Ο συναγερμός των αγαλμάτων

 

Του Γεωργίου Νικ. Σχορετσανίτη

 

 

«Μη δίνετε σημασία σε αυτά που λένε οι κριτικοί. Κανένα άγαλμα δεν ανεγέρθηκε ποτέ σε κριτικό», σχολίαζε στις μέρες του ο γνωστός Φινλανδός συνθέτης Γιαν Σιμπέλιους (Jean Sibelius, 1865-1957), γνωστής ούσης της απορριπτικής και απαξιωτικής του γνώμης για τους επαγγελματίες κριτικούς της μουσικής και κυρίως του έργου των συνθετών! Κι ο Γάλλος ζωγράφος και γλύπτης Εντγκάρ  Ντεγκά  (1834-1917) για τον δικό του χώρο, «Η τέχνη δεν είναι αυτό που βλέπεις, αλλά αυτό που κάνεις τους άλλους να δουν». Τα λεγόμενά τους ήρθαν ξανά στην επικαιρότητα αφού τα δημόσια μνημεία και αγάλματα τα οποία έχουν γίνει διαχρονικά τόποι ιστορικής σύγκρουσης και πολλαπλών αντιπαραθέσεων αποκαλύπτοντας πικρούς διχασμούς σχετικά με τις ερμηνείες του παρελθόντος, ξαναήρθαν στη δημοσιότητα και τον δημόσιο διάλογο με καινούργια μορφή. Εύλογο λοιπόν για ακόμα μια φορά το ερώτημα και η απορία, για μερική μερίδα πληθυσμού, τι σκοπό εξυπηρετούν τα αγάλματα που χρόνια τώρα αναπαύονται αμέριμνα στις άκρες των δρόμων, των πλατειών και των πάρκων; Όμως, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε, ότι εδώ και χιλιάδες χρόνια τόσο  οι αρχαίοι Έλληνες, όσο και οι Ρωμαίοι, κατασκεύαζαν αγάλματα, με τα οποία δόξαζαν προσωπικότητες εποχής τους  και τα οποία σήμερα θαυμάζει ολόκληρη η ανθρωπότητα. Δυστυχώς από τότε, κάποιοι  έχοντας αντίθετη ή διαφορετική άποψη από τις ιδέες που εκπροσωπούσαν τα αγάλματα,  τα βεβήλωσαν.  Έτσι, με το πέρασμα των αιώνων μας ήρθαμε σε επαφή με αγάλματα χωρίς κεφάλια, κάποια γκρεμισμένα, αρκετά πιτσιλισμένα με πολύχρωμες μπογιές, πολλά μισοκαταστραμμένα.

Για τη μνήμη των πέντε πεσόντων Επονιτών, στα Τρίκαλα.

 

Αυτό το ερώτημα ήρθε στο προσκήνιο και στη Γηραιά Αλβιώνα όταν η πρώην πρωθυπουργός της, η Τερέζα Μέϊ, ανακοίνωσε σχέδια ένα χρόνο πριν,  τον Ιούνιο του 2019 συγκεκριμένα,  για την δημιουργία ενός μνημείου στο σταθμό Γουότερλου  του Λονδίνου, με την ευκαιρία του εορτασμού της άφιξης στη Βρετανία, το 1948, της πρώτης γενιάς των Γουίντρας (Windrush). Για την ιστορία να υπενθυμίσουμε ότι περίπου μισό εκατομμύριο μετανάστες από χώρες της Κοινοπολιτείας μεταφέρθηκαν στη Βρετανία, όταν το πλοίο «Empire Windrush» έκανε την αρχή της μεταφοράς μεταναστών  από την περιοχή της Καραϊβικής, μια διαδικασία που διήρκεσε  από το 1948  ως τις αρχές της δεκαετίας του 1970. Ο σκοπός της μεταφοράς τους ήταν η απαραίτητη μεταπολεμική ανοικοδόμηση της χώρας, λαμβάνοντας παράλληλα άδεια παραμονής για αόριστο, όμως,  χρονικό διάστημα.  Πολλοί όμως ήταν εκείνοι που ακόμα διατρέχουν τον κίνδυνο απέλασης από την χώρα αυτή και σήμερα. Το Ίδρυμα Γουίντρας, από τη δική του σκοπιά, πέρυσι,  επέκρινε με σφοδρότητα τα δρομολογούμενα σχέδια, επισημαίνοντας ότι η κυβέρνηση ουδόλως είχε συμβουλευτεί μέλη της κοινότητας της Καραϊβικής στο Ηνωμένο Βασίλειο, πριν τα δημοσιεύσει. Η δική τους άποψη ήταν να δημιουργεί ένα μνημείο για τους μετανάστες της Καραϊβικής, αλλά να μην τοποθετηθεί εκεί όπου επιθυμούσε  η  κυβέρνηση, αλλά στην Πλατεία  Γουίντρας στο Μπρίξτον, την περιοχή  όπου αρχικά είχαν εγκατασταθεί οι πρόγονοί τους. Ταυτόχρονα, η ιστορία οδήγησε στην παραίτηση της βρετανίδας υπουργού Εσωτερικών, Άμπερ Ραντ, εξαιτίας της εν λόγω μεταχείρισης των μεταναστών από την Καραϊβική, φέρνοντας και την  Τερέζα Μέι σε ακόμη δυσκολότερη θέση. Αυτό ήταν στην πραγματικότητα  το τελευταίο από μια σειρά επεισοδίων τα οποία όμως πυροδότησαν παγκόσμιες συζητήσεις για τον βαθύτερο  σκοπό των δημόσιων μνημείων και αγαλμάτων στην κοινωνία.

 

Γνωστό μνημείο στο κέντρο της Βουδαπέστης.

 

Παρεπιπτόντως, ένα άλλο  κίνημα, εκείνο των  «Rhodes Must Fall», για την ιστορία, το οποίο ξεκίνησε στο Πανεπιστήμιο του Κέιπ Τάουν στη Νοτιοαφρικανική Ένωση, το 2015, και στη συνέχεια εξαπλώθηκε φτάνοντας στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης τον επόμενο χρόνο, διαμαρτυρόταν για την παρουσία των αγαλμάτων του Βρεττανού αποικιοκράτη Σέσιλ Τζον Ρόουντς και στις δύο προαναφερόμενες πανεπιστημιουπόλεις. Ο Σέσιλ Τζον Ρόουντς (Cecil John Rhodes, 1853 – 1902) ήταν Βρεττανός επιχειρηματίας και πολιτικός στη Νότια Αφρική, ο οποίος υπηρέτησε ως Πρωθυπουργός της Αποικίας του Ακρωτηρίου από το 1890 μέχρι το 1896. Υποστήριζε παθιασμένα την άκρως εθνικιστική του άποψη ότι η Αγγλοσαξονική φυλή ήταν, «η πρώτη φυλή του κόσμου», και με βάση αυτή τη  λογική, τη θεωρία και τα πιστεύω του έλεγε ότι «όσο περισσότερο τμήμα του κόσμου κατοικούμε, τόσο καλύτερα θα είναι για την ανθρωπότητα». Περιέγραφε τον μαύρο πληθυσμό της χώρας ως  «βαρβάρους», ενώ πολλοί είναι εκείνοι που του αποδίδουν εύκολα τον χαρακτηρισμό του ουσιαστικού αρχιτέκτονα του γνωστού και πολύχρονου εκεί ρατσιστικού απαρτχάιντ. Μαζί με την Βρεττανική Εταιρεία της Νότιας Αφρικής, ίδρυσαν τη Ροδεσία στην οποία η Εταιρεία έδωσε προς τιμήν του, το όνομά του, το 1895.

 

Σε πάρκο της Λευκωσίας, μνημείο του  Κύπριου φοιτητή Γεωργίου Τσικουρή, ίσως του πρώτου νεκρού του κυπριακού ελληνισμού εναντίον της επτάχρονης δικτατορίας στην Ελλάδα.

 

Αλλά,  προχωρώντας ιστορικά και γεωγραφικά, και στην άλλη όχθη του Ατλαντικού, στον νέο κόσμο, τα τελευταία χρόνια είδαμε συνεχιζόμενες αντιδράσεις και εκστρατείες για την απομάκρυνση αγαλμάτων του Εμφυλίου Πολέμου που τιμούν τη μνήμη γνωστών μορφών της Συνομοσπονδίας από δημόσιους χώρους, παρά τις προσπάθειες των εχόντων αντίθετη ή έστω μερικώς διαφορετική άποψη. Το κοινό στοιχείο όλων αυτών των αντιδράσεων, αντιδικιών  και επεισοδίων, είναι ότι τα μνημεία έχουν γίνει αιτία για ευρύτερες αντιπαραθέσεις, συγκρούσεις και διενέξεις μεταξύ ανταγωνιστικών οραμάτων και απόψεων της πολύπαθης ιστορίας, εμπλέκοντας βεβαίως τις έννοιες του ρατσισμού, των εθνικισμών, και φυσικά των πάσης φύσεως κοινωνικών ανισοτήτων και αδικιών.  Ιστορικά, τα έθνη αλλά και οι όποιες κοινότητες που κατοικούν προσωρινά ή έχουν ενσωματωθεί με κάποιο τρόπο και σε κάποιο βαθμό μέσα σε αυτά, πάντοτε είχαν, και φυσικά συνεχίζουν να έχουν, διάφορες και διαφορετικές επιλογές για την αντιμετώπιση και τον χειρισμό των αμφιλεγόμενων ανεγερμένων μνημείων σε δημόσιους χώρους. Πρώτα-πρώτα μπροστά σε συγκεκριμένες καταστάσεις μπορούν να αποφασίσουν να τα απομακρύνουν  εντελώς από τη θέση τους, όπως έγινε σε ορισμένες δύστροπες περιπτώσεις της ιστορίας. Με την συντριβή, για παράδειγμα,  της Γερμανίας του Χίτλερ, για παράδειγμα, τα ναζιστικά μνημεία σε ολόκληρο το Ράιχ κατεδαφίστηκαν με συνοπτικές διαδικασίες, γεγονός που μάλλον αποτελούσε μέρος μιας ευρύτερης και συντονισμένης προσπάθειας για εξορκισμό του φαντάσματος του Εθνικοσοσιαλισμού που είχε ταλαιπωρήσει όχι μόνο τον κόσμο ολόκληρο, αλλά κατέστρεψε και την ίδια τη χώρα της Γερμανίας, στην κυριολεξία εκ βάθρων.  Κάποιοι ωστόσο, δεν επιθυμούσαν να τα καταργήσουν εντελώς, υποστηρίζοντας ότι ακόμα και η απλή αφαίρεση ενός αγάλματος ισοδυναμεί με  προσποίηση και υποκρισία ότι ένα  τραυματικό γεγονός, συγκεκριμένα,  ποτέ δεν έλαβε χώρα  στο παρελθόν. Αντίθετα, μια άλλη μερίδα πολιτών και σχολιαστών υποστήριζε την  απομάκρυνση  των  αμφιλεγόμενων αγαλμάτων διατηρώντας μόνον τα βάθρα τους ως απλή υπενθύμιση των γεγονότων που επικαλούνται. Κατά συνέπεια, οι άδειες βάσεις των αγαλμάτων στις ΗΠΑ δείχνουν ότι ορισμένες τουλάχιστον κοινότητες αντιμετώπισαν δύσκολα συγκεκριμένα γεγονότα του παρελθόντος  τους με αυτόν τον τρόπο. «Η αλήθεια είναι άσχημη και γι’ αυτό έχουμε την τέχνη για να μη μας σκοτώσει η αλήθεια», έλεγε κάποτε στις μέρες του ο Γερμανός φιλόσοφος Φρήντριχ Νίτσε (1844-1900).

Οι υποστηρικτές της διατήρησης των αμφιλεγόμενων μνημείων, τώρα, έχουν προτείνει ότι η αφαίρεση από τη θέση  τους θα αποτελούσε ουσιαστικά την εξάλειψη ή την αλλοίωση ενός μέρους της πολύπαθης ιστορίας. Υποστηρίζουν ότι τα αγάλματα πρέπει να διατηρηθούν επειδή υπενθυμίζουν και διδάσκουν στους ανθρώπους ιδέες, απόψεις, ενέργειες και γεγονότα που ανήκουν στο παρελθόν, αλλά  αυτόματα ανακύπτει το ερώτημα, για πολλούς, αν και κατά πόσο η παρουσία ενός αγάλματος είναι πραγματικά ένας αποτελεσματικός τρόπος εκμάθησης ενός συγκεκριμένου γεγονότος της  ιστορίας.  Ένας τρόπος θεώρησης  της δύσκολης αυτής ερώτησης, αλλά με δυσκολότερη όμως την  απάντηση,  είναι να παρατηρήσουμε και να εξετάσουμε κάπως καλύτερα την στάση των προηγούμενων κοινωνιών έναντι των δημόσιων μνημείων τους. Οι εξελίξεις στην Ευρώπη του 19ου αιώνα, ειδικότερα, έχουν τη δυνατότητα να δώσουν κάποια ενδεικτικά απαντήματα σε αυτό το σύγχρονο επίμαχο ζήτημα που ανακύπτει και έρχεται στην επικαιρότητα από καιρού εις καιρόν, ειδικά τελευταία. Σε εκείνη την χρονική περίοδο, λοιπόν, πολλές κοινότητες ακολούθησαν προγράμματα οικοδόμησης που αφορούσαν την αξιοποίηση της ιστορίας για την εξυπηρέτηση συμφερόντων της εποχής τους. Τα έθνη αφιέρωσαν σημαντική ενέργεια και σοβαρούς οικονομικούς πόρους για να τιμήσουν τους ήρωες του παρελθόντος,  με  τη  μορφή εν προκειμένω ενός εμβληματικού και περήφανου αγάλματος σε ξεχωριστή θέση μιας μεγάλης συνήθως πόλης. Ο ιστορικός Simon John από το Πανεπιστήμιο του Σουόνσι, στο Ηνωμένο Βασίλειο, ανατρέχοντας στην ιστορία  για τις πολιτικές χρήσεις των αγαλμάτων στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, κατάφερε να βρει ότι μεταξύ 1848 και 1914, οι μεγάλες πόλεις της γηραιάς ηπείρου κατακλύστηκαν από  δεκάδες νέα μνημεία. Για παράδειγμα,  το Παρίσι απέκτησε εβδομήντα οκτώ  νέα αγάλματα, το Βερολίνο πενήντα εννέα και το Λονδίνο εξήντα ένα.   Έτσι δεν είναι τυχαίο που οι ιστορικοί χαρακτηρίζουν συχνά τον 19ο αιώνα ως εποχή της «μανίας των αγαλμάτων», με τον αγγλικό όρο «statuomania» να χαρακτηρίζει την όλη δημιουργηθείσα κατάσταση, ροπή και τάση  από την οποία εμφορούνταν οι πολιτικοί της εκάστοτε γεωγραφικής τοποθεσίας και  εποχής. Κάνοντας αναδρομή στο παρελθόν, θα δούμε  πως αυτά τα μνημεία συνεχίζουν για αρκετό καιρό να διαμορφώνουν πολυποίκιλα τον ιστό των προαναφερόμενων ευρωπαϊκών πόλεων, ειδικά γύρω από το σημείο όπου βρίσκονται τοποθετημένα. Το επιχρυσωμένο χάλκινο άγαλμα  της Ιωάννας της Λωρραίνης (1412-1431) στην  πλατεία των Πυραμίδων, στο Παρίσι,  το 1874, για παράδειγμα, αποτελεί  γνωστό θέαμα για τους αναρίθμητους επισκέπτες της γαλλικής πρωτεύουσας. Ο χάλκινος ανδριάντας του Ριχάρδου Α΄ του  Λεοντόκαρδου (1157-1199) που ανεγέρθηκε έξω από το Παλάτι του Γουέστμινστερ του Λονδίνου το 1860, εξακολουθεί και στις μέρες μας να στέκεται περήφανα έξω από το Κοινοβούλιο και υπήρξε αδιάψευστος μάρτυρας όλων των καθοριστικών γεγονότων που σημάδεψαν τη χώρα του τα τελευταία εκατόν εξήντα  χρόνια. Η μοίρα του ογκώδους  αγάλματος του Φρειδερίκου του Β’ (1712-1786), του αποκαλούμενου και  Μεγάλου, που ανεγέρθηκε στην γνωστή κεντρική  Unter den Linden του Βερολίνου, το 1839, είναι συνυφασμένη επίσης με την δραματική και πολυτάραχη ιστορία της συγκεκριμένης γερμανικής πόλης. Κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, μάλιστα, το μνημείο περιβλήθηκε με προστατευτικό τσιμέντο για να μην υποστεί ζημιές λόγω των πολυποίκιλων και καταστρεπτικών πολεμικών επιχειρήσεων που διαδραματίστηκαν εκεί. Ξεκινώντας τη δεκαετία του  1950, οι αρχές της Λαϊκής Δημοκρατίας της Γερμανίας το μετέφεραν αρκετές φορές και μόνο μετά την επανένωση της Γερμανίας, το 1990, το άγαλμα   επέστρεψε στην αρχική του θέση, εκείνη  δηλαδή του 1839.

Το μνημείο για τον Χριστόφορο Κολόμβο, στο τέλος των γνωστών Ράμπλας, στο λιμάνι της Βαρκελώνης.

 

Οι τρόποι, πάλι, με τους οποίους χρησιμοποιήθηκαν τα μνημεία στο Βέλγιο του 19ου αιώνα, απεικονίζουν με τον καλύτερο τρόπο τις  ευρύτερες ευρωπαϊκές τάσεις, διαθέσεις  και απόψεις εκείνης της εποχής.  Συνεχίζοντας λοιπόν την ανάλογη ιστορική και γεωγραφική περιπλάνηση, είναι γνωστό ότι η Βελγική Επανάσταση του 1830 οδήγησε στην εγκαθίδρυση ενός ανεξάρτητου, καθολικού και ουδέτερου Βελγίου, υπό προσωρινή τότε κυβέρνηση. Από την ενθρόνιση του Λεοπόλδου Α΄ ως βασιλιά το 1831, και στη συνέχεια, οι πολιτικοί πέρασαν τις επόμενες δεκαετίες προσπαθώντας με κάθε τρόπο να εδραιώσουν την προσφάτως κερδισμένη ανεξαρτησία της χώρας τους. Ως αναπόσπαστο μέρος ενός πολυδιάστατου προγράμματος που αποσκοπούσε στη διαμόρφωση μιας νέας εθνικής ταυτότητας, οι πολιτικές αρχές αποσύρθηκαν εκτενώς από  κάθε στοιχείο που είχε στραμμένο  το βλέμμα  στο παρελθόν, με αντικειμενικό σκοπό να νομιμοποιήσουν την νεοσυσταθείσα βελγική εθνικότητα σε εκείνο το συγκεκριμένο παρόν. Σε αντίθεση με τα πιο μεγάλα, αξιοσέβαστα και εμβληματικά  έθνη, όπως η Αγγλία και η Γαλλία, οι Βέλγοι κρατικοί οικοδόμοι, διακοσμητές, μηχανικοί  και αρχιτέκτονες ήταν ανήμποροι να επιδείξουν την συνέχεια του κράτους μέσω των μακροχρόνιων θεσμών και δομών που υπήρχαν για αιώνες, και αντ’ αυτού έπρεπε να αξιοποιήσουν τη νομιμοποιητική δύναμη της ιστορίας,  με έναν όμως κάπως διαφορετικό και παραστατικότερο τρόπο. Ως αποτέλεσμα, οι ιδέες και οι φιλοδοξίες που διαμόρφωσαν τις προσπάθειές τους ήρθαν στο επίκεντρο σαφέστερα και πιο καθαρά από ότι σε άλλα κράτη. Επιδιώκοντας την χρήση του παρελθόντος ώστε να διεγείρουν  τα συναισθήματα της εθνικής ταυτότητας και της κοινωνικής αλληλεγγύης, οι βελγικές πολιτικές ελίτ διέθεσαν σημαντικά ποσά  για την ανέγερση πολλών νέων μνημείων  και αγαλμάτων   στις Βρυξέλλες, την πρωτεύουσα του κράτους, καθώς  και σε άλλες μικρότερες πόλεις και κωμοπόλεις σε ολόκληρο το έθνος. Είναι ενδιαφέρον και χαρακτηριστικό το γεγονός, όμως, ότι πολλά από αυτά τα νέα μνημεία τιμούσαν στην πραγματικότητα προσωπικότητες  που έζησαν πολύ πριν από τη Βελγική Επανάσταση, μερικά συγκεκριμένα παρέπεμπαν στον Μεσαίωνα, ενώ άλλα στο  ακόμη πιο μακρυνό παρελθόν. Σε ένα διάταγμα που εκδόθηκε στις 7 Ιανουαρίου 1835, η βελγική κυβέρνηση εξέφρασε την πρόθεσή της να εκτελέσει το «εθνικό καθήκον» υποστηρίζοντας και χρηματοδοτώντας την δημιουργία νέων αγαλμάτων για να τιμήσει τη μνήμη των Βέλγων εκείνων που συνέβαλαν διαχρονικά και καθοριστικά στη δόξα και το μεγαλείο  της χώρας τους. Στα χρόνια που ακολούθησαν, ένα πολυποίκιλο  φάσμα μορφών μεγάλης εμβέλειας, όπως ο Καρλομάγνος ή Κάρολος ο Μέγας (747-814), για παράδειγμα, ο Πέτερ Πάουλ Ρούμπενς (1577-1640) και ο γνωστός Φλαμανδός ανατόμος Ανδρέας Βεσάλιος (1514-1564), αποθανατίστηκαν με χαλκό και πέτρα και τοποθετήθηκαν σε ζηλευτές θέσεις δημόσιων χώρων σε ολόκληρο το έθνος, όπου παρουσιάζονται ως υποδειγματικοί Βέλγοι πολίτες  και τρανά τέκνα, παλαιότερων βεβαίως,  εποχών. Αυτό το κύμα της βελγικής μανίας και εμμονής με τα αγάλματα, δεν αφορούσε, όμως,  μόνο την ερμηνεία του παρελθόντος. Ήταν ταυτόχρονα ένα στοιχείο ενός προγράμματος που προοριζόταν να γεφυρώσει τεχνηέντως και να δρομολογήσει σταδιακά  τη σχέση μεταξύ του παρελθόντος και του παρόντος της συγκεκριμένης αυτής χώρας. Το 1859, οι κάτοικοι στις Βρυξέλλες έγιναν μάρτυρες των εγκαινίων μιας μνημειακής στήλης προς τιμήν των μελών του Εθνικού Κογκρέσου, τη νομοθετική συνέλευση που ιδρύθηκε κατά τη διάρκεια της Βελγικής Επανάστασης το 1830. Μια έκθεση που  συντάχθηκε τον επόμενο χρόνο για να επαινέσει τη Στήλη του Κογκρέσου των Βρυξελλών έλεγε γι’ αυτό το συνοθύλευμα των αγαλμάτων του Βελγίου, ότι η ιστορία κάθε λαού είναι γραμμένη στα μνημεία της: «…Αποκαλύπτουν, χωρίς υποτίμηση  ή μεροληψία, τα ήθη τους, τις πεποιθήσεις τους, τους θεσμούς τους. Αυτή η παρατήρηση ισχύει για όλες τις εποχές και για όλες τις χώρες και επιβεβαιώνεται ιδιαίτερα στο Βέλγιο». Αυτή, όμως, η μάλλον ενσυνείδητη προσπάθεια να ισχυριστεί και διαβεβαιώσει  ότι τα βελγικά μνημεία ήταν αμερόληπτα, χρησιμεύει για να επιβεβαιώσει με ύπουλο τρόπο ότι συνέβη, στην ουσία, ακριβώς το αντίθετο! Τα αγάλματα που δημιουργήθηκαν στο Βέλγιο τον 19ο αιώνα δεν μεταφέρουν απλώς αδιάφορες, ουδέτερες και αναμφισβήτητες πληροφορίες για το παρελθόν της περιοχής. Αντιθέτως, παρουσιάζουν μια συγκεκριμένη και ιδιαίτερη άποψη της ιστορίας, σύμφωνα με την οποία ενώ η βελγική εθνότητα έγινε πολιτική πραγματικότητα μόνο το 1830-1831, είχε ήδη διαμορφωθεί στις καρδιές και το μυαλό των κατοίκων της περιοχής για κάποιους προηγούμενους αιώνες. Έτσι όσοι επισκέφτηκαν την βελγική πρωτεύουσα την χρονική περίοδο που αναφερόμαστε, μπόρεσαν να δουν ιδίοις όμασι μια απτή εκδοχή αυτής της ιστορίας, χυτή όμως  σε χαλκό και λαξευμένη πάνω σε πέτρα. Μαζί, τα μνημεία του 19ου αιώνα των Βρυξελλών αποτελούν ένα είδος υπαίθριου πάνθεον, που ευθυγραμμίζει τα αγάλματα ηρώων και ξεχωριστών προσωπικοτήτων του παρελθόντος, όπως ο προαναφερθείς Ανδρέας Βεσάλιος, με μνημεία της βελγικής επανάστασης, συμπεριλαμβανομένης της Στήλης του Κογκρέσου. Με τον τρόπο αυτό, τα αγάλματα που δημιουργήθηκαν στο Βέλγιο προάγουν την ερμηνεία της ιστορίας που επικράτησε στα μέσα εκείνου του  αιώνα. Οι μεταγενέστερες εξελίξεις, όπως η άνοδος του φλαμανδικού εθνικισμού και η αντίδραση ορισμένων εναντίον των αποικιοκρατικών δραστηριοτήτων του Βελγίου στο Κονγκό, οδήγησαν στην εμφάνιση νέων και μερικές φορές αντιφατικών εννοιών του παρελθόντος του έθνους. Με τη σειρά τους, οι στάσεις απέναντι στα αγάλματα του έθνους και οι αξίες που ενσωματώνουν έχουν σταδιακά εξελιχθεί και αλλάξει μορφή. Ωστόσο, σχεδόν όλα τα αγάλματα που ανεγέρθηκαν στο έθνος τις δεκαετίες μετά το διάστημα 1830-1831, εξακολουθούσαν να στέκονται στην αρχική τους θέση, όπου φυσικά συνεχίζουν  να ενσωματώνουν τις πολιτικές συνθήκες υπό τις οποίες δημιουργήθηκαν στα καθοριστικά χρόνια στα οποία το Βέλγιο αγωνίστηκε για να εξασφαλίσει την ανεξαρτησία του και να πάρει τη μορφή που επιθυμούσε.

Και φυσικά γεννάται αβίαστα το ερώτημα πως μπορεί η αγαλματοποιία του δέκατου ένατου  αιώνα να βοηθήσει  τις ανάλογες δημόσιες συζητήσεις της  σημερινής πραγματικότητας. Τα αγάλματα φυσικά και μπορούν να μας διδάξουν   ιστορία, χαρακτηριστικό παράδειγμα οι φωτογραφίες που  συνοδεύουν το κείμενο, αλλά δεν μεταδίδουν κάποια αμετάβλητη αλήθεια του παρελθόντος. Αντίθετα, συμβολίζουν τις σταθερές ιδέες μιας συγκεκριμένης κοινότητας, όπως καταγράφονται σε ένα συγκεκριμένο χρονικό σημείο. Όπως καταδεικνύει η μελέτη της περίπτωσης του Βελγίου του 19ου αιώνα, η ιστορία είναι περίπλοκη και τρομακτικά επιρρεπής στον επανασχεδιασμό και επαναχάραξη  σύμφωνα κάποιες φορές, δυστυχώς,  με τις μεταβαλλόμενες πολιτικές φιλοδοξίες κάθε εποχής. Κατά κάποιο τρόπο, τα αγάλματα μας λένε για το παρελθόν, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να δεχτούμε αυτά που μας λένε άκριτα, αβασάνιστα, επιπόλαια  και ασχολίαστα. Οι συγκρούσεις για συγκεκριμένα αγάλματα είναι το αποτέλεσμα εστιασμένων διαφωνιών σχετικά με μια ειδική πτυχή της ιστορίας. Οι έντονες διαφορές μεταξύ εκείνων που θα έβλεπαν τον Σέσιλ Τζον Ρόουντς ή έναν στρατηγό της Συνομοσπονδίας ως κακοποιό και εκείνων που θα έβλεπαν τον καθένα απ’ αυτούς  ως ήρωα, είναι χωρίς αμφιβολία συγκεκριμένες και ειδικές περιπτώσεις.

Οι διαφορές, διαμάχες, συζητήσεις, έριδες και φιλονικίες, προκαλούνται σε διαχρονική βάση  από ανθρώπους που ερμηνεύουν τα μνημεία με διαφορετικούς τρόπους. Στην ουσία είναι ένας πόλεμος, άλλοτε ακήρυχτος, κάποτε κηρυγμένος,  χωρίς νικητές και ηττημένους, ένας πόλεμος φυσικά  που ανατροφοδοτεί παλιές και δημιουργεί νέες σκοταδιστικές αντιλήψεις και εκδηλώσεις ανούσιας βίας σε ανήμπορα, κατά μια έννοια, κομψά και ελκυστικά  έργα τέχνης!  Άλλωστε είναι καλά τεκμηριωμένο ότι η ομορφιά στη Φύση και στην Τέχνη, είναι τελείως διαφορετική υπόθεση! «Σε μια γυναίκα, η σάρκα πρέπει να είναι σαν μάρμαρο. Σε ένα άγαλμα το μάρμαρο πρέπει να είναι σαν σάρκα», υποστήριζε ο Γάλλος συγγραφέας Βίκτωρ Ουγκώ (1802-1885). Από τη μία πλευρά, λοιπόν,  βρίσκονται όλοι εκείνοι που θεωρούν ότι τα αγάλματα ενσωματώνουν κάποια ουσιαστική και αναλλοίωτη ιστορική βεβαιότητα, αλλά από την άλλη είναι τοποθετημένοι οι παρατηρητές που είναι σε θέση  και πρόθυμοι  να κοιτάξουν πέρα ​​από ένα συγκεκριμένο άγαλμα σε μια πιο περίπλοκη και αμφισβητούμενη πραγματικότητα και αλήθεια του παρελθόντος. Οι τελευταίοι είναι καλύτερα προετοιμασμένοι  να αναγνωρίσουν και να παραδεχτούν ότι οι ξεπερασμένες και διχαστικές πολιτικές αξίες που ενσωματώνονται σε οποιοδήποτε μνημείο ανήκουν σε ένα μόνο μέρος, που δεν είναι άλλο από  το παρελθόν, μακρυνό ή πρόσφατο, δεν έχει σημασία. «Οι διαφορές φυλής, εθνότητας ή θρησκείας δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται για να αρνούνται δικαιώματα ή προνόμια υπηκοότητας οποιουδήποτε ανθρώπου. Η ζωή πρέπει να βιώνεται στο έπακρο, έτσι ώστε ο θάνατος να αποτελεί άλλο  κεφάλαιο…»,  δήλωνε κάποτε η Ρόζα Παρκς, η μαύρη γυναίκα περισσότερο γνωστή ως  «η Πρώτη Κυρία των Πολιτικών Δικαιωμάτων» και «η Μητέρα του Κινήματος Ελευθερίας», της οποίας η άρνηση να εγκαταλείψει τη θέση της σε ένα λεωφορείο και η σύλληψή της,  πυροδότησε το μποϊκοτάζ των λεωφορείων του Μοντγκόμερι και το γνωστό  αμερικανικό κίνημα πολιτικών δικαιωμάτων στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού. Και συνέχιζε, «οι αναμνήσεις της ζωής και των πράξεων μας, θα συνεχιστούν σε άλλους»!

Τελειώνοντας και κλείνοντας,  λοιπόν, να υιοθετήσουμε, σήμερα, τη ρήση του Ζαν Κοκτώ που έλεγε πως τα αγάλματα των μεγάλων ανδρών είναι φτιαγμένα από πέτρες που τους έριξαν στη διάρκεια της ζωής τους, να την απορρίψουμε, ή να την αφήσουμε ασχολίαστη;

 

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here