Ο ποιητής και η ζωγράφος: Χρήστος Μπουλώτης και Φωτεινή Στεφανίδη

Της Γεωργίας Κακούρου Χρόνη

 

Η ανάδειξη της Αθήνας σε «Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου», το 2018, ξεφύλλισε τα βιβλία με διάφορους τρόπους. Ιδιαίτερες οι σελίδες «Σκυταλοδρομία Λόγου» με προσκεκλημένους έλληνες συγγραφείς που είχαν την ευκαιρία, ενώ καλλιεργούν διαφορετικά είδη λόγου, να συνομιλήσουν μεταξύ τους αλλά και με το κοινό (η «Σκυταλοδρομία» συνεχίζεται και το 2019).

Ιδιαίτερες και οι δύο εκθέσεις που επιμελήθηκε ο Ντένης Ζαχαρόπουλος στην Πινακοθήκη Δήμου Αθηναίων: «Το βιβλίο ως έργο τέχνης – artist’s books από τα χρόνια του ’60» και «Οι Έλληνες καλλιτέχνες και το Βιβλίο, 1910-1967».

Ο τίτλος του Marcel Duchamp (1887-1968) «Παρακαλώ αγγίξτε» («Prière de toucher») στο βιβλίο που κατασκεύασε το 1947, χαρακτηρίζει τα βιβλία της πρώτης έκθεσης, την ολιστική ευθύνη των οποίων  έχει αποκλειστικά ο ίδιος ο καλλιτέχνης (από τη σύλληψη λόγου και εικόνας έως την τελική μορφοποίησή τους σε βιβλίο). Το επινοημένο και κατασκευασμένο βιβλίο από τον ίδιο τον καλλιτέχνη παρέχει στον δημιουργό του αφ’ ενός την ευκαιρία να πραγματώσει ένα πολυσύνθετο έργο και αφ’ ετέρου, εξαιτίας της πολλαπλότητάς του, να αντιταχθεί στον έναν και μοναδικό αποδέκτη (φιλότεχνο, συλλέκτη, μουσείο κτλ). Η τιτλοφόρηση βέβαια του βιβλίου από τον Ντυσάν ανοίγει ένα τεράστιο κεφάλαιο στον χώρο της Μουσειολογίας, αφού ο δημιουργός του το αντιπαραθέτει προς το «Παρακαλώ μην αγγίζετε», κανόνα απολύτως ισχύοντα για τα εκθέματα των μουσείων.

 

Η δεύτερη έκθεση «Οι Έλληνες καλλιτέχνες και το Βιβλίο, 1910-1967» εστίασε στις επιτυχείς συνεργασίες λογοτεχνών και εικαστικών· τόσο επιτυχείς και αγαπημένες που η αναπόληση του βιβλίου να μην χωρίζεται από την εικονογράφησή του· ή και το αντίθετο, η εικόνα να ενσωματώνει και τον αντίστοιχο λόγο. Ελάχιστα παραδείγματα: Ζαχαρίας Παπαντωνίου και Γιάννης Κεφαλληνός, Άγγελος Σικελιανός και Σπύρος Βασιλείου, Γιάννης Ρίτσος και Τάσσος· μάθαμε να τους διαβάζουμε μαζί.

Εάν η περιοδολόγηση της έκθεσης δεν έθετε ως όριο τέλους το 1967 και στα κριτήρια επιλογής συμπεριλάμβανε την αναγνώριση συγγραφέων και λογοτεχνών, την αγαστή τους συνεργασία, αλλά και τον κοινό τους προσανατολισμό στις πανανθρώπινες αξίες, δεν θα παρέλειπε τη συνομιλία του Χρήστου Μπουλώτη και της Φωτεινής Στεφανίδη που οι δυο δημιουργοί μάς πρόσφεραν τη χαρά να απολαύσουμε στην Gallery «7», με την έκθεση «Χρήστος και Φωτεινή, λόγος και εικόνα» (11 Δεκεμβρίου 2018 – 5 Ιανουαρίου 2019).

«Ο κλέφτης καρπουζιών», 2003

Στην πολύβουη Σόλωνος (όπου, στον αριθμό είκοσι, η Gallery «7»), παραμονές των γιορτών ένας ποιητής – μόλο που ο ίδιος ο Χρήστος Μπουλώτης αυτοπροσδιορίζεται ως συγγραφέας «παραμυθένιων ιστοριών» – και μια ζωγράφος, χωρίς να μας την υπόσχονται, εξασφαλίζουν την κρυφή αρμονία, αυτήν που φυλάττουν και μπορούν να μοιράζουν σε όσους παθιάζονται με παραμυθένιες ιστορίες όλα τα καλά πνεύματα της μεγάλης πόλης. Αυτή την αίσθηση ανέδυε η αίθουσα τέχνης που αφηγείτο τις είκοσι επτά συνεργασίες του Χρήστου Μπουλώτη και της Φωτεινής Στεφανίδη στα είκοσι δύο χρόνια της συνεργασίας τους (1996-2018)· μακρά διαδρομή, αλλά πρωτίστως μεστή.

«Όποιον δρόμο κι αν παίρνουμε, συναντιόμαστε πάντα στο ίδιο σταυροδρόμι», έχει δηλώσει ο Χρήστος Μπουλώτης για τη συνεργασία του με τη Φωτεινή Στεφανίδη· και ισχύει απολύτως. Ένα σταυροδρόμι, ωστόσο, που δεν προσδιορίζεται εύκολα, γιατί και οι δύο ψαύουν πάλι και πάλι τις διαδρομές τους.

«Ο γάτος της οδού Σμολένσκη», 2007

Οι λέξεις του Χρήστου Μπουλώτη έρχονται από πολύ παλιά. Η ιδιότητα του αρχαιολόγου τον έχει ασκήσει στο να ανασκάπτει εις βάθος το παρελθόν και εντός του. Ένα παρελθόν που ο ίδιος επίσης γνωρίζει ότι είναι εξαιρετικά σύγχρονο. Έτσι, όποια κι αν είναι η αφετηρία του, θα μας μιλήσει για πράγματα τωρινά, προσαρμοσμένα στη γλώσσα των παιδιών που κρατάει ακέραιο το ενδιαφέρον της και για τους μεγάλους· γλώσσα ποιητική και ζωγραφική. Ο ίδιος μιλώντας για το παραμύθι θα διευκρινίσει τον στόχο του εκφράζοντας ταυτόχρονα και την αγωνία του για την επίτευξή του: «η αφηγηματική αφετηρία και το σκηνικό, όπου βάζω να εκτυλίσσεται η εκάστοτε δράση είναι μέσα στους δικούς μας καιρούς, στους τωρινούς κοινωνικούς, ή όποιους άλλους προβληματισμούς. Η αβίαστη σύζευξη παραμυθικών συστατικών και αναγνωρίσιμης, βιωμένης πραγματικότητας είναι ο αμετακίνητος στόχος μου. Τον πέτυχα;». Θεωρώ αυτονόητη την καταφατική απάντηση.

Η Φωτεινή Στεφανίδη εκκινεί από μια εγγενή ευαισθησία που την έχουν θωπεύσει οι μικρασιατικές της καταβολές, προσανατολίσει οι νεότερες ιστορικές περιπέτειες του ελληνισμού και πραγματώσει το ταλέντο, οι σπουδές της και η σκληρή δουλειά. Βυθίζεται στον λόγο, καλοδιαλέγει χρώματα και υλικά υποδοχής, σχεδιάζει το βιβλίο και προσπαθεί, όχι απλώς να μην προδώσει το κείμενο, αλλά, όσο μπορεί, να το αναδείξει. Ορατά και τα δικά της ψαυσίματα· το μολύβι που σχεδιάζει, διάφανα χρώματα, οι μικρές λεπτομέρειες σε μια ποικίλη επανάληψη που συνθέτουν αναγνωρίσιμες υπογραφές της· σκόρπια γράμματα του ελληνικού αλφαβήτου ανιχνεύονται στις ζωγραφιές της και προσδίδουν αυτή την αίσθηση της γραφής που είναι κι αυτή εικόνα.

 

«Το άγαλμα που κρύωνε», 1999

Πώς γίνεται η αντάμωση στο ίδιο σταυροδρόμι των δύο δημιουργών; Δεν μπορώ να γνωρίζω, αλλά μοιάζει ως οι διαφορετικές τους πορείες να έχουν τόσα κοινά, ώστε, όταν οι δυο τους συναντώνται να έχουν ήδη προσυμφωνήσει για το πώς θα μορφοποιηθεί η συνομιλία λόγου και εικόνας. Ξεφυλλίζεις τα βιβλία τους και νιώθεις να ελαφροπατούν και οι δυο κοντά σου, να σου λέει ο ένας, να σου δείχνει ο άλλος· κι εσύ να μπαίνεις σε κείνο το κουκούλι που υπήρξε η ποδιά της γιαγιάς· να ακούς και να βλέπεις.

 

«Ο κάδμος, η σκυλίτσα του και το φεγγάρι», 1996

 

«Στο ίδιο σταυροδρόμι», αλλά πόσο άλλο είναι κάθε φορά. Αρκεί να ξεφυλλίσει κανείς δυο τρεις παραμυθένιες ιστορίες, από την πρώτη («Ο Κάδμος, η σκυλίτσα του και το φεγγάρι», 1996) έως την τελευταία («Το κροκοδειλάκι που έγινε λιβάδι», 2018) για να διαπιστώσει ότι, ενώ πρόκειται για το ίδιο παλίμψηστο, κάθε φορά που το νέο θα αποξεσθεί, θα αποκαλύψει άλλο λόγο και άλλη εικόνα. «Το άγαλμα που κρυώνει» (1999), «Του ποιητή και της ζωγράφου έρωτας και πολιτεία» (2003), «Ο γαϊδαράκος που ήπιε το φεγγάρι» (2006), «Η παράξενη αγάπη του αλόγου και της λεύκας» (2011), «Η επανάσταση των παιχνιδών» (2013), όποια επιλογή και να κάνει ο αναγνώστης, θα διαπιστώσει πόσο διαφορετικά είναι τα ανταμώματα στο ίδιο σταυροδρόμι.

«Του ποιητή και της ζωγράφου έρωτας και πολιτεία», 2003

Ο Χρήστος Μπουλώτης έχει γράψει για την Φωτεινή Στεφανίδη ότι η ζωγραφική της δεξιοτεχνία και η ιδιόλεκτη ευαισθησία της ταξιδεύει τον λόγο του πολύ πιο πέρα από όσο στόχευε ο ίδιος. Αλλά για τον αναγνώστη που παραμυθιάζεται από τον λόγο του Χρήστου Μπουλώτη είναι εμφανές ότι αυτό ισχύει και για τον ίδιο· κι εκείνος σπρώχνει πιο πέρα τις ζωγραφιές της Φωτεινής. Πρόκειται για τον «ερωτικό λόγο» ενός ποιητή και μιας ζωγράφου· τον λόγο ανάμεσα στον μοναχικό ποιητή και τη μοναχική ζωγράφο, αυτή που αποστήθιζε τα λόγια του κι όσο βαστούσε η απαγγελία, έκανε τις ζωγραφιές της. «Όμορφη σαν τις ζωγραφιές της» η ζωγράφος, «όμορφος σαν τα ποιήματά του» και ο ποιητής («Του ποιητή και της ζωγράφου έρωτας και πολιτεία», Εκδόσεις Σίγμα, 2003). Και οι δυο, έστω και για λίγο, όσο κρατάει η ανάγνωση, όσο διαρκούσε η περιδιάβαση στην έκθεση, απόδιωχναν τα «κακόβουλα πνεύματα» της πόλης και μας κέρασαν μια φέτα ώριμο, ζουμερό, αυγουστιάτικο καρπούζι.

 

Print Friendly, PDF & Email

4 ΣΧΟΛΙΑ

  1. Πόσο όμορφα τα λες, Γεωργία μου, για τους όμορφους φίλους μας και τα πανέμορφα, πολυαγαπημένα έργα τους! Κόμπος κόμπος δάκρυ δάκρυ χτίστηκε η πολιτεία τους της καθαρότητας, της αγνότητας, της παιδικής ματιάς, της ωραίας, θερμής καρδιάς και της ευγένειας.
    Ο χρόνος δεν φτάνει να τα αγαπήσεις. Και όμως τα αγαπάς σαν πρωτόβγαλτα, σαν πρωτάνθιστα, σαν πρωτοφανέρωτα, «Τα χίλια μικρά του μικρού μας του κόσμου».
    Αχ, να ‘σαστε και οι τρεις καλά, καλά κι ακόμα περισσότεροι, που μου ανοίξατε απόψε μια πόρτα μαγγωμένη….

  2. …»προσδίδουν αυτή την αίσθηση της γραφής που είναι κι αυτή εικόνα.»… Έξοχα το διατυπώνεις αγαπητή Γεωργία! Στην περίπτωση των δύο καλλιτεχνών όλα είναι κείμενα! Όλα διαβάζονται. Κι η κάθε λέξη γίνεται οδόσημο για τη συνάντησή τους! …

  3. Καλησπέρα, φίλες αγαπημένες, Ελένη, Αργυρώ μου. Σιγά σιγά το φως μεγαλώνει, η γη πρασινίζει, τα μάτια στα κλαριά φουσκώνουν, Έτσι και τα σχόλιά σας, υπόσχονται άνοιξη βεβαιωμένη με τέτοιες φιλίες. Πολύ σας ευχαριστούμε ο Χρήστος κι εγώ, και πρωτίστως ευχαριστούμε την καλή μας Γεωργία που έκανε λέξεις το αγκάλιασμα που νιώθαμε στη Σόλωνος πριν λίγες μέρες. Πολλά φιλιά, καλές μου

  4. Ελένη μου, σ’ ευχαριστώ που πάντα έχεις αυτό το γλυκό λόγο, τον «μπουμπουκιασμένο»! Σεργιάνισα το πρωί μ’ ένα λαμπερό φως στον Ταϋγετο. Οι αμυγδαλιές έχουν φουσκωμένα τα κομπάκια τους, ετοιμάζονται. Έχει δίκαιο η Φωτεινή, πάντα «άνοιξη» ο λόγος σου.

    «Οδόσημο» και για τις δικές μας συναντήσεις το αντάμωμα του Χρήστου και της Φωτεινής, Αργυρώ μου. Ευχαριστούμε και τον Γιώργο που μας μαζεύει σ’ αυτή τη γειτονιά. Το «ευχαριστώ» ολόθερμο προς όλους!

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here