Του Νίκου Τσούλια

 

 

Όταν στη δεκαετία του 1990 ο Μιχάλης Ράπτης (Πάμπλο) αναφερόταν με έμφαση ότι η Ευρώπη και ο κόσμος όλος οδηγείται σε εποχές διευρυνόμενης βαρβαρότητας και ότι η Ελλάδα θα αντιμετωπίσει σοβαρό οικονομικό πρόβλημα σε συνθήκες υψηλού οικονομικού ανταγωνισμού, μου φαινόταν ότι αποτελούσε μια ανάλυση υπερβολής. Από την άλλη πλευρά, θαύμαζα πάντα τις θεωρήσεις του – ήταν ο πρώτος που μίλησε για τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας και για το ρόλο της Γερμανίας και του Βατικανού – και σε μια συνέντευξή του, που μου είχε δώσει για λογαριασμό της τότε εφημερίδας «ΕΞΟΡΜΗΣΗΣ», είχε εξηγήσει πλήρως τις επερχόμενες εξελίξεις.

Η διευρυνόμενη βαρβαρότητα λοιπόν είναι εδώ και απειλεί λαούς και κοινωνίες και επιχειρεί να δρομολογήσει την τροχιά της ιστορίας προς έναν νέας μορφής παγκόσμιο Μεσαίωνα. Κατά τη γνώμη μου, βασικές αιτίες για αυτές τις εξελίξεις είναι αφενός η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και ως εκ τούτου η έλλειψη ουσιαστικού ιδεολογικού αντίπαλου στην καπιταλιστική λαίλαπα και αφετέρου η επικράτηση του νεοφιλελευθερισμού έναντι της σοσιαλδημοκρατίας στη Δυτική Ευρώπη.

Από την αρχαιότητα, κατά την οποία οι βάρβαροι ήταν, για την περίπτωσή μας, οι λαοί εκτός των Ελλήνων και τους ελληνιστικούς χρόνους – στη διάρκεια των οποίων η έννοια της βαρβαρότητας περιορίστηκε και οριοθετήθηκε σε όσους δεν ήσαν «μέτοχοι της ελληνικής παιδείας» – μέχρι τη γενική και κρατούσα αντίληψη ότι οι βάρβαροι πάντα αναφέρονται σε «άλλους» και αφορούν τους απολίτιστους και τους άγριους, η σημερινή εκδοχή δεν έχει καμιά σχέση με αυτές τις προηγούμενες προσεγγίσεις. Τώρα, η βαρβαρότητα αναπτύσσεται και ευδοκιμεί στην καρδιά του πιο αναπτυγμένου τεχνολογικά πολιτισμένου κόσμου. Και το πιο αξιοσημείωτο είναι το εξής στοιχείο. Ενώ η δράση της και τα αποτελέσματά της είναι πολύ πιο φρικιαστικά σε ένταση και σε έκταση όσο ποτέ άλλοτε, επιχειρεί να εμφανίζεται ως αναπόφευκτη εξέλιξη, ως μονόδρομος της ιστορίας και ότι αποτελεί και διαδικασία προόδου και προοπτικής!

Οι ΗΠΑ αντιμετωπίζοντας την Κίνα ως ανερχόμενη οικονομική δύναμη επιχειρεί να διευρύνει τη στρατηγική επιρροή της είτε με τη δύναμη των όπλων εξάγοντας σε όλο και περισσότερες περιοχές του πλανήτη μας πολέμους είτε με την τεχνολογική υπεροχή και με τον ταυτόχρονο έλεγχο του διεθνούς εμπορίου. Η Ευρώπη βρίσκεται σε αντίφαση. Βρίσκεται στην ίδια τροχιά με τις Η.Π.Α. με την επικράτηση του απόλυτου νεοφιλελευθερισμού και της κατίσχυσης των χρηματιστηριακών αγορών έναντι της πραγματικής οικονομίας αλλά έχει ήδη αρχίσει να αποδομεί το κοινωνικό κράτος και το κράτος δικαίου – που ήταν συστατικά και βασικά στοιχεία του μεταπολεμικού πολιτικού συστήματός της και του ομόλογου πολιτισμού της. Τώρα όχι μόνο έπαψε η αναδιανομή του πλούτου υπέρ των εργαζόμενων – με βάση την εκάστοτε δημιουργούμενη ανάπτυξη – αλλά και έχει ήδη αρχίσει η αντίστροφη διαδικασία, η καθολική λεηλασία των εργαζόμενων στο εισόδημά τους και στα δικαιώματά τους.

Και ενώ συμβαίνουν όλα αυτά τα φαινόμενα της γενικευμένης βαρβαρότητας, τα πράγματα φαίνονται να εξελίσσονται έξω από τις προσεγγίσεις μιας παραδοσιακής ανάλυσης. Οι πολιτικές εξελίξεις οδηγούνται προς τη δεξιά και την ακροδεξιά πλευρά των κομματικών συσχετισμών! Η σημερινή ελληνική εκδοχή – που φαίνεται να είναι μια εξαίρεση – της συγκυβέρνησης ΣΥ.ΡΙΖ.Α. – ΑΝ.ΕΛ. ουσιαστικά δεν έχει να κάνει με καμιά μορφή αριστερής πολιτικής. Είναι πολιτική γέννημα και θρέμμα χυδαίου και απροκάλυπτου λαϊκισμού, πολιτική απόλυτου νεοφιλελευθερισμού που όχι μόνο δεν διαφέρει από μια συντηρητική κυβερνητική πολιτική αλλά είναι και πολιτική – αντηχείο των γνωστών εξωγενών θεσμών. (Προφανώς μετά την κυβερνητική εμπειρία του σημερινού δημαγωγικού σχήματος η έννοια της αριστεράς στη χώρα μας έχει αποκτήσει άλλο περιεχόμενο).

Αλλά πέραν των αιτιών του πώς φτάσαμε σε μια ιστορική φάση επικράτησης των δυνάμεων της αγοράς, το πιο σημαντικό στοιχείο είναι το πώς διαμορφώνεται το πολιτικό και το κοινωνικό σκηνικό στην επόμενη περίοδο. Θεωρώ ότι μόνο μεταρρυθμιστικές ιδεολογικές πολιτικές, πολιτικές της κεντροαριστεράς μπορούν να συσπειρώσουν πλειοψηφίες σε ευρωπαϊκή κλίμακα – αφού το παιχνίδι παίζεται πρωτίστως σε υπερεθνικό επίπεδο – για να θέσουν τις βάσεις για μετασχηματισμό των σημερινών κανόνων στο εμπόριο και στην παραγωγή, στην οικονομία και στην κοινωνία.

Οι φωνές μιας δήθεν επαναστατικής αριστεράς είναι αδιέξοδες. Όχι μόνο γιατί δεν λαμβάνουν υπόψη τους τους συσχετισμούς δυνάμεων και τις αντικειμενικές συνθήκες, αλλά κυρίως γιατί δεν υπάρχει κανένα επαναστατικό «πολιτικό υποκείμενο – κόμμα», που μπορεί να εκφράσει τέτοιο κοινωνικό αίτημα.

Τα κομμουνιστικά κόμματα έχουν χάσει προ πολλού τη δυναμική που είχαν ως μορφοποιήσεις του ευρωκομμουνισμού, όσο δε για τα άλλα αριστερά κόμματα δεν μπορούν να πουν κάτι διαφορετικό από τη σοσιαλδημοκρατία. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός της αγωνιώδους προσπάθειας του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. να γίνει μέλος της Σοσιαλιστικής Ομάδας του Ευρωκοινοβουλίου – πέραν των γνωστών του λαϊκίστικων μεταμορφώσεών του – μήπως και περισώσει κάποια κοινωνική αναφορά του.

Ο αγώνας κατά της βαρβαρότητας είναι δύσκολος και πολυσύνθετος. Θέλει πολιτική συνεννόηση και προγραμματικές συνθέσεις μεταξύ των κομμάτων της μεταρρυθμιστικής ιδεολογίας. Θέλει κοινωνικά κινήματα που θα συσπειρώνουν ευρέα στρώματα των εργαζομένων. Θέλει αγωνιστική κουλτούρα με τη συνεχή καλλιέργεια των πρώτιστων αξιών του ανθρώπου, της χειραφέτησης και της ελευθερίας.

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here