Οι Παιδικοί Χρόνοι Τριών Σπουδαίων Συνθετών

Του Νικόλαου Τουλαντά

 

 

Γιόζεφ Χάιντν – 31-3-1732, Αυστρία

 

Ο Αυστριακός Γιόζεφ Χάιντν ήταν γόνος μιας οικογένειας μαστόρων (τροχοποιών). Ο πατέρας του ήταν παράλληλα και μουσικός – αυτοδίδακτος στην άρπα και τα φωνητικά.

Ο Χάιντν είχε ιδιαίτερη κλίση στο τραγούδι αλλά και ιδιαίτερη μουσική αντίληψη όσον αφορά στα μουσικά σύνολα (όχι τόσο ως εκτελεστής). Στα πρώτα του βήματα, χρησιμοποιούσε δύο κομμάτια ξύλο ως βιολί με τα οποία συνόδευε τον εαυτό του στο τραγούδι.

Ένας διευθυντής χορωδίας, από άλλη πόλη, τον ακούει, τον τεστάρει και διαπιστώνει την εκπληκτική εγκυρότητα στο tempo του ήδη από 6 ετών. Ο ίδιος προσφέρεται να τον υιοθετήσει και σπουδάσει αλλά οι γονείς του προσπαθούν να επωφεληθούν οικονομικά προετοιμάζοντάς τον για τη ρασοφορία.

8 με 18 ετών εργάστηκε σκληρά στη μουσική έχοντας ως πρώτο του μέλημα την κατά αυτόν ύψιστη μουσική αρετή της Φωνητικής Αγωγής, ειδικότερα για κάποιον που θέλει να γίνει Συνθέτης.

Ήταν από τους αφοσιωμένους εκείνους καλλιτέχνες που βρίσκουν συνέχεια ευκαιρίες να εξασκήσουν κι εξωτερικεύσουν την τέχνη τους. Συνήθιζε να «σπέρνει» παντού πεντάγραμμα και νότες. Ήταν από αυτούς που αφιέρωναν 12 με 14 παραπάνω ώρες από τις απαιτούμενες «εργάσιμες» όσον αφορά στα μέλη της Καθεδρικής Χορωδίας της Βιέννης.

Εργάζεται από μικρός και στις φωνητικές συνθέσεις, εκκλησιαστικές πολυφωνίες και υποστηρίζεται από τους περιστασιακούς οδηγούς και μέντορες.

 

Ο Καθεδρικός Ναός Αγίου Στεφάνου της Βιέννης στον ο οποίο ο Χάιντν πέρασε μεγάλο μέρος της παιδικής του ηλικίας.

 

Βασικές αρχές της μουσικής διδάσκεται ήδη από τα 6 του αλλά αυτό που τον χαρακτηρίζει είναι η πρώιμη πολυμάθειά του πάνω στην οργανολογία των κλασικών οργάνων καθώς και το γεγονός πως τα περισσότερα από αυτά μπορούσε να τα χειριστεί ορθολογικά ήδη απ’ την προεφηβεία του. Ήταν αυτό που λέμε «λίγο απ’ όλα» χωρίς να είναι ευκολότερο (ίσως σπανιότερο είναι) από τον βιρτουόζο. Π.χ. μαθαίνει να χειρίζεται και να συνοδεύει με το Τύμπανο, σε πλαίσιο ορχήστρας, με ένα μόλις μάθημα.

Θα πάρει λίγη από τη βασική εκπαίδευση ενώ θα εντρυφήσει μουσικά σπουδάζοντας Τραγούδι, Πιάνο και Βιολί. Η αλαζονεία ενός Μαέστρου που δε μπορεί να δεχθεί το με τί έχει να κάνει τον κάνει να αποσύρεται. Στο τραγούδι ήταν σχεδόν αυτοδίδακτος.

Στα 9 του θα εξεταστεί στις φωνητικές του ικανότητες και λόγω ηλικίας και αμάθειας θα υστερήσει κάπως στους λαρυγγισμούς του. Δέχεται μία διδασκαλική υπόδειξη και κάνοντας δύο προσπάθειες το λειτουργεί καθαρά.

Ήταν οικονομικά ζορισμένος και σε συνδυασμό με την αδιαφορία του διαθέσιμου Μαέστρου και καθηγητή αποσύρθηκε στην αυτοδιδαχή. Ο Μαέστρος μάλιστα εξευτέλισε μια σύνθεση εκκλησιαστικής μουσικής του Χάιντν (ήταν 13) γιατί όντως είχε έλλειψη γνώσεως στην αντίστιξη. Κατά πάσαν πιθανότητα το ότι η ανικανότητα του καθηγητή του τον απομονώνει σε μία προσωπική αυτοπαίδευση του κάνει μάλλον καλό παρά τον περιορίζει. Θα ανακαλύψει μόνος του δραστηριότητες που δεν υπάρχουν ακόμα στο πλαίσιο της παγκόσμιας μουσικής.

Τα πρώτα του έργα – από 18 ετών και μετά – γίνονται πολύ αγαπητά αν και ο ίδιος δεν αισθάνεται ιδιαίτερο δέος για τις εργασίες του.

Ο συνθέτης θα ακουστεί, αγαπηθεί, διδάξει και παρότι έμμεσα εκθαμβωτικός – μη όντας ένας πιανίστας σαν τον Mozart ή τον Μπετόβεν (που θα διδαχθεί από τον Χάιντν για δύο χρόνια) – θα θεωρηθεί υπεύθυνος για τους όρους Συμφωνία και Κουαρτρέτο και θα παράγει πάνω από 400 μουσικές εργασίες, ανάμεσά τους 176 Τρίο, 108 Συμφωνίες, 68 Κουαρτρέτα, 47 Σονάτες για Πιάνο, 20 Όπερες.

 

 

Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ – 27-1-1756, Σαλσβούργο

Όπως ο Χάιντν, έτσι κι ο Μότσαρτ προερχόταν από μία γενεολογία χειρονακτών-μαστόρων. Ο τελευταίος ήταν ο παππούς του που ήταν βιβλιοδέτης ενώ ο πατέρας του σπούδασε Νομικά, ήξερε Βιολί, ήταν Μουσικοσυνθέτης και Μαέστρος.

3-4 ο Μότσαρτ δείχνει ξεκάθαρα τη μουσική του επιδεκτικότητα. Αντιλαμβάνεται την αρμονία και χρησιμοποιώντας τις σωστές νότες συνοδεύει την αδελφή του που παίζει επίσης μουσική. Ο πατέρας του τον μαθαίνει κλαβιέ σε αυτή την ηλικία θαυμάζοντας την εκτελεστική του ικανότητα και τους χρόνους του.

4 ετών καταγράφεται να μαθαίνει ένα Μινουέτο κι ένα Τρίο μέσα σε μισή ώρα.

5 ετών αρχίζει να συνθέτει, 6 να περιοδεύει (3 περιοδείες κάνει έως 8 ετών), 7 να δημοσιεύει (4 σονάτες για πιάνο και βιολί).

 

5 με 6 ετών

 

7 ετών διδάσκεται Βιολί και αυτοδιδάσκεται το Όργανο. Παρουσιάζει θαυμαστά σημεία μουσικότητας παίζοντας επιδέξια ακόμα και με μονοδακτυλισμούς, τυφλά κτλ.

Στα 10 του αποκαλείται από κάποιον μουσικό και κατασκευστή μουσικών οργάνων «ο μεγαλύτερος εκτελεστής του κόσμου». Είναι στην ίδια ηλικία που καταγράφεται να πλάθει με τη φαντασία του ένα «Βασίλειο Παιδιών» του οποίου είναι «βασιλιάς». Σχεδίαζε να συνθέσει και μία σχετική – παιδική – όπερα.

11 ετών υποχρεώνεται σε απομόνωση μίας εβδομάδας ώστε να βεβαιωθεί για τις ικανότητές του ένας δύσπιστος ιερωμένος, με άσκηση την σύνθεση ενός ορατορίου. Και όλα βέβαια κύλισαν αρμονικά…

13 διορίζεται άτυπα και αμισθί ως προσωπικός συνθέτης ενός ευγενούς και τον πρώτο χρόνο παράγει 20 εργασίες.

Δεν είχε πολλά ενδιαφέροντα έξω από τη μουσική. Διδάχθηκε λίγο από τα καθιερωμένα – λίγη Αριθμητική, Λατινικά και Ιταλικά. Του άρεσαν τα παίγνια με κάρτες κι έκανε και λίγη ξιφασκία.

14 χρονών ήταν Μάστερ στη μουσική γνώση και παικτική. Ακούει μία Εκκλησιαστική Πολυφωνία στην Καπέλα Σιξτίνα και τη μεταφέρει στο πεντάγραμμο. Είναι περίφημος και ως μουσικοκριτικός ενώ οι του είδους έχουν βέβαια σηκώσει τα χέρια ψηλά με το φαινόμενο της μεγαλοφυΐας του.

Τα πρώτα έσοδα έρχονται στην ηλικία των 16 ενώ έως τότε έχει ήδη κάνει γνωστό το μεράκι του στο Λονδίνο, τη Χάγη, το Παρίσι, το Άμστερνταμ και βέβαια τη Βιέννη.

Πολυπαραγωγικός – έως τα 15 θα εργομετρά ήδη, μεταξύ άλλων, 18 Συμφωνίες. Το σύνολικο έργο αυτού του ανθρώπου αριθμεί πάνω από 600 συνθετικές εργασίες.

 

 

Λούντβιχ βαν Μπετόβεν – 17/12/1770, Βόννη

Ο Μπετόβεν 13 χρόνων 

 

Ο Μπετόβεν είχε μουσική ρίζα. Ο παππούς του ήταν διευθυντής χορωδίας στη Βόννη, Φλαμανδός στην καταγωγή. Και ο παππούς από τη μεριά της μητέρας του έμεινε στην ιστορία ως ένας πολύ ευφυής άνθρωπος που εργαζόταν κατά τα άλλα ως αρχιμάγειρας. Η μητέρα του κληρονόμησε πολλές από τις αρετές του πατέρα της και είναι αυτή που του φερόταν ευγενικά και καλά.

Είχε κακή σχέση με τον πατέρα του. Ο πατέρας του – τενόρος και μουσικοδιδάσκαλος – έμαθε πιάνο στον Μπετόβεν διά καταναγκασμού. Του έκανε καθημερινά μαθήματα ήδη από τα 6 του έτη. Ο Μπετόβεν έμαθε πιάνο κλαίγοντας και ξυπνώντας αργά το βράδυ για να διασκεδάσει, παίζοντας ως το πρωΐ, τον πατέρα του κι ένα φίλο του τενόρο που τα ‘πιναν παρέα. Ο πατέρας του προσπαθούσε να τον πλασάρει ως τον δεύτερο Μότσαρτ. Ο τελευταίος θα συναντήσει τον Μπετόβεν (16 ετών) και θα μιλήσει για κάτι το άξιο παρακολούθησης, εργαζόμενο κάτι μεγάλο.

7 με 10 ετών θα διδαχθεί επίσης Βιολί, Βιόλα και Τραγούδι.

7 ετών – το πρώτο του δημόσιο κονσέρτο. 10 ετών περιοδεύει με τη μητέρα του στην Ολλανδία όπου αποκομίζει επαίνους και δώρα αξίας.

11 ετών είναι αυλικός μουσικός. 12 αναλαμβάνει ως Κυμβαλίστας και διευθυντής πρόβας. Είναι ήδη βιρτουόζος εκτελεστής στο όργανό του και τη μουσική ανάγνωση. Είχε επίσης και συνθετική δραστηριότητα: 10 ετών γράφει την πρώτη του σύνθεση – μία καντάτα κηδείας – η οποία εκτελείται και κερδίζει σταδιακά το κοινό και τον Μαέστρο που παρατηρούν περίεργοι. 12 και 14 δημοσιεύει Σονάτες για πιάνο.

Στα 14 προτάθηκε ως πιθανός αντικαταστάτης του καθηγητή του και η αυλή τον ωθεί κι ενθαρρύνει να ταξιδεύσει κι αναπτυχθεί.

Είχε την ευκαιρία να διδαχθεί από τον Χάιντν για δύο χρόνια (22-24 ετών). Είχε διάφορους δασκάλους – ειδήμονες όλοι – που τον εκτιμούσαν πολύ ως μουσικό αλλά τον χαρακτήριζαν ως πολύ δύσκολο κι αυταρχικό χαρακτήρα.

Ο Μπετόβεν κατάφερε να κινείται σαν ελεύθερος επαγγελματίας θα λέγαμε – δε συνέθετε για κάποια αυλή ευγενούς ή την εκκλησία – κερδίζοντας το ψωμί του από δημόσιες συναυλίες και ιδιωτικές παραγγελίες.

Συνέθεσε συνολικά περίπου 340 μουσικές εργασίες.

 

*Ο Νίκος Τουλαντάς είναι αυτοδίδακτος λογοτέχνης και δημιουργεί ερασιτεχνικά από την ηλικία των 16 ετών. Ασχολήθηκε με την ποίηση, τη στιχουργική κι έπειτα κυρίως με την δοκιμιογραφία. Υπάρχει και ως αρθρογράφος, από τον Ιούνιο του 2020, καθώς μία ημέρα ξύπνησε πεπεισμένος ότι μπορεί να συνθέσει πληροφορία, εκφράζοντας με αρθογραφικό τρόπο τις σημειώσεις και μελέτες του, τις οποίες πραγματεύεται αρκετά πιο αποσυμπιεσμένα κι εκτεταμένα στα κείμενά του (τα δοκιμιακά). 
Διατηρεί προσωπικό portfolio με όλα του τα αρθρογραφικά κείμενα: https://nikolaostoul.wixsite.com/grafopaignia
Έχει δύο επίσημες αναγνωρίσεις στο χώρο της λογοτεχνίας: 
Α’ Βραβείο Δοκιμίου/9ος Παγκόσμιος Διαγωνισμός Λογοτεχνίας (Ε.Π.Ο.Κ,2018) 
Α’ Βραβείο Δοκιμίου/κατηγορία Νέων 18 έως 30 ετών/ 2ος Πανελλήνιος Διαγωνισμός Πεζογραφίας (περιοδικό «Κέφαλος», 2020). 

 

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here