Του Γεωργίου Νικ. Σχορετσανίτη

 

Ο Βίκτωρ Όρμπαν, ο τωρινός πρωθυπουργός της χώρας της Ουγγαρίας, είναι αρκούντως σαφής στις δηλώσεις του. Ο όρος μετανάστευση γι’ αυτόν δεν σημαίνει τίποτα, ή μάλλον υπαινίσσεται πολλά! Σταθερά βρίσκεται απέναντι σε οποιαδήποτε ιδέα και διάταξη της ευρωπαϊκής ένωσης η οποία θα του αποστείλει για φιλοξενία κάποιες εκατοντάδες ή  χιλιάδες μεταναστών, ή ακριβέστερα ‘σύγχρονων’ προσφύγων στο έδαφος της χώρας του. Τι κι αν το έθνος του υπήρξε από ιστορικής πλευράς μείγμα, αμάλγαμα άλλων συνιστωσών! Γη η οποία υποδέχτηκε, θέλοντας και μη, σειρές τακτικών και άτακτων εισβολέων ανά τους αιώνες, από τους οποίους όχι μόνο έχασε, αλλά και κέρδισε τόσα! Κι αν οι μεταναστεύσεις ‘ερημώνουν’ κάποιες φορές ένα έδαφος, μια χώρα, μια πατρίδα, στις περισσότερες των περιπτώσεων, παράλληλα την ενισχύουν σε άλλα μεγέθη και παραμέτρους. Όπως και να το κάνουμε πάντως ο μύθος της φυλετικής καθαρότητας, βρίσκεται πανταχού παρών εδώ. Αιωρείται διάχυτα στην ατμόσφαιρα, κι ας είναι εκ πρώτης όψεως εν πολλοίς αόρατος. Τα μέτρα ασφαλείας δίπλα από το Ουγγρικό Κοινοβούλιο στα μεγάλα σύγχρονα ξενοδοχεία της ουγγρικής πρωτεύουσας, και ακόμα στα πολύφερνα και σχετικά ακριβά  καφέ της παραποτάμιας περιοχής, ειδικά από την επίπεδη πλευρά της Πέστης, είναι εμφανή. Μετρημένοι οι ξένοι,  κυρίως τουρίστες ολιγοήμερων διακοπών, απόντες προκλητικά οι ζητιάνοι και οι πρόσφυγες, όπως τουλάχιστον τους έχουμε εμείς συνηθίσει στους δρόμους και τις γωνιές των ελληνικών πόλεων !

* * * * *

 

Η σημερινή μαγυάρικη εσωστρέφεια, την ίδια στιγμή που η όλη της ψυχοσύνθεση  είναι φτιαγμένη από διαφορετικής υφής αλλότρια φύλα, φαντάζει περίεργα περιθωριακή. Στο Πετς, η Πινακοθήκη Μοντέρνας Ουγγρικής Τέχνης, ‘Janus Pannonius Museum’, φέρει το όνομα ενός μεγάλου ποιητή του δέκατου πέμπτου αιώνα με καταγωγή όχι ουγγρική, αλλά κροατική. Ο Γιάνους Παννόνιους (Janus Pannonius, 1434-1472) είχε καταγωγή τόσο από την Ουγγαρία, από την πλευρά της μάνας του, όσο και από την Κροατία από τη μεριά του πατέρα του, και εξελίχτηκε σε ποιητή, διπλωμάτη και Επίσκοπο του Πετς. Ήταν ο πιο σημαντικός ποιητής της Αναγέννησης στο Βασίλειο της Ουγγαρίας και ένας από τους πιο γνωστούς στον τομέα της ανθρωπιστικής ποίησης στην Ευρώπη.

Ανατράφηκε κατά κύριο λόγο απ’ τη μάνα του η οποία με τη βοήθεια ενός θείου του  μικρού τον έστειλε στην Ιταλία για εκπαίδευση στις  ανθρωπιστικές επιστήμες. Ο νεαρός Γιάνους θεωρήθηκε ο πιο λαμπρός μαθητής της γενιάς του, από δασκάλους και συναδέλφους του. Μετά από σπουδές στη Φεράρα, την Πάδοβα και μια σύντομη εκπαιδευτική περιοδεία στη Ρώμη, επέστρεψε στην Ουγγαρία το 1458, τη χρονιά κατά την οποία ανέβηκε στο θρόνο ο Ματθίας.  Εργάστηκε σε διάφορες θέσεις και σύντομα διορίστηκε ως ο επίσκοπος του Πετς κι’ αργότερα αντιπρόεδρος της χώρας. Είχε αναπτύξει σχέσεις με τους κορυφαίους φιλοσόφους της εποχής του, είχε δημιουργήσει μια σημαντική βιβλιοθήκη ανθρωπιστικών έργων, και γενικώς επηρέασε επί τα βελτίω αρκετά τα πράγματα και καταστάσεις της χώρας του.

* * * * *

Ο κόμης Λάζλο Σετσένυϊ (László Széchenyi, 1879-1938), είχε καταγωγή από την Αυστρία και την Ουγγαρία, και υπήρξε ο εφευρέτης της υποθαλάσσιας ασύρματης τηλεγραφίας, με την αποστολή και λήψη υποβρύχιων δονήσεων και ηχητικών κυμάτων. Θείος του ήταν ο κόμης Ιστβάν Σετσένυϊ (István Széchenyi, 1791-1860), ένας από τους μεγαλύτερους πολιτικούς άντρες στην ιστορία  της Ουγγαρίας, γεννημένος εκείνος στη Βιέννη όπου και πέρασε την παιδική του ηλικία. Από τον Σεπτέμβριο του 1815 έως το 1821, ταξίδεψε εκτενώς στην Ευρώπη, επισκεπτόμενος τη Γαλλία, την Αγγλία, την Ιταλία, την Ελλάδα και το Λίβανο, μελετώντας τα ιδρύματά τους και δημιουργώντας  σημαντικές διαπροσωπικές σχέσεις. Γρήγορα συνειδητοποίησε το αυξανόμενο χάσμα μεταξύ του σύγχρονου κόσμου και της πατρίδας του, της  Ουγγαρίας. Για το υπόλοιπο της ζωής του, αποδείχτηκε αποφασισμένος μεταρρυθμιστής και προώθησε όσο  μπορούσε την ανάπτυξη, συμβάλλοντας αποφασιστικά στην ίδρυση της Ουγγρικής Ακαδημίας Επιστημών, θέλοντας και επιδιώκοντας με αυτή την προσπάθεια να  προωθήσει τη χρήση της ουγγρικής γλώσσας. Ο Λάζλο Σετσένυϊ οραματίστηκε το δικό του πρόγραμμα για την Ουγγαρία, στο πλαίσιο, τότε, της Μοναρχίας των Αψβούργων. Ήταν πεπεισμένος ότι η Ουγγαρία χρειαζόταν μια σταδιακή οικονομική, κοινωνική και πολιτιστική ανάπτυξη, αλλά αντιτάχθηκε τόσο στον αδικαιολόγητο ριζοσπαστισμό όσο βεβαίως και στον εθνικισμό. Και ο τελευταίος ήταν ιδιαίτερα επικίνδυνος στο πολυεθνικό βασίλειο της Ουγγαρίας, όπου οι άνθρωποι χωρίζονταν  από την εθνικότητα, τη γλώσσα και τη θρησκεία. Έχει πάντως ενδιαφέρον το γεγονός ότι εκτός από τις βαρύνουσας σημασίας πολιτικές του ιδέες, ενεπλάκη και  στην ανάπτυξη των μεταφορικών υποδομών, καθώς κατανοούσε τη σημασία τους για την ανάπτυξη και την επικοινωνία. Μέρος αυτού του προγράμματος ήταν η ρύθμιση της ροής των υδάτων του κάτω Δούναβη για τη βελτίωση της ναυσιπλοΐας, προκειμένου να ανοίξει η ναυτιλία και το εμπόριο από τη Βούδα έως τη Μαύρη Θάλασσα. Έγινε το κορυφαίο πρόσωπο της Επιτροπής Ναυσιπλοΐας του Δούναβη από τις αρχές της δεκαετίας του 1830, η οποία ολοκλήρωσε τις εργασίες της σε διάστημα δέκα χρόνων. Προηγουμένως ο ποταμός ήταν επικίνδυνος για τα πλοία και δεν ήταν αποτελεσματικός ως διεθνής εμπορική διαδρομή, κι ο Σετσένυϊ προώθησε τα ατμόπλοια στον Δούναβη. Ήθελε να αναπτύξει τη Βούδα και την Πέστη ως σημαντικό πολιτικό, οικονομικό και πολιτιστικό κέντρο της Ουγγαρίας, και υποστήριξε την κατασκευή της πρώτης μόνιμης γέφυρας μεταξύ των δύο πόλεων, της γνωστής ‘Γέφυρας των Αλυσίδων’, η οποία πέρα από τη βελτίωση της συγκοινωνιών, προκάλεσε την μεταγενέστερη ενοποίηση των δύο πόλεων σε μία, στη Βουδαπέστη, που ξέρουμε σήμερα.

* * * * *

Ο σπουδαίος Ούγγρος δραματουργός και μυθιστοριογράφος Μορ Γιόκαϊ  (Mór Jókai, 1825-1904), γεννημένος στο σημερινό Κομάρνο της Σλοβακίας, με σπουδές στη σημερινή Μπρατισλάβα, πρωτεύουσα της Σλοβακίας και στη συνέχεια στην  Pápa, όπου συναντήθηκε για πρώτη φορά με τους Sándor Petőfi, Sándor Kozma, και αρκετούς άλλους που αργότερα έγιναν διάσημοι. Με το ξέσπασμα της επανάστασης του 1848, ο νέος συντάκτης, τότε, υπηρέτησε με ενθουσιασμό την εθνική υπόθεση, με στυλό και σπαθί. Για αρκετά χρόνια έζησε τη ζωή ενός πολιτικού υπόπτου, αλλά ευτυχώς όλα αυτά ήταν άκρως παραγωγικά, γιατί κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής αφιερώθηκε στην αποκατάσταση της απαγορευμένης και ταπεινωμένης Μαγυάρικης γλώσσας, γράφοντας αρκετές σελίδες με ιστορίες, δοκίμια, κριτικές, κλπ. Ο Jókai ήταν εξαιρετικά παραγωγικός. Αφιέρωσε στη λογοτεχνία το μεγαλύτερο μέρος του  χρόνου του, και η παραγωγικότητά του, ειδικά μετά το 1870, ήταν καταπληκτική, ανερχόμενη σε εκατοντάδες τόμους.

Άγαλμα του Lajos Kossuth δίπλα στο ουγγρικό Κοινοβούλιο.

* * * * *

Ο πατέρας του Κόσουθ (Lajos Kossuth, 1802-1894), του πολιτικού μεταρρυθμιστή που ενέπνευσε και οδήγησε τον αγώνα της Ουγγαρίας για ανεξαρτησία από την Αυστρία, καταγόταν με τη σειρά του  από τη Σλοβακία, ενώ η μητέρα του είχε και γερμανικές ρίζες. Ο Lajos Kossuth, έκανε αξιοσημείωτη δουλειά κατά τη διάρκεια της μεγάλης επιδημίας χολέρας του 1831, αλλά σε γενικές γραμμές έβρισκε τη ζωή του απογοητευτική, ίσως λόγω οικονομικών δυσκολιών. Στις 4 Μαΐου 1837 συνελήφθη και, μετά από δεκαοκτώ μήνες κράτησης, καταδικάστηκε σε φυλάκιση τριών ετών για υπονόμευση του καθεστώτος. Απελευθερωμένος με αμνηστία το 1840, έγινε δημοφιλής ήρωας και συντάκτης περιοδικού. Τα άρθρα του είχαν ευχάριστο και γοητευτικό ρυθμό και  απέκτησε αρκετούς αφοσιωμένους αναγνώστες, την ίδια στιγμή που ανησυχούσαν τις αυστριακές αρχές, τους Ουγγρικούς συντηρητικούς και ακόμη τους μετριοπαθείς μεταρρυθμιστές της Ουγγαρίας.

Φυσικά και σήμερα πολλοί ξένοι δραστηριοποιούνται στην ευρύτερη περιοχή της Ουγγαρίας, προσφέροντας αρκετά στην οικονομία της, αλλά τα αισθήματα και οι συμπεριφορές πολλών κατοίκων των μεγάλων τουλάχιστον πόλεων  της χώρας, εναρμονίζονται σε μεγάλο βαθμό με εκείνες των περισσότερων πολιτικών τους.

 

Print Friendly, PDF & Email

1 ΣΧΟΛΙΟ

  1. Σε όλους τους χρόνους, στους τόπους όλους, οι μετανάστες, μαζί με τα μηδαμινά σχεδόν υπάρχοντά τους, την θλίψη της αποχώρησης από πατρίδα και από αγάπες, έφεραν πάντοτε -ως τιμαλφές- τον σπόρο της ελπίδας. Έτσι ρίζωσαν και στέριωσαν και κάρπισαν. Παρομοίως και ο ελληνικός λαός, μετανάστης απ’ αιώνος, λάτρεψε και λάμπρυνε τις νέες πατρίδες που του άνοιξαν πόρτες και αγκαλιές, αν και μέσα στα φύλλα της καρδιάς του, διατηρούσε σε χίλια σχήματα την φλόγα του επαναπατρισμού.
    Πιστεύω ότι οι μεταναστεύσεις των λαών υπήρξαν ευλογία θεού. Και για τους μετανάστες και για τις χώρες που τους δέχτηκαν.
    Εν ολίγοις θεωρώ εξαιρετικά ενδιαφέρον και εξίσου θετικό το άρθρο σας, κύριε Σχορετσανίτη.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here