Του Γεωργίου Νικ. Σχορετσανίτη

 

Η τελευταία δεκαετία σημάδεψε, και συνεχίζει, χωρίς δυστυχώς να διαφαίνεται κάποια τάση ανάσχεσης,  με τον χειρότερο τρόπο την ελληνική κοινωνία. Οι δείκτες των πολιτικών και κοινωνικών συνθηκών, έχουν περιγραφεί κατά κόρον  και σχεδόν σε καθημερινή βάση. Μειώσεις μισθών και συντάξεων, απώλεια θέσεων εργασίας, κλείσιμο επιχειρήσεων και μεταφορά κάποιων εξ’ αυτών σε γειτονικές χώρες, έλεγχος της κίνησης του χρήματος, και τόσα άλλα.

 

Ο ‘χρυσός δρόμος’ μέσα στο μεγάλο κάστρο της Πράγας. Ο αριθμός 22 ανήκε στην αδελφή του συγγραφέα Φρανς Κάφκα,  ο οποίος χρησιμοποίησε αυτό το σπίτι για να γράψει τα κείμενά του για περίπου δύο χρόνια, μεταξύ του 1916 και του 1917.

Το αποκορύφωμα όλων αυτών υπήρξε η εγκατάλειψη της χώρας από μια μεγάλη ομάδα πολιτών, κάπου μισό εκατομμύριο συνανθρώπων μας με υψηλό επίπεδο μόρφωσης, σε αντίθεση με τα δύο μαζικά μεταναστευτικά κύματα του προηγούμενου αιώνα,  νέοι άνθρωποι στην πλειονότητα οι οποίοι θα μπορούσαν να  συνεισφέρουν τα μέγιστα στην ανοικοδόμηση της καταστραμμένης χώρας με τις γνώσεις και με το νεαρό της ηλικίας τους. Η ζοφερή πραγματικότητα συμπληρώνεται με την άφιξη των τελευταίων χρόνων μεγάλου αριθμού προσφύγων και μεταναστών οι οποίοι κατέκλυσαν, κατά κύριο λόγο, τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου δημιουργώντας καινούργια και πρωτόγνωρα προβλήματα στους εκεί κατοίκους, ακριβώς λόγω της αδυναμίας της Ε.Ε. να δώσει σωστή, δίκαιη  και αποτελεσματική λύση σε αυτό το ανθρωπιστικής σημασίας επίμαχο θέμα.

Οι συγγραφείς φυσικά ζουν μέσα σ’ όλα αυτά τα τραγικά συμβάντα, όπου δραστηριοποιούνται επαγγελματικά. Επόμενο συνεπώς είναι ότι και αυτοί υφίστανται τις συνέπειες των παραπάνω καταστάσεων, αλλά από την άλλη μεριά είναι αναγκασμένοι, ως εκ της φύσεώς τους, να αντιδράσουν στα ερεθίσματα του περιβάλλοντος, με τι άλλο παρά με αυτό που ξέρουν να κάνουν καλύτερα. Δηλαδή με το λόγο και τη γραφή τους, προσπαθώντας να έρθουν κοντύτερα σ’ ένα πολυποίκιλο  κοινό   που άγεται και φέρεται κατά μεγάλο βαθμό από τις ειδήσεις των δημοφιλών μέσων μαζικής ενημέρωσης. Γράφουν μυθιστορήματα, διηγήματα, ποιήματα, φέρνουν στο προσκήνιο βαθύτερες σκέψεις τους και απόψεις σε δοκίμια, αρθρογραφούν στον τύπο, έντυπο και ηλεκτρονικό,  δείχνοντας έναν άλλο δρόμο στη σκέψη και στη θεώρηση των προβλημάτων, λαμβάνοντας υπόψιν τους παρελθούσες παρεμφερείς καταστάσεις, βιώνοντας το σήμερα και ελπίζοντας στο προσωπικό και κοινωνικό καλύτερο αύριο.

Γράφοντας για όλα αυτά, δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι και οι συγγραφείς στη χώρα μας είναι καθημερινοί εργαζόμενοι της διπλανής πόρτας. Το συγγραφικό έργο γι’ αυτούς, δεν είναι σε καμία των περιπτώσεων  προσοδοφόρο. Το αντίθετο, μάλιστα. Μόνο σε ορισμένες χώρες, κυρίως τις αγγλόφωνες, και σε απελπιστικά μικρό ποσοστό οι συγγραφείς πετυχαίνουν και κερδίζουν κάποια χρήματα. Για τη χώρα μας φυσικά ούτε συζήτηση να γίνεται. Αρκετοί συγγραφείς και λογοτέχνες, είναι κάτοχοι πτυχίου ανώτερης και ανώτατης σχολής, κάποιοι έχουν μεταπτυχιακά διπλώματα και διδακτορικές διατριβές, όλοι όμως είναι εραστές του βιβλίου και όλων των παραμέτρων που περιστρέφονται γύρω απ’  αυτό.  Κάποιοι στις μεγάλες πόλεις είναι σύμβουλοι σε εκδοτικούς οίκους, εφημερίδες, με εξαιρετικά χαμηλές απολαβές. Η έκδοση από την άλλη μεριά ενός  βιβλίου τους, είναι πραγματικός μαραθώνιος, αφού σε αρκετές περιπτώσεις χρηματοδοτείται από τους ίδιους. Οι εκδοτικοί οίκοι δεν φαίνονται διατεθειμένοι στη χώρα μας  να πάρουν ρίσκο εκδίδοντας βιβλία συγγραφέων άγνωστων στο πλατύ κοινό. Κάποιοι από αυτούς έκλεισαν, ως αποτέλεσμα της πολύπλευρης κρίσης, αλλά ευτυχώς άνοιξαν ορισμένοι άλλοι, μικροί και εξειδικευμένοι σε συγκεκριμένα θέματα και ονόματα συγγραφέων, με την ελπίδα να καταφέρουν να κερδίσουν μέσα στην απαιτητική αγορά του βιβλίου ένα μίνιμουμ ποσοστό πωλήσεων έτσι ώστε να καλύψουν τα έξοδα εκτύπωσης και έκδοσης γενικότερα. Και είναι πραγματικά θαύμα που αγωνίζονται να βρουν το δρόμο και να δίνουν το στίγμα τους σε όλο αυτό το ζοφερό κοινωνικό σκηνικό που περιγράφτηκε προηγουμένως, κάτι που θυμίζει τον μεγάλο αριθμό θεατρικών σκηνών που δραστηριοποιούνται στην ελληνική πρωτεύουσα με όλα τα γνωστά και σε αυτή την περίπτωση  προβλήματα. Κάποια λογοτεχνικά βραβεία από το επίσημο κράτος, μερικά ιδρύματα,  καθώς και από λογοτεχνικά περιοδικά, με όλα τα γνωστά και άγνωστα προβλήματα που συνοδεύουν το φαινόμενο, ευτυχώς αποτελούν μικρή όαση μέσα στο σύγχρονο κυκεώνα, αλλά φυσικά δεν είναι ικανά να περισώσουν την όλη κατάσταση. Το ευτύχημα στην όλη ιστορία είναι ότι ενώ έκλεισαν ορισμένα λογοτεχνικά περιοδικά για διάφορους λόγους,  άνοιξαν την ίδια στιγμή κάποια άλλα, υψηλής πάντοτε στάθμης,  τα οποία διευθύνονται από ανθρώπους του χώρου, και όπου καταφεύγουν αρκετοί συγγραφείς και λογοτέχνες στέλνοντας κείμενά τους για δημοσίευση. Ορισμένα από αυτά δραστηριοποιούνται παράλληλα και στο θέμα των ηλεκτρονικών δημοσιεύσεων με πολύ καλά ομολογουμένως αποτελέσματα, και το σπουδαιότερο με υψηλή επισκεψιμότητα αναγνωστών, που είναι σε τελική ανάλυση  και το επιθυμητό.

Το πρόβλημα των βιβλιοπαρουσιάσεων τα τελευταία χρόνια πήρε εκρηκτικές διαστάσεις. Σχεδόν καθημερινά στις περισσότερες μεγάλες πόλεις, λαμβάνει χώρα κάποια  τέτοια εκδήλωση  η οποία οργανώνεται είτε από τον εκδοτικό οίκο, είτε από τον ενδιαφερόμενο να φέρει στη δημοσιότητα το φιλόδοξο πόνημά του. Αναλόγως του συγγραφέα, στις παρουσιάσεις παρίστανται μερικές φορές  πολιτικοί, δημοσιογράφοι, αλλά σίγουρα αρκετοί συνάδελφοι του συγγραφέα του βιβλίου, για διάφορους λόγους ο καθένας. Επιπλέον δεν λείπουν οι ανάλογες ομιλίες, τα στρογγυλά τραπέζια, και πολλές άλλες τέτοιες εκδηλώσεις κυρίως στις ονομαζόμενες γιορτές ή φεστιβάλ  βιβλίου που διοργανώνονται σε τακτική βάση και σε  όλες τις πόλεις της επικράτειας, και οι οποίες κατά τα φαινόμενα συγκεντρώνουν κάποιες ομάδες πολιτών που στις καθημερινές μέρες δεν έχουν και τόσο καλή σχέση με την επίσκεψη των βιβλιοπωλείων.

 

Δύο ζητήματα είναι καίριας σημασίας  στο επίμαχο θέμα που συζητάμε. Η πολιτική θέση των συγγραφέων και η τιμή του βιβλίου. Για το δεύτερο, υπάρχουν και έχουν διατυπωθεί κατά καιρούς πολλές και ποικίλες απόψεις. Μερικοί ισχυρίζονται ότι η τιμή των βιβλίων  είναι  ακόμα χαμηλή, μερικοί το αντίθετο. Και για το ένα ή το άλλο άκρο, υπάρχουν αντικρουόμενες απόψεις και θέσεις. Πρόσφατα, σημειωτέον, ειπώθηκε ότι θα επανέλθει η ενιαία τιμή των βιβλίων. Δεν θα υπεισέλθουμε περαιτέρω στο θέμα, κι’ αυτό γιατί η τιμή αυτή καθ’ εαυτή, και κατά την προσωπική πάντοτε άποψη,  δεν είναι η βασική αιτία της μη αγοράς βιβλίων.

Στις μέρες μας, με τα τόσα συσσωρευμένα προβλήματα οι συγγραφείς αφιερώνουν κάποιο χρόνο και σε αυτή τη δραστηριότητα παράλληλα με το κύριο επάγγελμά τους. Κάποιοι αρθρογράφοι το κάνουν επειδή ανήκουν σε συγκεκριμένο πολιτικό χώρο και προσπαθούν να φανούν αλληλέγγυοι σε αυτόν. Οι περισσότεροι, όμως, διακατέχονται από ειλικρινείς προθέσεις, οι οποίες συνίστανται στην ανάγκη να αφυπνίσουν ένα κοινό εν πολλοίς κουρασμένο ή απελπισμένο, δίνοντάς του ένα πολιτιστικό ερέθισμα καινούργιας άποψης των πραγμάτων. Σε ορισμένα κείμενα, κυρίως διηγήματα,  εμφιλοχωρεί μεγάλη δόση ρεαλισμού, η οποία φέρνει στο προσκήνιο την ψυχρή πραγματικότητα είτε όπως είναι, είτε τροποποιημένη, ανάλογα με την επιλογή του πεζογράφου, κάτι φυσικά που στην πλειονότητα των περιπτώσεων  δεν βρίσκει μεγάλη εφαρμογή στον ποιητικό λόγο. Οι συγγραφείς και στις δύστροπες μέρες μας, σε όποιο πολιτικό χώρο κι’ αν ανήκουν, λαμβάνουν ερεθίσματα από τον κοινωνικό  χώρο όπου δραστηριοποιούνται, με το δικό τους αισθητικό κριτήριο, αναλύουν το φαινόμενο κάτω από το προσωπικό τους πολιτιστικό πρίσμα, το αναμφίβολα πλημμυρισμένο με μεγάλη δόση ευαισθησίας, και τελικά διατυπώνουν τη δική τους άποψη με τη μορφή του λόγου που εκείνοι γνωρίζουν καλύτερα, χωρίς να διαπνέονται από κάποιο βαθμό διδακτικής πρόθεσης, ή κηρύγματος από  άμβωνα, ελπίζοντας όχι στο επηρεασμό των αναγνωστών, αλλά στην παρουσίαση μιας διαφορετικής θέασης κάποιων δύσκολων καταστάσεων, οι οποίες φυσικά πάντα όλες έχουν μια αρχή κι’ ένα τέλος!

 

 

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here