Του Γεωργίου Νικ. Σχορετσανίτη

 

Το θράσος της προεδρεύουσας χώρας στην ευρωπαϊκή ένωση, τουτέστιν  της Γερμανίας, δεν έχει προηγούμενο!  Ή καλύτερα η ωμότητα με την οποία φέρνει στο προσκήνιο την πάγια θέση της υπέρ της Τουρκίας, ωσάν να μην ηγείται της Ε.Ε. αλλά να ασχολείται κατά κύριο λόγο με την υπεράσπιση των δικών της αποκλειστικώς συμφερόντων στην διπλανή μας, γείτονα, χώρα. Ας πάρουμε, καλύτερα, τα πράγματα από την αρχή. Το τι ακριβώς διαμείβεται αυτές τις μέρες σε πολιτικό επίπεδο είναι σε όλους, σε γενικές γραμμές, γνωστό. Όλες όμως οι προσπάθειες της ελληνικής πολιτείας να οδηγήσουν σε κάποιας μορφής χειροπιαστές κυρώσεις εναντίον της ξέφρενης και επιθετικής πορείας της Τουρκίας, προσκρούουν βίαια και σθεναρά στο νεοανεγερθέν τείχος του Βερολίνου. Με διπλωματικά τερτίπια και τεχνάσματα, δρομολογώντας καθυστερήσεις  και πιθανούς εκβιασμούς,  οδηγεί τα πράγματα εκεί όπου θέλει αποφεύγοντας έτσι τις εστιασμένες συζητήσεις στο φλέγον ευρωπαϊκό ζήτημα. Αλήθεια πόσο ευτυχείς αισθάνονται οι  εκπρόσωποι της ελληνικής κυβέρνησης όταν κάθε λίγο και λιγάκι ακούνε την εκπρόσωπο της παραπάνω χώρας της Ε.Ε. να δηλώνει ότι όλοι εκεί βρίσκονται κοντά στις ελληνικές θέσεις! Μηνύματα στήριξης της Ελλάδας, «στους Έλληνες φίλους»,  ακριβέστερα, αλλά τινί τρόπω; Ενδιαφέρθηκε ώστε να μην υπάρξουν ουσιαστικές κυρώσεις εναντίον της Τουρκίας με το σκεπτικό ότι είναι χώρα του ΝΑΤΟ, αλλά ποιος αλήθεια πιστεύει τα λεγόμενά της. Αλλού είναι, δυστυχώς, η ουσία. Προασπίζεται, και ορθώς, τα δικά της συμφέροντα στην περιοχή. Έτσι ωμά! Η κατάσταση, όμως,  έχει πλέον ξεφύγει της απλής υποκρισίας. Η απύθμενη διπλωματική κοροϊδία μετατράπηκε σε γερμανική ωμότητα. Ποιος έστειλε τελευταία τον Γερμανό υπουργό εξωτερικών στις δύο χώρες και με ποιο συγκεκριμένα σκοπό; Ερώτημα αφελούς πολίτη: Ποιες είναι οι θέσεις σας αγαπητοί εταίροι πάνω στο ζήτημα που απειλεί ολόκληρο το οικοδόμημα του ΝΑΤΟ; Τι ήρθε να βολιδοσκοπήσει ο απεσταλμένος της, εδώ; Τις δικές μας υποχωρήσεις ώστε να αρχίσει ο διάλογος ανάμεσά μας; Να αποστρατικοποιήσουμε τα δεκαέξι νησιά, να μην υπογράψουμε ξανά διμερείς συμβάσεις με άλλες χώρες αν δεν την ρωτήσουμε πρώτα και  πάρουμε την έγκρισή της, γιατί το ακούσαμε και αυτό, τι άλλο, ή ακριβέστερα, ποια  ακριβώς; Πόσα άλλα γίνονται στα παρασκήνια χωρίς να ενημερώνεται ο ελληνικός λαός όλον αυτόν τον καιρό; Είναι προφανές ότι αυτό που επιθυμεί η γείτονα χώρα είναι να  εξαντλήσει ψυχολογικά, τουλάχιστον, την δική μας. Επιθυμεί θερμό επεισόδιο, τώρα πριν τις αμερικανικές εκλογές, του Νοεμβρίου, όταν πολύ πιθανόν να αλλάξουν κάποιες παράμετροι. Και το Βερολίνο; Γιατί επιμένει  στο διάλογο τόσο ωμά χωρίς να ξεκαθαρίζει θέματα και προϋποθέσεις; Πόσο αλήθεια ευτυχής μπορεί να αισθάνεται ένας ευρωπαίος πολίτης όταν η προεδρεύουσα χώρα της Ένωσης έχει αυτή τη συμπεριφορά εναντίον συγκεκριμένου κράτους μέλους; Αλήθεια  ίδια  θα ήταν η συμπεριφορά της αν απειλούταν κάποια άλλη χώρα της Ε. Ε; Μάλλον όχι. Απλώς και ξεδιάντροπα μας θεωρεί δεδομένους και προτεκτοράτο της!  Γιατί κόπτεται τόσο για μια χώρα εκτός της Ένωσης και δεν προστατεύει πρώτα απ’ όλα το εσωτερικό της; Χιλιοειπωμένα ερωτήματα χωρίς, φυσικά, απάντηση. Μόνο κοροϊδία, υποκρισία και ωμότητα χαρακτηρίζει την συμπεριφορά του Βερολίνου εδώ και καιρό απέναντι στη χώρα μας. Αδιαφορεί για τις ευρωπαϊκές ευθύνες της, η χώρα αυτή και προστατεύει αποκλειστικώς τα δικά της συμφέροντα. Αυτό νομίζω το καταλαβαίνουν οι πολιτικοί μας, αλλά μάλλον αποφεύγουν να το συζητήσουν και να το παραδεχτούν δημοσίως. Το Βερολίνο προσπαθεί να σύρει τη χώρα μας σε διάλογο με την γείτονα με τη δική της, και μόνον, ατζέντα. Αυτή είναι η ουσία, και αυτό για να μη χαλάσει την προνομιακή της σχέση  με την ανατολική χώρα, αδιαφορώντας για μια άλλη χώρα, μέλος της ένωσης. Οι πολιτικοί της Γερμανίας, όμως,  ποτέ δεν είχαν κάποια βαρύτητα ως διαπραγματευτές. Δεν μοιάζουν επ’ ουδενί με τους Άγγλους, τους πρώτους διδάξαντες την ύπουλη  λοβιτούρα. Τα επιχειρήματα της χώρας μας είναι πολλά, τα αιτήματά μας είναι γνωστά και έχουν αναλυθεί κατά κόρον στον Τύπο. Να τα απαριθμήσουμε δεν έχει νόημα αρκεί να τα θέσουν κάποτε, επιτέλους, οι πολιτικοί μας εκεί που πρέπει ως απαραίτητες προϋποθέσεις για την έναρξη διαλόγου. Μέσα σε όλα αυτά έπρεπε να έχει ήδη τεθεί και το πρόβλημα της παράνομης κατοχής μεγάλου τμήματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, μέλους επίσης της Ε.Ε.,  από την επιθετική Τουρκία για σχεδόν μισό αιώνα, με παραμονή ικανού αριθμού στρατιωτών και συνεχόμενους εποικισμούς.  Τι έχει να πει η προεδρεύουσα χώρα της Ευρώπης και επ’ αυτού; Είναι μάλλον γι’ αυτή θέμα ήσσονος σημασίας και προτιμά την ενασχόλησή της μόνο με την Λευκορωσία! Τελικά αναπάντητο μένει το ερώτημα που προκύπτει από τα λεγόμενα της Γερμανίδας καγκελαρίου,  «που έχουμε δίκιο», λοιπόν;

 

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here