Του ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΑΡΔΑΒΑΝΗ
Πάλευε με θεριά από το πρωί.
Είχε φτάσει απόγευμα και ακόμα καρφωμένος στην καρέκλα.
Τον άκουσα να ψιθυρίζει στη βοηθό του διάφορα ακατάληπτα.
Έστησα αυτί· μου φάνηκε πως ξεχώρισα τούτο: κοίτα κάποιους που παραμονές γιορτών δε φέρνουν ένα κουτί γλυκά…
Το είπε και αμέσως έσκυψε το κεφάλι σα ντροπιασμένος από αυτό που ξεστόμισε.
-Σκέφτηκες πως κάποιοι  από αυτούς τους κάποιους μπορεί να μην έχουν ούτε αυτή τη δυνατότητα να κεράσουν ένα γλυκό;
Μια βραχνή αντρική φωνή αναπήδησε μέσα στο στενό γραφείο σαν ηχώ από το απόλυτο κενό.
Ποιος μίλησε;
Γύρισε προς το μέρος μου. Κοιταχτήκαμε κατάματα παραξενεμένοι. Το ίδιο θαμπό βλέμμα που μοιάζει θρονιασμένο στα μάτια του περικυκλωμένο από ρυτίδες έκφρασης και χρόνου παρωχημένου.
Δε μίλησε, δε μίλησα. Η βοηθός του φάνηκε να μην άκουσε τίποτε και συνέχισε να γράφει.
Μείναμε να κοιτιόμαστε παγωμένοι μέσα στην αμείλικτη σιωπή· ενώπιος ενωπίω.
-Κάνε μου κάτι να φύγω πριν το δω να πεθαίνει! Σ’ αγαπούσε, σ’ αγαπούσε το λουλούδι μου και το χάνω…
Μια γυναικεία φωνή, ξέσκισε την ακίνητη ησυχία· λεπίδα κάθετη σε καραβόπανο. Ερχόταν από το βάθος του διαδρόμου. Τα θαμπά μάτια του γυάλιζαν τώρα βουρκωμένα.
Ένιωσα πως έλαμνε απελπισμένα σε σκοτεινή λιμνοσπηλιά να βγει στο φως.
Δεν έχει διορθωμό.
Δαιμονισμένο πηγαινέλα ανάμεσα σε συνείδηση και ασυνείδητο, και οι ενοχές, ανάγλυφο αδυσώπητο, κομματιάζουν το ψυχόδερμά του.
Μαντεύω πως νιώθει ότι φταίει για όσα χωρίς τη θέλησή του τυραννούν όσους τυραννούν· μου το έχει εκμυστηρευτεί σε στιγμές μέθης -αν και σπάνια πίνει.
Τον άφησα στις εμμονές του και βγήκα.
Είναι πολύ μεταδοτικές και δεν ξέρω πια ποιος κολλάει ποιον.
Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here