«Οι άνθρωποι δεν μοιράζονται πράγματα μόνο όταν μιλάνε»: Συνέντευξη με τους συντελεστές της παράστασης «Το Θωρηκτό» στον πολυχώρο του Bios

Το Press Publica  πήγε στον πολυχώρο του  Bios, όπου ανεβαίνει σήμερα Πέμπτη 6 Απριλίου και για τρεις μέρες,  η παράσταση «Το θωρηκτό». Πρόκειται για ένα απόσπασμα απο το έργο του Σωτήρη Πατατζή «Μεθυσμένη πολιτεία». 

Δύο ηθοποιοί, o Βασίλης Βηλαράς και η Ασπασία -Μαρία Αλεξίου μας μεταφέρουν από σκηνής, τα λόγια και τις σκέψεις των δύο ηρώων αναδημιουργώντας με χιούμορ την σχέση  δύο μοναχικών ανθρώπων.

Πρόκειται για ένα γυμνασιάρχη και μια καθηγήτρια Γαλλικών που ζουν σε μια επαρχιακή πόλη στη διάρκεια της δικτατορίας του Μεταξά. Οι δυο τους, τρώνε μαζί βραδινό, συζητούν, προσπαθώντας να μιλήσουν για τα αισθήματά τους και τελικά μια αδέξια ερωτική εξομολόγηση θα προκαλέσει μια ακόμη πιο αδέξια αντίδραση.

Για την παράσταση μιλούν στο Press Publica ο Βασίλης Βηλαράς και η Ασπασία – Μαρία Αλεξίου.

 Γιατί έγινε αυτή η επιλογή του έργου, ποια  στοιχεία σας ώθησαν για να οδηγηθείτε στο θεατρικό του ανέβασμα;

Βασίλης: Το κομμάτι αυτό, όπως και όλο το βιβλίο, είναι γεμάτο ήχους. Το διαβάζεις και ακούς πράγματα. Ταυτόχρονα δεσπόζει και μια αίσθηση ησυχίας και σιωπής. Αυτοί οι ήχοι που υπάρχουν μέσα στην ανυπαρξία τους ήταν από τα βασικά στοιχεία του κειμένου που μας υπέδειξαν τον δρόμο που πρέπει να πάρει η παράσταση. Προσωπικά με γοητεύει πολύ που μια ιστορία για δυο μεσήλικες σε μια επαρχία του 1938 μπορεί να μιλάει για τον καθένα μας. Την ανάγκη να υπάρξεις μαζί με κάποιον και την αδυναμία να υποστηρίξεις αυτή σου την ανάγκη την συναντάει κανείς πολύ συχνά γύρω του.

Ασπασία-Μαρία: Στην παράσταση αφηγούμαστε το τι συνέβη στη διάρκεια μερικών ωρών που ένας Γυμνασιάρχης και μια καθηγήτρια Γαλλικών (ή αλλιώς Φραγκόκοτα) πέρασαν μαζί. Δεν βλέπουμε το παρελθόν ή το μέλλον τους παρά μόνο μέσα από τα όσα εξομολογούνται ή τα όσα μπορεί κανείς να υποθέσει. Δεν ήταν στόχος μας η αναπαράσταση της εποχής ή του τόπου του μυθιστορήματος αλλά μας ενδιέφερε πολύ ο κόσμος που έχουν χτίσει αυτοί οι άνθρωποι. Η ματιά του συγγραφέα είναι πολύ τρυφερή αλλά υπάρχει και κάτι το γελοίο σε αυτά τα πρόσωπα. Βλέπεις απ’ τη μία τι ονειρεύονται και απ’ την άλλη πόσο ανακόλουθα συμπεριφέρονται, οπότε υπάρχει ένας ενδιάμεσος χώρος πιθανοτήτων που είναι σε κάθε παράσταση (ή ανάγνωση) προς εξερεύνηση.

Ο τίτλος της παράστασής σας είναι «Το Θωρηκτό». Μιλήστε μας για την ιστορία των πρωταγωνιστών που ξετυλίγουν το κουβάρι δύο πολύ μοναχικών ανθρώπων.

Βασίλης: Η «Μεθυσμένη πολιτεία» είναι ένα βιβλίο που σχεδόν δεν έχει πλοκή. Στο πρώτο μέρος του, αυτό που βασικά κάνει είναι να εισάγει νέους χαρακτήρες. Πλάι στους βασικούς χαρακτήρες που διαδραματίζουν κάποιο ρόλο στο βιβλίο, υπάρχουν και δυο πολύ μικροί, σχεδόν ασήμαντοι για την εξέλιξη της ιστορίας ρόλοι. Είναι οι δυο χαρακτήρες του αποσπάσματος που επιλέξαμε να ανεβάσουμε. Ένας γυμνασιάρχης και μια καθηγήτρια Γαλλικών σε μια μικρή επαρχιακή πόλη. Αυτό που βλέπουμε στην παράσταση είναι το αδέξιο πρώτο ραντεβού τους, η ατσούμπαλη προσπάθεια δυο πολύ μοναχικών ανθρώπων να τακτοποιήσουνε τη ζωή τους πριν να είναι αργά. Αυτή η πίεση του χρόνου που περνάει μοιάζει φοβερό βάσανο. Ειδικά αν είσαι γυναίκα και έχεις να αντιμετωπίσεις μια κοινωνία που σε χαρακτηρίζει προβληματική αν στα 40 δεν είσαι ήδη μητέρα. Αλλά και για τους άντρες που «πρέπει» από ένα σημείο και μετά να αφήσουν τα αστεία και να τακτοποιηθούν. Η μοναξιά είναι πολλά μέτρα κόκκινο πανί για τους ανθρώπους.

Ασπασία-Μαρία: Στο μυθιστόρημα ο Γυμνασιάρχης έχει πάντα μαζί του ένα μεγάλο ρολόι με βαρύ καπάκι. Αυτό το ρολόι οι μαθητές του το έχουν βαφτίσει «το θωρηκτό». Αυτό το στοιχείο μας έκανε πολλή εντύπωση, η αγωνία των ηρώων δηλαδή για το πέρασμα του χρόνου, των λεπτών, της κάθε στιγμής. Και η κάθε στιγμή που περνάει μοιάζει πράγματι να τους κλέβει κάτι, να τους παίρνει κάτι που δεν πρόκειται να τους επιστραφεί. Από την άλλη η λέξη «θωρηκτό» μάς παραπέμπει σε κάτι που χρειάζεται ένα σκληρό περίβλημα για να υπάρξει και σε μεγάλο βαθμό έτσι βλέπω αυτά τα πρόσωπα. Ό,τι κάνουν, όσο παράλογο και να φαίνεται, είναι ο τρόπος τους να διατηρήσουν την ισορροπία που έχουν καταφέρει να βρουν – ενώ την ίδια στιγμή παλεύουν να την ανατρέψουν.

Έχετε αναλάβει τη σκηνοθεσία και την ερμηνεία των ρόλων, πόσο δύσκολη και απαιτητική είναι μια τόσο προσωπική δουλειά;

Βασίλης: Βασικά είναι αυτό ακριβώς, προσωπική δουλειά. Άρα σε εκθέτει τρομερά. Πρέπει να είσαι διαθέσιμος να αναγνωρίσεις πόσο κοντά είσαι στην συνθήκη που περιγράφει η παράσταση, να μην τρομάξεις με αυτό και να διατηρήσεις την αντικειμενικότητά σου στο τι είναι χρήσιμο και τι όχι. Όλοι λέμε ότι το θέατρο είναι ομαδικό άθλημα αλλά σε τέτοιες συνθήκες δουλειάς το ανακαλύπτεις από την αρχή σε όλο του το μεγαλείο. Εμείς οι δυο λέμε ότι σκηνοθετούμε και ερμηνεύουμε, αλλά στην πραγματικότητα μαζί μας στέκονται στη σκηνή όλοι οι συνεργάτες μας.

Ασπασία-Μαρία: Υπάρχουν διάφορες δυσκολίες (και πάντα θα υπάρχουν, όπως κι αν επιλέγει κανείς να δουλέψει) αλλά υπάρχει και κάτι το πολύ απελευθερωτικό. Μ’ αρέσει που αναγκάζομαι να πάρω την ευθύνη του εαυτού μου, της αισθητικής ή της μη αισθητικής μου. Αφού έτσι κι αλλιώς λεφτά δεν θα βγάλουμε, ούτε διαφαίνεται μια λαμπερή αναγνώριση στον ορίζοντα, με γεμίζει (κάποιες στιγμές τουλάχιστον) μια αίσθηση δύναμης, ότι το μόνο που μπορώ να κάνω, το μόνο που έχω και θέλω να κάνω είναι να ψάχνω ένα είδος ειλικρίνειας σε σχέση με το πώς ζω και το τι κάνω όταν πάω στην πρόβα ή όταν στέκομαι στο υπόγειο του Bios και με κοιτάζουν άνθρωποι που περιμένουν να δουν κάτι. Υπό την έννοια ότι δεν με βαραίνουν σε βαθμό ασφυξίας οι πάσης φύσεως προσδοκίες. Απ’ την άλλη δεν θέλω να αγιοποιήσω κάτι το ημιερασιτεχνικό που μοιάζει να υπάρχει αυτή τη στιγμή στο θέατρο, μια αίσθηση του ότι «όλοι μπορούμε, όλοι κάτι θα κουτσοκαταφέρουμε». Η αυτοέκφραση ως υπέρτατη αξία ούτε δικαιώνει τίποτα ούτε σημαίνει κάτι.

Μιλήστε μας για την σιωπή και τον απόηχο που αυτή αφήνει πίσω της έτσι όπως διαφαίνεται στην παράστασή σας

Ασπασία-Μαρία: Είχα κάποτε ένα φίλο που μου είχε πει κάτι του στυλ: «Υπάρχει κι η σιωπή, οι άνθρωποι δεν μοιράζονται πράγματα μόνο όταν μιλάνε»! Και είχα σκεφτεί ότι εννοούσε πως μιλάω πάρα πολύ. Δεν το ξανασυζητήσαμε αλλά είναι κάτι που σκέφτομαι πολύ συχνά γιατί έχουν περάσει χρόνια και κάποια στιγμή συνειδητοποίησα ότι πια είναι πολύ όμορφο για μένα να είμαι μαζί με κάποιον και να σωπαίνουμε, να κυοφορούνται τόσα πολλά και να μη χρειάζεται να ειπωθούν όλα. Αυτή είναι κατ’ εμέ η ιδανική εκδοχή της σιωπής, να είμαι με κάποιον και να μη χρειάζεται να σφραγίζω το κάθε δευτερόλεπτο με την παρουσία μου, να μπορώ να αποσυρθώ (χωρίς να πιστεύω ότι η σιωπή ισοδυναμεί με την απουσία), έχει να κάνει με ένα είδος εμπιστοσύνης.

Απ’ την άλλη, ξέρω ότι πολλές φορές μου είναι πολύ πιο εύκολο να μην πω κάτι, να μη μιλήσω και να μείνω σιωπηλή, ιδιαίτερα αν διαφωνώ με κάτι. Και αυτό είναι μια μορφή αυτολογοκρισίας ίσως και δειλίας, που συνδέεται και με τον χαρακτήρα ενός ανθρώπου αλλά και με τον τρόπο που ανατρέφονται πολλά κορίτσια, υπάρχει αυτό το πρότυπο της σιωπηλήςκαι μονίμως συναινούσας, μη απειλητικής παρουσίας. Επίσης, πολλές φορές η σιωπή μπορεί να είναι και εξαιρετικά φλύαρη, μια σειρά από κοινοτοπίες που εκστομίζει κανείς εξαιτίας του τρόμου του κενού. Ίσως φαίνεται περίεργο αλλά όλα αυτά έχουν πολύ μεγάλη σχέση με την παράσταση.

Βασίλης: Τα είπε όλα η Ασπασία!

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ
Σκηνοθεσία, Ερμηνεία: Ασπασία-Μαρία Αλεξίου, Βασίλης Βηλαράς
Επιμέλεια κίνησης: Τάσος Καραχάλιος
Σκηνικά, Κοστούμια, Φωτισμοί, Φωτογραφίες: Σωτήρης Βασιλείου
Βοηθός σκηνοθέτη: Αθανασία Αγοράκη

Bios
Πειραιώς 84
Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο στις 21:00
Επικοινωνία/κρατήσεις: 210 3425335
Είσιτήρια 10 ευρώ (ενιαίο)

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here