Σήμερα έκλεισε ένας ακόμη κύκλος.
Η «δεύτερη μάνα» κοιμάται.
Στη μουντάδα του Δεκέμβρη, απρόσβλητη όμως πια από το κρύο που τόσο φοβόταν και την τυράννησε στα τελευταία χρόνια της μαζί με τα αρθριτικά της.
Όπως η μάνα μου που με πείραζε πως φοβόταν την υγρασία όταν τη βάλουν στο χώμα. Θα σου βάλω χαλικάκια της απαντούσα.
Ήμουν πεντάχρονο παιδί.
Στην κηδεία της έβρεχε.
Και σήμερα ψιχάλιζε και λένε πως όταν κατεβαίνουν στο χώμα οι καλοί άνθρωποι, βρέχει.
-Λες και υπάρχουν άνθρωποι κακοί.
Και τούτος ο τόπος μαστιγώνεται από αναβροχιά.
Γύρισα μόνος πίσω στο σπίτι.
Ο Νίκος έμεινε πιο πίσω.
Να πάρει φόρα, να περάσει πάνω από τη μάνα, να συνεχίσει μπροστά.
Και τι είναι το μπροστά και τι το πίσω, τι σημαίνει προχωρώ και τι οπισθοχωρώ, κανένας δε μαθαίνει στην περιστροφή του Κρόνου.
Κάποιες στιγμές όμως αστράφτει η επίγνωση.
Είναι οι στιγμές που κάνουμε το «λουτρό τάφου» που συνιστούσε ο Νερούδα. Τότε που ακινητούμε περνώντας το βλέμμα στις επιτύμβιες επιγραφές με τα τόσο κοινότοπα αλλά γνήσια λόγια· αυτά που ψιθυρίζουν αυτοί που μένουν πίσω, αναγκασμένοι να προχωρήσουν στο φαινομενικά παράλογο του κόσμου χωρίς αυτούς που τους είδαν μωρά, τους μάρτυρες της παιδικής ηλικίας και της εφηβείας τους.
Μη με μαλώσεις που παραδοξολογώ σκόπιμα ονομάζοντας παράλογο τη φυσική ροή των πραγμάτων. Κι ας φωνάζει ο Βύρων: «η επιστροφή, αυτό είναι το παράλογο / γιατί ο πηγαιμός την έχει εντός του την επιστροφή».
Έτσι συμβαίνει πάντα.
Αραιώνει γύρω μας το υπαρκτό.
Γυρίζουμε πίσω να κοιτάξουμε και μας καίει το σκοτεινό θειάφι του ανεπίστρεπτου.
Γυρίζουμε αλλά με το δέρμα γερασμένο και μια σοφία ανέκκλητη και ανεπιθύμητη.
Όλοι γυρίζουμε πίσω· ρυτιδιασμένοι αλλά γυρίζουμε.
«Σήμερα καταλαβαίνω πως δεν υπάρχει κανείς απ’ όσους γύρισαν χωρίς ρυτίδες», γράφει ο Μανόλης παραβλέποντας ίσως ότι τουλάχιστον γύρισαν.
Όπως κι αν είναι πάντως ο γυρισμός, «χρόνος πάντων ιητρός».
Όλοι γυρίζουν· ελάχιστοι, όπως η αφεντιά μου, βρυκολάκιασαν στο ίδιο σημείο του χρόνου, ανίατοι, καρφωμένοι στις εμμονές τους -ακούσματα άλλων εποχών, ιδέες ιστορικά ηττημένες.
Πριν καιρό είχα γράψει και τώρα να που βγαίνει ξανά:
Στην ίδια έπαλξη χρόνια
πετρωμένος πια
Μπαινοβγαίνουν στρατιώτες
σημαίες αλλάζουν, οι διπλανοί, οι αφέντες
Όλα κυλούν σα βούρκος που ξεχειλίζει
λάβα ξοφλημένη ίσως
Όλα εκτός από μένα που βουλιάζω
αργά-αργά προς το χώμα
Πάνω πετρωμένος σε τούτη την πολεμίστρα
στη γη γλιστράω συνεπής
Πάνω σε τούτο το κάστρο
και μαζί του.
Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here