Μάρκος Χαρίτος

Μόνον βαθύτατα ανησυχητικές σκέψεις μπορεί να γεννήσει το θέαμα της Ούρσουλα βαν ντερ Λάιεν και του Σάρλ Μισέλ κατά την πρόσφατη επίσκεψή τους στην Τουρκία, όταν βρέθηκαν μπροστά στο power game του Ερτογαν και φάνηκαν και οι δύο κατώτεροι των περιστάσεων, μη σεβόμενη η μια την θέση της και το φύλλο της, ο δε άλλος την ευρωπαϊκή
ιεραρχία αξιωμάτων και την στοιχειώδη γαλατική ευγένεια, μπροστά σε μία κυρία που υφίστατο μία προσβολή ως γυναίκα και ως θεσμός επειδή εκπροσωπείται από μια γυναίκα.

Προφανώς οι σκέψεις αυτές δεν θα ήταν τόσο ανησυχητικές αν οι χώρα μας γεωγραφικά βρισκόταν κάπου στον Σκανδιναβικό βορρά και όχι σε απόλυτο εναγκαλισμό με τον πάντα αναθεωρητικό γείτονα που ονομάζεται Τουρκία, προς το παρόν βέβαια, γιατί έτσι όπως το πάει ο ηγέτης της η Οθωμανική ταυτότητα επανέρχεται ταχύτατα.

Ζούμε σε μια εποχή αλλαγών και ανακατατάξεων, όλοι οι μεγάλοι διεθνείς παίκτες προσπαθούν να βρεθούν σε καλύτερη θέση στον κόσμο που διαμορφώνεται.
Αντίθετα η Ευρώπη σέρνεται πίσω από τις επιλογές του Γαλλογερμανικού άξονα που από καιρό έχει γύρει μονόπαντα σε μια ψυχρή και ανέραστη Γερμανογαλλική εκδοχή που αποσυνθέτει την άνευ συνδετικού υλικού Ευρωπαϊκή Ενοποίηση
που δήθεν επιδιώκεται από το 1992.

Ποιο ήταν το σχέδιο και ποια τα αίτια και κίνητρα του αρχικού εγχειρήματος της Ευρωπαϊκής Ενοποίησης. Η Ευρωπαϊκή ενοποίηση έχει δύο ρίζες μια οραματική μια πραγματιστική.
Το οραματικό σχέδιο για μια ευρωπαϊκή ενοποίηση με πολιτικούς όρους διατυπώνεται στο Μανιφέστο του Ventotene του 1941 (Per un'Europa libera e unita. Progetto d'un manifesto) των Altiero Spinelli και Ernesto Rossi, κείμενο γραμμένο με
όρους δημοκρατικού σοσιαλισμού στην σκιά της φρίκης του ναζισμού, του φασισμού και του πολέμου. Ο πραγματισμός έλκει την καταγωγή του από την ανάγκη να επανενταχθεί η Γερμανία, για την ακρίβεια η Δυτική Γερμανία στην οικονομική κανονικότητα της μεταπολεμικής Ευρώπης, πράγμα που σφόδρα επιθυμούσαν οι ΗΠΑ για να
απαλλαγούν από το βάρος της στήριξης της Ευρωπαϊκής οικονομίας και να ισχυροποιήσει το μέτωπο έναντι της ΕΣΣΔ από μια οικονομία με αποδεδειγμένες παραγωγικές δυνατότητες.

Η απόσταση ανάμεσα σε αυτά τα δύο σχέδια ήταν τεράστια. Πολλοί πορεύτηκαν χωρίς να μπουν στον κόπο να αντικρίσουν τις εγγενείς αντιφάσεις και τα προβλήματα ή πιστεύοντας
ότι όλα θα ξεπεραστούν, ενώ στην πραγματικότητα όλα επανέρχονται πχ η βαθειά επιφυλακτικότητα της Πολωνίας έναντι της Γερμανίας.

Όμως πολύ νωρίς, ήδη από το καλοκαίρι του 1945, μπροστά στο θέαμα μιας πρόσφατα ηττημένης και κατεστραμμένης Γερμανίας, ένα προφητικό κείμενο έθετε το ζήτημα της πολιτισμικής βάσης για μια βιώσιμη πολιτική ενοποίηση. Ο γάλλος φιλόσοφος, ρωσικής καταγωγής Alexandre Kojève (1945) με το κείμενο του Outline of a Doctrine of French Policy, έδινε την θεωρητική βάση πάνω στην οποία πορεύτηκε ο ΝτεΓκωλ αντιμετωπίζοντας την πριμοδοτούμενη τότε από τις ΗΠΑ επάνοδο της Δυτικής Γερμανίας, με κυριαρχικό ρόλο στο πλαίσιο της τότε ΕΟΚ.

Κεντρική θέση αυτού του κειμένου η αντιμετώπιση του στενού εθνικιστικού ορίζοντα της Γερμανίας που διαχρονικά δεν της επιτρέπει να αποτελέσει τον πολιτικό ηγέτη μιας ενοποίησης με ισότιμους όρους ή για να το πούμε πιο διπλωματικά με όρους που να κάνουν όλους να νιώθουν ισότιμοι ή για να το πούμε πιο κυνικά για να μην νιώθει κανένας ότι βρίσκεται από κάτω, ακόμη και αν ξέρει ότι δεν βρίσκεται στην κορυφή.

Στο κείμενο τεκμηριώνεται η ανάγκη δημιουργίας κρατικών οντοτήτων σε μεγαλύτερη κλίμακα από το κράτη/έθνη της Ευρώπης που μόλις έβγαινε από το μακελειό του Β’ Παγκ. Πολέμου, ταυτόχρονα διατυπώνεται το αίτημα για μια ευρωπαϊκή ενοποίηση στην βάση ενός κοινού πολιτιστικού παρελθόντος, προτείνοντας την πολιτική ενοποίηση των Λατινικών Χωρών της Ευρώπης δηλαδή της Γαλλίας της Ιταλίας και της Ισπανίας, αφού πρώτα βοηθηθεί (είμαστε στο 1945) να απαλλαχθεί από τον Φράνκο, η νίκη του οποίου οφειλόταν στην ανεπιφύλακτη στήριξη που έλαβε από τον Χίτλερ και τον Μουσολίνι.

Το ιστορικό βάθος του Ελληνικού Έθνους επιτρέπει την αναζήτηση των όρων πολιτισμικής διάσπασης της Ευρώπης σε ακόμη απώτερο χρόνο. Η σύγκρουση μεταξύ του ύστερου Ρωμαϊκού κόσμου σε ανατολή, δύση και νότο και των Τευτονικών φύλων κράτησε αιώνες, αποτέλεσμα αυτής της σύγκρουσης ήταν εν τέλει η νίκη των Τευτονικών φύλων και
σημείο τομής η βασιλεία του Καρλομάγνου που εισάγει τον θεσμό της κληρονομικής αριστοκρατίας και την ανάδυση του μοναρχικού κράτους και της φεουδαρχίας.

Ενδιαφέρουσες επί του θέματος είναι οι αναλύσεις του Ιωάννη Ρωμανίδη ο
οποίος, αν και ξεκινά από θρησκευτικά – ορθόδοξα κίνητρα, καταλήγει στο να διατυπώνει μια φιλοσοφία της ιστορίας με όρους μακράς διαχρονίας, που μπορεί να είναι χρήσιμη στην αντιμετώπιση μιας ανάγνωσης του Ευρωπαϊκού μέλλοντος από την Γερμανική σκοπιά.
Ο ελληνορωμαϊκός κόσμος ήταν πάντα πιό ανοικτός και δεν ύψωσε φραγμούς λόγω της ιδεολογίας του αίματος και ενός νομικού και θρησκευτικού συστήματος που εξυπηρετούσε την καθαρότητά του.

Η ευρωπαϊκή ιστορία μετά τον Καρλομάγνο σχεδόν ταυτίζεται με την ιστορία της κληρονομικής αριστοκρατίας, ο δήμος είναι επί αιώνες παραγκωνισμένος, ακόμη και η αναστροφή του ρεύματος μετά την Γαλλική επανάσταση δεν αγγίζει την Γερμανία και ευρύτερα τον τευτονικό κόσμο. Η σύγχρονη Γερμανία και η Αυστρία είναι κρατικοί σχηματισμοί που θα υιοθετήσουν την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας 130 χρόνια μετά την Γαλλική Επανάσταση, λόγω της ήττας και της πτώσης των μοναρχιών που τις κυβερνούσαν στον Α’ παγκόσμιο πόλεμο και όχι λόγω της δράσης του λαού τους, όπως πχ η Γαλλία, η Ιταλία, η Ελλάδα και πολλά άλλα Ευρωπαϊκά κράτη.

Όμως και πάλι μεταξύ των δύο πολέμων οι δύο αυτές χώρες και ταυτόχρονα βασικοί συντελεστές της Ιστορίας της Δυτικής και Κεντρικής Ευρώπης θα αποτελέσουν το έδαφος άνθισης του Ναζισμού σαν πρακτική και σαν ιδεολογία. Αφήνοντας μια ακόμη θλιβερή παρακαταθήκη με πυρήνα την καθαρότητα του αίματος, που μπορεί να νοηθεί ως ένα
είδος νοσταλγικής εκλαΐκευσης του πνευματικού σύμπαντος της κληρονομικής αριστοκρατίας.

Το ερώτημα θα επανέρχεται με κάθε αφορμή και κάτω από τα διαρκή πλήγματα που δέχεται η ιδέα της ευρωπαϊκής ενοποίησης όσο παραμένει ενεργό το πλαίσιο και οι συσχετισμοί που επέτρεψαν στην ενωμένη μετά το 1990 Γερμανία να αναδειχθεί άτυπα σε ηγετικό παράγοντα της ΕΕ, ξεχειλώνοντας ή στενεύοντας θεσμούς και συμφωνίες.

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here