Ο  ρατσισμός στο πεζογραφικό  έργο της  αφροαμερικανίδας Αντζελίνας Γκρίμκι

 

 

 

Του Γεωργίου Νικ. Σχορετσανίτη

 

Τα έργα μυθοπλασίας της  Αντζελίνας Ουέλντ Γκρίμκι (Angelina Weld Grimké, 1880-1958), σήμερα σπάνια ανευρίσκονται και διαβάζονται, όχι μόνο έξω από τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, αλλά και μέσα σ’ αυτές,  αν και συχνά η ίδια μπερδεύεται από πολλούς με τη θεία της, Angelina Grimke Weld, η οποία εργάστηκε σκληρά για την κατάργηση της δουλείας, λόγω της ομοιότητας φυσικά του ονόματος. Η Αντζελίνα Έμιλυ Γκρίμκι Ουέλντ (Angelina Emily Grimké Weld, 1805-1879), γνωστή πολιτική ακτιβίστρια και υποστηρικτής των δικαιωμάτων των γυναικών, εκτός από  την αδελφή της, Σάρα Γκρίμκι, ήταν σημειωτέον η μόνη λευκή γυναίκα του αμερικάνικου Νότου μέλος του κινήματος κατάργησης της δουλείας.

Αλλά το πολύπλευρο έργο της Αντζελίνας Ουέλντ Γκρίμκι, για να επανέλθουμε σε αυτή, είναι αξιοσημείωτο για την εκτεταμένη χρήση της αλληγορίας. Παρά το γεγονός ότι η οικογένειά της ήταν γνωστή για άλλους λόγους, εκείνη έγινε καταξιωμένη συγγραφέας ενταγμένη στο ευρύτερο πλαίσιο του εκπληκτικού φαινομένου της Αναγέννησης του Χάρλεμ που άνθισε τις πρώτες δεκαετίες του εικοστού αιώνα στο Χάρλεμ του Μανχάταν, στη Νέα Υόρκη, και είχε ως αποτέλεσμα όλα εκείνα τα πολιτιστικά επακόλουθα που γνώρισε αργότερα η ανθρωπότητα. Κάποιες ιστορίες όπως οι ‘Blackness’ και ‘The Closing Door’, μαζί με μερικά ποιήματά της,  οδηγούν στο συμπέρασμα ότι στην εποχή της, μάλλον υπήρξε υποτιμημένη συγγραφέας. Επιπλέον, είχε κατηγοριοποιηθεί ως ‘λεσβιακή’ συγγραφέας σε μια δύσκολη από κάθε πλευρά περίοδο κατά την οποία δεν ήταν δυνατό οι γυναίκες να γράψουν και να δημοσιεύσουν κείμενα ανάλογου περιεχομένου. Αν και το ίδιο έχει ειπωθεί για τη Νέλα Λάρσεν (1891-1964),  υπάρχει εν τούτοις ένα είδος κωδικοποίησης στο έργο της Γκρίμκι που θα μπορούσε να οδηγήσει  τον αναγνώστη σε κάποια συμπεράσματα πάνω σ’ αυτό το επίμαχο θέμα. Όμως, ότι και να ειπωθεί σχετικά με την δομή και την ερμηνεία  της σεξουαλικότητας στο έργο της, η φυλή της βρίσκεται πανταχού παρούσα. Οι ιστορίες της είναι πλημμυρισμένες με καταπιεστική ατμόσφαιρα και λεπτομερείς περιγραφές του χρόνου, η κάθε μια με τις κατάλληλες λογοτεχνικές παγίδες και υπόνοιες για να προκαλεί στον αναγνώστη απέραντη θλίψη και ζοφερό φόβο.

Η Αντζελίνα οδηγήθηκε στη λογοτεχνία από την επιθυμία της να πετύχει, την οποία ενστάλαξε μέσα της ουσιαστικά  ο πατέρας της, ο πολύ μορφωμένος  εκείνος ανιψιός των γνωστών ακτιβιστριών αδελφών που αγωνίστηκαν με σθεναρό τρόπο για την κατάργηση της επαίσχυντης δουλείας στον αμερικάνικο Νότο. Παράλληλα, όμως, γνώριζε καλά ότι ήταν εγγονή σκλάβου. Το ιστορικό της πιθανότατα συνέβαλε σ’ ένα είδος προσωπικής δυστυχίας και  κατήφειας, αφού και στα σχολεία  της  ήταν συνήθως η  μόνη μαύρη φοιτήτρια ή  έστω μια ανάμεσα σε πολύ λίγους άλλους. Μία από τις πρώτες δημοσιεύσεις της, όπου μιλάει για τη μεγάλη ποικιλία κινήτρων που την ώθησαν να γράψει, είναι η ‘The Closing Door’. Σ’ αυτό το κείμενο, η αξιοσημείωτη χρήση του συμβολισμού από την Γκρίμκι ωθεί τον αναγνώστη στην καλύτερη κατανόηση του βαθμού καταπίεσης που αντιμετώπιζε  ο μαύρος πληθυσμός στην κοινωνία της.  Μια έγκυος μητέρα, η Agnes, ακούει για ένα λυντσάρισμα στην οικογένειά της και αρχίζει να αναπτύσσει ψυχικά προβλήματα όταν γνωρίζει ότι φέρνει στον κόσμο άλλο ένα πιθανό θύμα λυντσαρίσματος.  Τελικά πνίγει το νεογέννητο μέσα στα πανιά του, έτσι ώστε να μην χρειάζεται να αντιμετωπίσει και να δει με τα μάτια της τη ζωή ενός μαύρου παιδιού στην Αμερική, όπως είχε διαμορφωθεί εκείνη την εποχή. Η δυσοίωνη συσσώρευση της έντασης καταπραΰνεται μόνο στο τέλος, όταν ο αναγνώστης και ο αφηγητής ανακαλύπτουν τον θάνατο του παιδιού.

Μέχρι τη στιγμή που άρχισε να δημοσιεύει η Αντζελίνα Ουέλντ Γκρίμκι, στα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα και στην περίοδο που προηγήθηκε της Αναγέννησης του Χάρλεμ, είχε δει την ανατολή αρκετών μαύρων δημιουργών. Στο έργο της Γκρίμκι, όμως, η χρήση των εννοιών του χρώματος και της πολιτισμικής διαφοράς είναι εξαιρετικά διαφορετική, γιατί εδώ  δεν υπάρχουν νικητές στις ιστορίες της. Στο ‘Blackness’, ακόμη και το άνοιγμα της ιστορίας είναι ενδεικτικό της έντονης ποιητικής χροιάς: ‘The swishing, rushing sound of the windless rain without, tropical in the verticalness of its downpour and intensity, became slowly deadened; And then, over the place… flowed the chill blackness that was all around us’. Δύο θέματα επαναλαμβάνονται συχνά στις ιστορίες που δημοσιεύτηκαν όσο ζούσε. Το γνωστό λυντσάρισμα, ως γεγονός και ως αλληγορία του μαύρου, και ο τρόμος για το μαύρο αγέννητο βρέφος από την πλευρά των μητέρων που φοβούνται ότι τα παιδιά τους όταν μεγαλώσουν ίσως να μην αποφύγουν να αποτελέσουν  τα επόμενα θύματα της βίας των λευκών.  Και όπως έχει σημειωθεί κατ’ επανάληψη, η φαντασία της ήταν υπερβολικά έντονη στην περιγραφή της βίας του λυντσαρίσματος των μαύρων.

Η ασυνήθιστη παιδική ηλικία της Αντζελίνας Ουέλντ Γκρίμκι ως απόγονος ενός πατέρα με εξαιρετικό υπόβαθρο και μιας λευκής γυναίκας από τη μεσαία τάξη της αριστοκρατικής Βοστώνης, ίσως την έκανε περισσότερο ευαίσθητη και επιρρεπή σε μεγάλη ποικιλία δεινών μέσα τους κόλπους της αμερικανικής κοινωνίας, ακόμη και για ένα παιδί μικτής καταγωγής στις αρχές του εικοστού αιώνα. Αντίθετα με πολλούς άλλους συγγραφείς, η Γκρίμκι τόσο στο ‘Blackness’ όσο και στο ‘The Closing Door’, δημιουργεί ατμόσφαιρα αμείλικτου φόβου που αλλάζει σε δραματικό βαθμό τις προσδοκίες του αναγνώστη για τα επερχόμενα γεγονότα, ακόμη και πριν συμβεί κάτι που αναφέρει λεπτομερώς το σενάριο. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι η θέση της τόσο ως γυναίκα όσο και ως μαύρη αμερικανίδα  είχαν πολλά να κάνουν με αυτό. Το ‘Blackness’ είναι η ιστορία ενός λυντσαρίσματος και ενός φόνου, σε αντίποινα, όμως, ενός άλλου λυντσαρίσματος! Ο αφηγητής της ιστορίας, ένας ανώνυμος δικηγόρος, κάνει όλη την αφήγηση, αλλά το γεγονός ότι η Γκρίμκι δεν χρησιμοποιεί ποτέ τ’ όνομά του  ή το όνομα  του θύματος, κάνει την ατμόσφαιρα ακόμα πιο περίεργη και σουρεαλιστική. Το μόνο σωστό όνομα που χρησιμοποιείται στην ιστορία είναι αυτό του αναγνώστη, του οποίου η τρομακτική αντίδραση στο ξεδίπλωμα των πραγματικών γεγονότων που περιβάλλουν το λυντσάρισμα καθορίζεται με ακρίβεια. Το ίδιο περίπου συμβαίνει και με την περιγραφή του χώρου στον οποίο αναφέρεται η ιστορία ή του εξωτερικού καιρού.

Πίνακας της Je’ Czaja εμπνευσμένος από το λυντσάρισμα της Μαίρης Τέρνερ.

 

‘… Απ’ έξω ξαφνικά ήρθε στ’ αυτιά μας ένας ήχος όπως από μυριάδες ελαφρούς χτύπους. Κάθισα άγρυπνα και τεντωμένη.  Αλλά ήταν μόνο οι πρώτες σταγόνες της βροχής, μια άλλη μπόρα είχε αρχίσει. Όταν μίλησε και πάλι, ο θόρυβος δεν ήταν τόσο μεγάλος, αλλά δεν μπορούσα να ακούσω τι έλεγε…’. Ολόκληρη η αφήγηση γίνεται με το στυλ που χρησιμοποιεί η Αντζελίνα Γκρίμκι για να προωθήσει την έννοια της τραγωδίας, ενώ αφήνει τον αναγνώστη σε κατάσταση φόβου, μακρυά από κάθε χιούμορ ή οποιοδήποτε τέχνασμα που θα μείωνε την ένταση.  Δεδομένου ότι το λυντσάρισμα των μαύρων είναι από τα κυριότερα ενδιαφέροντα του έργου της Αντζελίνας Γκρίμκι, μπορεί κανείς να αναρωτηθεί πώς θα μπορούσε εκείνη να χειριστεί και να αναφερθεί φυσικά στο συγκεκριμένο θέμα διαφορετικά. Κάποιος θα μπορούσε με σχετική ευκολία να υποστηρίξει ότι  εκείνο που την οδήγησε σ’ αυτό το είδος γραψίματος,  ήταν ίσως μια αίσθηση ενοχής για το συγκριτικό της προνόμιο και μια επαναλαμβανόμενη θλίψη ή αίσθηση απώλειας για τη περίεργη σχέση που είχε  με τη μητέρα της. Η δυσκολία αυτών των συναισθημάτων και η αίσθηση πικρίας, την οδήγησαν να γράψει για ένα θέμα που θα μετέδιδε με ακρίβεια  τα όποια συναισθήματα της απώλειας. Θα μπορούσε να υποστηριχθεί με ασφάλεια, πάντως, ότι είναι λάθος να επικεντρωνόμαστε στα διηγήματα και τα μικρά έργα της Αντζελίνας Γκρίμκι, για να βγάλουμε ασφαλή συμπεράσματα για την ταλαντούχα αφροαμερικανίδα,  αφού είναι γνωστό και σαφές ότι το μεγαλύτερο μέρος της δουλειάς της είναι ποιητικό και ότι οι περισσότεροι κριτικοί σε γενικές γραμμές βρίσκουν, πέρα από κάθε αμφιβολία,  τα ποιήματα το ισχυρότερο τμήμα του έργου  της.

 

 

 

 

 

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here