Του ΣΠΥΡΟΥ ΚΟΥΤΑΒΑ

Αύγουστος του 2003. Το θερμόμετρο στον κάμπο της Φλώρινας στους 35 βαθμούς κελσίου. Τα μεγάλα υπόστεγα ταυ Τελωνείου της Νίκης στην Φλώρινα προσφέρουν την απαραίτητη προστασία και μίαν ανάσα δροσιάς. Στους χώρους του τελωνείου  υπάρχει κινητικότητα ενώ  μια μικροαναστάτωση  παρατηρείται στα πρόσωπα αστυνομικών και των τελωνιακών. Σε λίγο κάνει την εμφάνισή του ένα λεωφορείο με πινακίδες της γειτονικής χώρας και πιο συγκεκριμένα από Μπίτολα. Το λεωφορείο σταματά στο χώρο ελέγχου και οι επιβάτες του, παππούδες στην ηλικία, κατεβαίνουν κρατώντας στα χέρια τους ταξιδιωτικά έγγραφα.

Πρόκειται για 40 άτομα οι περισσότεροι άνδρες σλαβομακεδόνες πολιτικοί πρόσφυγες που μετά το 1949 τους επιτρέπεται για πρώτη φορά η είσοδος τους στην Ελλάδα. Είναι η χρονιά που ο Ανδρέας Λοβέρδος ως υφυπουργός Εξωτερικών, υπό τις εντολές του αρμόδιου υπουργού Γιώργου Παπανδρέου έχει αποφασίσει να δώσει λύση για ανθρωπιστικούς λόγους, καταρχήν της ελεύθερης επίσκεψης αυτών των ανθρώπων στα χωριά τους, ενώ σε δεύτερο πλάνο σχεδιάζεται  οριστική λύση της εκκρεμότητας με την επιστροφή των προσφύγων που εξαιρέθηκαν το 1982 με τον νόμο Γεννηματά – Σκουλαρίκη αφού τότε δεν επέτρεπε την επάνοδο στους «μη Έλληνες το γένος».

Στο διάστημα πού μεσολάβησε για τον έλεγχο των ταξιδιωτικών εγγράφων μίλησα με αρκετούς. Δυο πρόσωπα προξένησαν φοβερή εντύπωση για το περιεχόμενο του λόγου τους. Η Ευδοκία Μπάλιου η αλλιώς Βέρα Φώτεβα από το Δενδροχώρι Καστοριάς μια εμβληματική φυσιογνωμία των Σλαβομακεδόνων και μαχήτρια στην πρώτη γραμμή του εμφυλίου και ο Γιώργος Μαρκόπουλος η Μαρκόφσκι από τον Ακρίτα Φλώρινας. Για την Φώτεβα θα μιλήσουμε σε μελλοντική αρθρογραφία.

Απευθύνθηκα στο Γιώργο Μακρόπουλο με τον προσδιορισμό του πολιτικού πρόσφυγα αλλά με διέκοψε γρήγορα και θαρρώ κάπως απότομα λέγοντας μου ότι δεν υπήρξε μαχητής του ΔΣΕ κι ούτε  πολέμησε. «Τι πολιτικός πρόσφυγας; Ήμουν παιδί δέκα χρονών και μας πέρασαν άρον – άρον από τα σύνορα  αρχές του 1948, για να γλυτώσουμε τους βομβαρδισμούς.  Σε τι έφταιξα κι από τότε δεν μπόρεσα ποτέ να δω τους συγγενείς μου, δεν μπόρεσα  ποτέ να επιστρέψω στο χωριό;».

Η άρνηση του Γιώργου Μαρκόπουλου να αποδεχτεί το ρόλο του πολιτικού πρόσφυγα ασχετα αν η μοιρα του επιφύλαξε τον ρόλο να σηκώσει μέχρι τέλους στις πλάτες του το ιστορικό φορτίο αλλά και τις συνέπειες του πιο αιματηρού Εμφυλίου της Ευρώπης είναι μια αντίδραση που αρχικά αιφνιδιάζει  αλλά από μια δεύτερη ανάγνωση φαίνεται να είναι φυσιολογική κα ίσως ενστικτώδης.  Εδράζεται στην λογική ενσταση  ότι ένα παιδί δεν μπορεί να τιμωρείται για όλη την ζωή για τις πράξεις μεγαλυτέρων ακόμη κι αν κάποιοι είναι γονείς του. Ο κ. Γιώργος αν και παιδί στα αιματηρά γεγονότα γιατί τιμωρήθηκε με τον πιο εκδικητικό τρόπο από το μεταεμφυλιακό Ελληνικό κρατος «για την συμμετοχή του πατέρα μου και μελών της οικογενειάς μου στον εμφύλιο από τις τάξεις του ΔΣΕ».

Ο κ. Γιώργος κάπνιζε το ένα τσιγάρο πάνω στο άλλο και έστρεφε συνεχώς το βλέμμα του συνεχώς προς στις πλαγιές του Μπούφι εκεί είναι σκαλωμένο το χωριό του». Από την γραμμή των συνόρων οι πλαγιες του βουνού και τα τελευταία σπίτια του χωριού όπου πέρασε τα ανέμελα παιδικά του χρόνια φαίνονται ακόμη και με γυμνό μάτι. Ο κ. Μαρκόπουλος όπως όριζε η πολυπόθητη  βίζα από τις Ελληνικές αρχές έμεινε 10 ημέρες στην περιοχή, επισκέφθηκε το χωριό του, έσμιξε με συγγενείς, πήγε στο νεκροταφείο για να χαιρετήσει  αγαπημένους του γιατί  δεν δόθηκε ποτέ η άδεια από το Ελληνικό κράτος ακόμη και όταν πέθαναν να τους ασπαστεί για τελευταία φορά. Ο κ. Γιώργος όπως και οι όσοι βρέθηκαν μαζί του σε αυτή την μοναδική επίσκεψη δεν μπόρεσαν να ξαναβρεθούν ποτέ στην Ελλάδα.

 

Η ΝΔ ως αντιπολίτευση το 2003 είχε εκφράσει αντιρρήσεις στα σχέδια του υπουργείου των Εξωτερικών και όταν έγινε κυβέρνηση το 2004, επικαλούμενη Εθνικούς λόγους,  δηλαδή ότι η Ελλάδα μπορεί να κινδυνεύσει από τους περίπου 400 υπέργηρους Σλαβομακεδόνες πολιτικούς πρόσφυγες, που ήθελαν να πεθάνουν και να θαφτούν στο χωριό τους, ανέστειλε τα σχέδια των προηγουμένων που εκτός από τις ανθρωπιστικού τύπου  επισκέψεις προετοίμαζαν τον ολικό επαναπατρισμό όσων το επιθυμούσαν.

Από τις γνωστές γυναικείες προσωπικότητες της Φλώρινας, δραστήρια, με έντονη δράση και προσφορά στα πολιτιστικά πράγματα της πόλης διηγήθηκε αρκετές φορές στιγμιότυπα από τις γιαγιάδες, παππούδες και θείους που υποχρεωτικά ταξίδευε στην γειτονική χώρα για να τους δει. Ηταν καταγεγραμμένοι στην μαύρη λίστα των ελληνικών καταλόγων και δεν τους επιτρεπόταν η επίσκεψη τους στην Ελλάδα.  Ο νόστος της γενέθλιας γης, ο νόστος της πατρίδας που γεννήθηκαν, που είχαν τις πιο ωραίες ανέμελες μνήμες αυτές της παιδικής ηλικίας είναι ισχυρός και δεν κατεδαφίζεται ούτε τιθασεύεται. «Θυμάμαι ότι εμπαιναν στο αυτοκίνητο μου και πατώντας τα σκονισμένα πατάκια μου έλεγαν όλο χαρά «ότι τώρα πατάμε το χώμα του χωριού μας». Ρωτούσαν συνέχεια εάν θα μπορέσουν να γυρίσουν για να πεθάνουν στο χωριό τους. Δυστυχώς πέθαναν με αυτήν την προσδοκία πριν από επτά χρόνια και είναι θαμμένοι στο νεκροταφείο των Σκοπίων και στα Μπίτολα».

Σήμερα στην Βόρεια Μακεδονία οι εναπομείναντες πολιτικοί πρόσφυγες ακόμη και αυτοί που πέρασαν τα σύνορα στην παιδική τους ηλικία δεν ξεπερνούν τους 100 και ξεπερνούν την ηλικία των 80 ετών. Η λύση της εκκρεμότητας του ονόματος με την γειτονική χώρα με την «Συμφωνία των Πρεσπών» που έχει αναγνωριστεί και χαιρετιστεί από την Παγκόσμια κοινότητα θα μπορούσε να σφραγιστεί από την πλευρά της ελληνικής κυβέρνησης με μια πρωτοβουλία που θα έβαζε τέλος σε αυτή την εκκρεμότητα  ώστε όσοι από τους λιγοστούς γέροντες σλαβομακεδόνες πολιτικοί πρόσφυγες επιθυμούν, να τους επιτραπεί ο επαναπατρισμός τους στην Ελλάδα.

Μιλάμε για ανθρώπους που γεννήθηκαν εδώ στην Ελλάδα, είχαν την ελληνική ιθαγένεια , έζησαν την παιδικότητα και την εφηβεία τους στα χωριά τους, εδώ έκαναν δεσμούς, έρωτες και κοινωνικές σχέσεις, κάποιοι πολέμησαν εναντίον των Ναζί, άλλοι στον Εμφύλιο και οι περισσότεροι  από τους σημερινούς επιζώντες ήταν παιδιά.   Κι αν δεν το κατάφερε η δεν πρόλαβε – εάν και το επιθυμούσε- η Κυβέρνηση Σημίτη, να δώσει λύση σε αυτή την τελευταία εκκρεμότητα του εμφυλίου, σήμερα  ανοίγει μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα(απαλλαγμένη και από τον Καμμένο) να δώσει οριστική λύση για ανθρωπιστικούς λόγους στην διευθέτηση αυτού του προβλήματος. Θα είναι μια σημαντική  ιστορική στιγμή για την ίαση του  τελευταίου τραύματος του εμφυλίου όπου τόσο το  ιστορικό φορτίο από την μια πλευρά αλλά και ο αλυτρωτισμός της γείτονος από την άλλη, δυσκόλευαν καλόπιστες πρωτοβουλίες εξεύρεσης λύσης.

Ο Διονύσης Παπαγιανόπουλος στη περίφημη σεκάνς της ταινίας του Θόδωρου Αγγελόπουλου«Ταξίδι στα Κύθηρα» προσφέρει ένα τσιγάρο στον πολιτικό πρόσφυγα Μάνο Κατράκη που μόλις επέστρεψε στο έρημο χωριό του λέγοντας «μας βάλανε και πολεμήσαμε, βγάλαμε τα ματιά μας εσύ από δω εγώ από την άλλη μεριά. Χάσαμε και οι δυό». 

Από tvxs.gr
Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here