Του Νίκου Π. Σώκου

  Η ιστορία μετά την επανάσταση έχει να διδάξει πολύ περισσότερα από όσα φαντάζεται κανείς, ειδικά αν φέρει στο μυαλό του τη κατάσταση της χώρας από το 2008 και μετά. Κανείς δε θα ξεχάσει ποτέ την παραλίγο χρεοκοπία της χώρας μας το 2009 και τα ελλειπή χρηματικά αποθέματα που οδήγησαν στο πρώτο μνημόνιο . Το τραγικό είναι ότι η χρεοκοπία στην Ελληνική κοινωνία δεν είναι κάτι πρωτόγνωρο, καθώς από την ανεξαρτησία της μέχρι και σήμερα έχει χρεοκοπήσει τέσσερις φορές (1827,1843,1893 & 1932). Ενώ αξιοσημείωτο είναι πως οι τρεις από τις τέσσερις (όχι το 1932) οφείλονταν στην αδυναμία ή στην άρνηση (1843) αποπληρωμής των τοκοχρεωλυσίων, δηλαδή του δανειακού ποσού και των τόκων του. Η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται όπως λένε πολλοί, αυτό που επαναλαμβάνεται είναι κάποιες συμπεριφορές και ιδέες των πολιτών και πολιτικών που παραμένουν αναλοίωτες άσχετα αν έχουν αποβεί καταστροφικές. Φτάνοντας λοιπόν στο σήμερα αξίζει να κάνουμε μια από τις πιο “basic” ερωτήσεις εν έτει 2018: πώς φτάσαμε ως εδώ ;

  Αν κανείς σκεφτεί έναν φυσιολογικό διάλογο για την οικονομική κρίση ανάμεσα σε μια παρέα ελλήνων ανεξαρτήτως ηλικίας, εισοδήματος ή επαγγέλματος εύλογα θα διαπιστώσει ότι λίγο – πολύ οι περισσότερες συζητήσεις καταλήγουν στα ίδια συμπεράσματα. Συνήθως οι κατηγορίες πέφτουν στις πλάτες των πολιτικών, οι οποίοι σύμφωνα με πολλούς είναι οι αποκλειστικοί υπεύθυνοι.

Στο σημείο αυτό ξεκινά και το πρωταρχικό πρόβλημα,  η παντελής έλλειψη συνείδησης και  αδυναμία ανάληψης ευθυνών και από τους πολίτες. Από τη στιγμή που η Ελλάδα βρίσκεται σε ένα δημοκρατικό καθεστώς ο καθένας έχει το δικαίωμα να στηρίξει όποια πολιτική δύναμη επιθυμεί, πράγμα που συνεπάγεται ευθύνη του πολίτη για την ψήφο του. Αν εκλεγεί η εκάστοτε κυβέρνηση και οι χειρισμοί της αποβούν μοιραίοι ο ψηφοφόρος φέρει μερίδιο ευθύνης καθώς δεν εκτίμησε σωστά την κατάσταση.  Από την άλλη όμως έρχεται και μια πιο πολύπλοκη μορφή ευθύνης. Δυστυχώς η νοοτροπία του νεοέλληνα τον οδηγεί να μετατρέπεται σε συμφεροντολόγο και εύπιστο. Φυσικά το τελευταίο έχει γίνει αντιληπτό από τις πολιτικές δυνάμεις, οι οποίες χρησιμοποιούν τρόπους πειθούς βασισμένους πάνω σε φουσκωμένες υποσχέσεις. Άλλωστε τι πιο γλυκό απο το νέκταρ της εξουσίας; Νέκταρ που μεθά τις πολιτικές δυνάμεις καλλιεργώντας την θεωρία του << Ας εκλεγούμε και ύστερα βλέπουμε>>.

  Επιπλέον δε πρέπει να ξεχνάμε τις περίφημες πελατειακές σχέσεις μεταξύ πολιτών και πολιτικών. Αλλωστε όσοι κατηγορούν μονάχα τις πολιτικές δυνάμεις οφείλουν να σκεφτούν εκείνους τους φίλους, συγγενείς ή ακόμα και τους ίδιους τους εαυτούς τους πόσες φορές απευθύνθηκαν σε“γνωστους”τους απο το σύστημα για κάποια χάρη από τον δημόσιο τομέα. Αν δεν υπήρχε ζήτηση για ρουσφέτια οι πολιτικές δυνάμεις ενδεχομένως να λειτουργούσαν διαφορετικά. Είναι κοινο μυστικό μεταξύ όλων των κομμάτων οι διορισμοί και τα λοιπά χατήρια σε ψηφοφόρους. Βέβαια ουτε αυτή η τακτική είναι κάτι καινούργιο για τα ελληνικά δεδομένα, καθώς οι πελατειακές σχέσεις επιβιώνουν απο την εποχή της Τουρκοκρατίας. Άλλη τακτική που λειτουργεί άψογα στο ελληνικό σύστημα είναι τα λεγόμενα “βύσματα” και τα “μέσα”. Πόσες φορές το ακούμε αυτό στην καθημερινή μας ζωή ; Το πρόβλημα λοιπόν που γεννιέται με το <<Έχω έναν γνωστό>> είναι ότι πηγάζει από τους πολίτες και όχι από τους πολιτικούς αυτή τη φόρα. Αυτή η έλλειψη αξιοκρατίας που προκύπτει από τα δύο τελευταία όσο κι αν φαίνεται περίεργο είναι απίστευτα βλαβερή για την ελληνική πραγματικότητα και φυσικά φέρει ένα τεράστιο μερίδιο ευθύνης για την σημερινή οικονομική κατάσταση.

  Τα προβλήματα δε σταματάνε όμως εκεί, η φοροδιαφυγή από την πιο ασήμαντη περίπτωση έως και τα μεγάλα οικονομικά εγκλήματα είναι κάτι σύνηθες που δυστυχώς λίγο πολύ όλοι έχουν συνδράμει στην άμβλυνση της. Δε θα αναφερθω στα μεγάλα φορολογικά εγκλήματα διάφορων επιχειρηματικών κολοσσών άλλα στα καθημερινα και τα συνηθισμένα. Όταν ζητά κάποιος να αγοράσει κάτι χωρίς απόδειξη με σκοπό να πετύχει μείωση της τιμής, όταν άλλος δηλώνει μικρότερο εισόδημα από το πραγματικό ή δεν δηλώνει ολα τα ακίνητα του. Αυτες οι συμπεριφορές μας καθιστούν συνένοχους στο πρόβλημα της φοροδιαφυγής καθώς μπορεί μεμονωμένα οι φόροι να μη λείψουν στο δημόσιο όμως καθολικά προκαλουν τεράστια ζημιά και το πρόβλημα όλο και γιγαντώνεται.. Ειδικότερα μετά την δεκαετία του 1980 και την είσοδο της χώρας μας στην Ευρωπαϊκή οικονομική κοινότητα οι λεγόμενες χρηματοδοτήσεις για δήθεν επενδύσεις αποδείχθηκαν βλαβερές αντί για ευεργετικές. Από τη μια λοιπόν υπήρχαν πολιτικοί και δημόσιοι υπάλληλοι που αποσπούσαν τις επιχορηγήσεις απ’ τα δημόσια ταμεία κι από την άλλη επερχόμενοι επιχειρηματίες, αγρότες, έμποροι κλπ, οι οποίοι με το έναυσμα της διεύρυνσης των εργασιών τους ή της υλοποίησης νέων επαγγελματικών πρωτοβουλιών  κατασπαταλούσαν μεγάλο μέρος των χρηματοδοτήσεων για προσωπική τους ευχαρίστηση. Η ανάπτυξη λοιπόν στο τέλος ήταν πολύ μικρότερη από την αναμενόμενη, άρα οι εισπράξεις του δημοσίου ήταν μικρότερες και η θέση της Έλλάδας στον διεθνή οικονομικό άξονα παρέμεινε ουσιαστικά στάσιμη.

  Τά μόνα οικονομικά ανοίγματα που αποδείκνυαν κάποια ανάπτυξη ήταν εκείνα που βασίστηκαν σε δανεια μέσω των τραπεζών και των αγορών. Χάρη σε αυτά για πολλά χρόνια παρουσιαζόταν μια είκονα της Ελλάδος ώς ένα πολύ ισχυρό οικονομικά κράτος που μπορούσε να σταθεί δίπλα στους οικονομικούς γίγαντες όπως η Γερμανία. Μια εικόνα όμως κατασκευασμένη στο photoshop της ανάπτυξης καθώς όλη η οικονομική δύναμη ήταν βασισμένη στα δανεικά και στα παραποιημένα οικονομικά στοιχεία. Τα τελευταία ήταν και τα υπεύθυνα της φούσκας στο χρηματιστήριο το 1999, των αλόγιστων δανείων που μοίραζαν απλόχερα οι τράπεζες ως την αρχή της κρίσης, όπως και της ενδεχομένως πρόωρης εισόδου της Ελλάδας στην ευρωζώνη το 2002.

 Τα προβλήματα που έχουν προκύψει είναι πάρα πολλά και οι ευθύνες περισσότερες. Τα θέματα προς επίλυση δε περιορίζονται μονάχα στην οικονομική κατάσταση του κράτους και των πολιτών, αλλά έχουν βλάψει απο την μία την ορθή κρίση των πολιτών  και απο την αλλη την έννοια της συνεργασίας μετάξυ πολιτών και πολιτικών δυνάμεων. Δεν μπόρεσα ποτέ να καταλάβω γιατί εμείς οι έλληνες αρεσκόμαστε τόσο πολύ στο να αντιμαχόμαστε στις κρισιμότερες στιγμές αντί να συνεργαζόμαστε. Οι ιστορικές πηγές αποδεικνύουν ότι οι Έλληνες δε πέτυχαν ποτέ διχασμένοι. Ήρθε η ώρα λοιπόν να γίνουν τρία αποφασιστικά βηματα. Πρώτον η κατανόηση σε βάθος της παρούσας κατάστασης, η ανάληψη ευθυνών και η παύση πυρών μεταξύ τόσο των πολιτικών όσο και των πολιτών, δεύτερον η πρόθεση συνεργασίας όλων των δημοκρατικών δυνάμεων και τρίτον η ουσιαστική συνεργασία που θα αποσκοπεί στην σταδιακή απομάκρυνση από την κρίση και την αποφυγή επερχομένων παρόμοιων καταστάσεων. Το ερώτημα που τίθεται  τελικά όμως είναι μπορούμε οι Έλληνες να εμπιστευτούμε ο ένας τον άλλον;

*Πρωτοετης φοιτητης Ιστοριας Αρχαιολογιας Κοινωνικης Ανθρωπολογιας στο πανεπιστημιο Βολου.

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here