχόλια στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, εξηγήσεις και αντεγκλήσεις, δηλώσεις και αντιδράσεις και όλα συνεχίζουν με τον ίδιο ρυθμό αφού φαίνεται πως το μέλλον μας έχει ακόμα «πολλή ξηρασία».

Στην καινούργια μου και προσωρινή  γειτονιά η ζωή κυλάει μακρυά από την άλλη, σαν να βρίσκεται απομονωμένη  από τα δυσάρεστα τεκταινόμενα, και μόνο κάποιοι υπάλληλοι μικρών καφενείων  και ταβερνών θυμίζουν τη σκληρή αλήθεια με την υποχρεωτική μάσκα στο πρόσωπό τους. Αλλά όσο και να θέλεις να απομονωθείς από την πραγματικότητα, τα νέα που διαδίδονται από το ανθρώπινο στόμα για την υγειονομική κατάσταση πολλές φορές τροποποιούνται, χρωματίζονται, ελαχιστοποιούνται, ή γιγαντώνονται στη διαδρομή μέχρι που γίνονται οικτρές φωτοτυπίες εκείνων που αλήθεια συνέβησαν. Γνωστή θεωρία, και το σπουδαιότερο, χωρίς εξαιρέσεις. Το παντοδύναμο φυσικά διαδίκτυο, όμως,  σε επαναφέρει στην πραγματικότητα. Η επιστροφή εις τα καθ’ ημάς θα είναι μάλλον δύσκολη. Για την ώρα, όμως, ο ανοιχτός ορίζοντας του πελάγους, η υποψία κάποιες στιγμές του  περιγράμματος της Κάσου, οι κλειστοί κόλποι που φιλοξενούν αναρίθμητους εραστές του θαλάσσιου σέρφινγκ, οι κυριακάτικες οικογένειες με τους λιλιπούτειους μπόμπιρες και τις υστερικές μανάδες τους, η γνωστή νυχτερινή ώρα με την αφόρητη μοναξιά των σκύλων και βεβαίως με τους ακόμα γνωστότερους ήχους της!

*Δ/ντής Χειρουργικής-Συγγραφέας

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here