Οι εξουσίες και ο δημόσιος αστικός χώρος

 

Στη νεότερη Ελλάδα ο δημόσιος χώρος ανέκαθεν έπασχε από μιαν απροσδιοριστία. Σε αυτήν περιλαμβάνουμε και τη διάθεση των φορέων εξουσίας και αυθεντίας να τον καπηλευτούν και να τον οικειοποιηθούν ως δικό τους πεδίο αναφοράς και άποψης. Ισχυρίζεται συκοφαντικά η κυρίαρχη ιδεολογία μέσω του Τύπου της ότι μία μερίδα κατοίκων, δημοσίων λειτουργών, συγγραφέων και καλλιτεχνών νομιμοποιούν την αρνητική πλευρά της πόλης- μάλιστα την κεφαλαιοποιούν και την εξαργυρώνουν. Συνεχίζει την σουσουδίστικη ανάλυσή της ισχυριζόμενη ψευδώς ότι φορείς και μεμονωμένα άτομα καλλιεργούν την πεποίθηση ότι η Αθήνα δεν έχει ανάγκη την «ομορφιά», αν αυτή υποτάσσεται στην ευταξία ή αποτελεί έκφραση του σχεδιασμού. Ιδού εκ προοιμίου η αισθητική ως πρόταγμα της κουλτούρας της πόλης. Αν είχε υπόψη της, όμως, έναν ορισμό της πόλης, ίσως και να κατανοούσε την πενία των εργαλείων με τα οποία αναλύει την «πόλη».

Εξάλλου, η προαναφερθείσα κυρίαρχη ιδεολογία του Τύπου και του ακαδημαϊκού χώρου ομονοεί πως υπάρχει μια «σκοτεινή» και τραχεία όψη της Αθήνας, μια «ασχήμια» της παραβατικότητας και της υπανάπτυξης, μια ανυπακοή στους αστικούς (civic) κανόνες, που αποτυπώνεται στο δομημένο και στο φυσικό περιβάλλον. Το ύποπτο είναι ότι το αίτιο αυτό, που οι ίδιοι υποστηρίζουν και χτίζουν πάνω του κοσμοπολίτικες καριέρες και εστέτ άποψη, το αποδίδουν σε άλλους: στην περιθωριακή κουλτούρα που αναδύθηκε από τη μεταπολίτευση κι έπειτα βαθμηδόν κατέστη κυρίαρχος δημόσιος λόγος. Περιθωριακή κουλτούρα χαρακτηρίζουν οτιδήποτε επιδιώκει να σταθεί κριτικό στην προτασσόμενη ομοιομορφία του σεισοπυγικού ρυθμού τους.

Βέβαια, ως πνευματικά βαπτισμένος στην ελληνική ιστορία και παράδοση μπορώ να διακρίνω γιατί οι ύπατοι -ακαδημαϊκοί και δημοσιογράφοι- αρμοστές της αισθητικής της πόλης με δέος κατονομάζουν ως κυρίαρχο δημόσιο λόγο την χαμηλόφωνη φωνή του ψάλτη στο ξωκλήσι και δεν βλέπουν τα πελώρια εκκλησιαστικά όργανα που έχουν στις τεράστιες γοτθικές μητροπόλεις, με επισκόπους που τους πληρώνουν γι’ αυτό ακριβώς: για να συγχέουν μισαλλόδοξα τις ηθικές αξίες με τις ντιντίδικες ιδέες τους, για να μπαλώνουν αποπροσανατολιστικά την καθεστηκυία σιωπή με την αγανακτισμένη διαμαρτυρία απέναντι στην κουλτούρα αυτής της σιωπής που πλακώνει την «πόλη». Σάμπως αυτή η κουλτούρα της σιωπής να είναι η κυρίαρχη άποψη, την οποία οι υποκριτές της άρχουσας ιδεολογίας καλλιεργούν, προασπίζονται και φωτογραφίζουν ως οιονεί σεμνοί και ήσυχοι περιπατητές σκύβοντας με περισσή φροντίδα να καδράρουν το ιδιαίτερο κάγκελο, τον πεσμένο τοίχο με το tag, το κεφάτο εντέλει γκράφιτι, που ενοχλεί τις ζοχάδες τους, αδιαφορώντας για τα συνταρακτικά προβλήματα της κοινωνίας του ιστορικού κέντρου της Αθήνας, όπως είναι η εξαθλίωση, η εγκληματικότητα, η πορνεία, τα ναρκωτικά, η πείνα, οι άστεγοι και η απάνθρωπη φτώχια.

Δηλαδή, κατά την εστέτ άποψη, ο παραβατικός writer, που επεμβαίνει στους τοίχους της πόλης, πρέπει να είναι το μείζον υποκείμενο της αστυνομικής και ποινικής δίωξης και όχι όσοι προάγουν την περιθωριοποίηση του ποιοτικού ανθρώπινου κεφαλαίου και την καθυπόταξή του στην ολοκληρωτική κυριαρχία μιας αμείλικτα ταξικής γλώσσας που συνοψίζει έναν μικροαστικό, ασήμαντο, φοβισμένο, ανέμελο και καθ’ όλα κλαστικό τρόπο ζωής ενός βίου αν-άξιου.

Βεβαίως και η αισθητική κακοποίηση της πόλης αντανακλά ένα ψυχικό τοπίο και μία ιδεοληψία, αλλά η εμμονή σε αυτή την αισθητική διάσταση και στην ιδεοληψία αποκρύπτει τα καίρια και τα σπουδαία που ανέφερα ήδη. Όλη αυτή η κομπορρήμων άποψη, που, όταν δεν φωτογραφίζει «καλλιτεχνικά» τους τοίχους και τα πεζοδρόμια, τους κοιτάζει αφ’ υψηλού με σαμπάνια και μπελούγκα περιφερόμενη χαμηθώρικα στα δενδροφυτεμένα ρετιρέ και στα loft της πλουτοκρατίας, πηγάζει από πολύ βαθιά, από την έλλειψη κοινωνικής συνείδησης και φιλανθρωπίας. Αυτό το ίδιο οδηγεί συνάμα και σε μιαν ισότιμη ασέβεια του δημόσιου χώρου και των θεσμών, δηλαδή των κανόνων δικαίου. Και αυτό αποκαλύπτει ότι δεν έχουμε καλλιεργήσει την ιδιότητα του πολίτη, την πολιτότητα (citizenship), που μάλλον θα μας βελτίωνε συμπεριφορικά ως συνειδητά υποκείμενα μιας πολιτείας σε επίπεδο «καθαριότητας», «ωραιότητας», υγιεινής και καλών τρόπων, διότι για τους ντιγκιντάγκες τού στιλ αυτά είναι τα μείζονα και καίρια ζητήματα. Όσο λοιπόν ο άρχων μικροαστισμός επικεντρώνεται άστοχα στην καθαριότητα και στην ομορφιά της πόλης και ξιφομαχεί άλογα με έναν κατασκευασμένο για τις διαλεκτικές ανάγκες του περιθωριακό λαϊκισμό, χάνει τον χρόνο του από τα καίρια και τα σπουδαία, που ζέουν και όζουν στο πεζοδρόμιο της αλήθειας. Μα πώς να βαδίσουν οι αλλήθωροι με τα Μανόλο Μπλάνικ στο κακοτράχαλο πεζοδρόμιο της αλήθειας;

Ο Κώστας Θεολόγου είναι επίκουρος καθηγητής Ιστορίας και Φιλοσοφίας του Πολιτισμού στο ΕΜΠ

ktheolog@central.ntua.gr

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here