‘Ο μικρός αδελφός’ του Μανουέλ Μονταλμπάν, ως απεικόνιση  της μετα-φρανκικής Ισπανικής κοινωνίας

 

 

 

Του Γεωργίου Νικ. Σχορετσανίτη

 

Η συγκεκριμένη έκδοση του βιβλίου  ‘El hermano pequeno’ (1994) του Μανουέλ Βάθκεθ Μονταλμπάν, η οποία στην ελληνική γλώσσα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μεταίχμιο (Ο μικρός αδελφός, 2001), αποτελείται από εννέα διηγήματα. Πρωταγωνιστής σε όλα αυτά, είναι ο ντετέκτιβ Πέπε Καρβάλιο, ο οποίος από μια πλευρά αποτελεί και το alter ego του Καταλανού συγγραφέα. Από τότε που ‘δημιουργήθηκε’ ο Καρβάλιο, ο Μονταλμπάν τον προσάρμοσε κατάλληλα όχι μόνο στα δικά του γούστα και απόψεις, αλλά στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα της πόλης του, της Βαρκελώνης. Στο πρώτο απ’ αυτά τα διηγήματα με τίτλο ‘Ο μικρός  αδελφός’,  ο Καρβάλιο εμπλέκεται σε μια υπόθεση η οποία ακροβατεί επικίνδυνα μεταξύ αυτοκτονίας και δολοφονίας. Το θύμα, υπήρξε στέλεχος της αριστεράς, πρώην κομμουνιστής που υπέφερε πολλά στο παρελθόν, αλλά στη συνέχεια πλούτισε κάτω από περίεργες και μάλλον ύποπτες συνθήκες συναλλαγών. Ο τοπικός τύπος έγραψε πως αυτοκτόνησε, αλλά ο Καρβάλιο έχει διαφορετική γνώμη, ή τουλάχιστον δεν είναι πεπεισμένος απόλυτα με την πρώτη εκδοχή. Το θύμα, ο Λεοκάδιο, εργάστηκε ως πληροφοριοδότης για τις ανατιμήσεις οικοπέδων για λογαριασμό μεγάλης πολυεθνικής εταιρείας, μια κτηματομεσιτική εταιρεία η οποία άρχισε να πλουτίζει την εποχή του Φράνκο, περίοδος άκρατης κερδοσκοπίας, φυσικά για μερικούς. Κάποια στιγμή, σημειωτέον, ενώ βρισκόταν στις τάξεις του  κομμουνιστικού κόμματος, πέρασε στους ανερχόμενους σοσιαλιστές. ‘Οι συναλλαγές του βασίζονταν, σε γενικές γραμμές, στη μεταβίβαση ειδήσεων σχετικά με ανατιμήσεις, όχι στο να επηρεάζει ώστε να διενεργούνται δημοπρασίες’, αναφέρει ένας μάρτυρας σε κατάθεσή του. Ο Μονταλμπάν, όπως πάντα άλλωστε, δεν ορρωδεί έναντι ουδενός, σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο. Για έναν ταξιτζή, στο πρώτο διήγημα, τα πράγματα ήταν αρκούντως ξεκάθαρα, και διατυπώνει τη γνώμη του ευθαρσώς: ‘Αυτό που ενοχλεί τη δεξιά, είναι το ότι δεν κλέβουν αυτοί που πάντα έκλεβαν’!

 

 

 

Η πόλη της Βαρκελώνης, από ψηλά.

 

Το προσφιλές, για τον Μονταλμπάν, θέμα της ανάπλασης της Βαρκελώνης, και ειδικά κάποιων υποβαθμισμένων περιοχών της, την περίοδο πριν τους Ολυμπιακούς αγώνες του 1992, δεν θα μπορούσε απουσιάζει από τις γραμμές του κειμένου. ‘… Τώρα πετούσε σαν όρνεο για λογαριασμό του πάνω από τις χαίνουσες σάρκες της ανακαινισμένης πόλης, θαρρείς και διεκδικούσε ολυμπιακές κατασκευές θαμμένες κάτω από τη γη’, λέει για έναν ανειδίκευτο χτίστη που εξελίχτηκε σε μεγαλοεργολάβο, με τις ευλογίες ενός φρανκικού δημάρχου. Σε άλλο ένα σημείο, ο πρωταγωνιστής παρατηρούσε με λύπη και νοσταλγία, ταυτόχρονα, στο κάτω μέρος των Ράμπλας τα ‘… καινούργια κτίρια που επιχειρούσαν να εκτοπίσουν από κείνη την παλιά Βαρκελώνη, την ανθρώπινη αρχαιολογία των λούμπεν κατοίκων της’.

Οι χαρακτήρες του διηγήματος φοβούνται το μέλλον τους, ειδικά την περίοδο της συνταξιοδότησης, γιατί όπως δηλώνει ένας απ’ αυτούς, ‘… ο λογαριασμός που έχεις στο Ταμιευτήριο, δεν θα σου φτάσει ούτε για ένα δωμάτιο σε κανένα χάνι της κακιάς ώρας στην κινέζικη συνοικία με το ρυθμό που δουλεύουν οι αξίνες που τη μετατρέπουν σε συνοικία για αριστοκράτες’! Στο διήγημα εμφιλοχωρούν άφθονες στιγμές νοσταλγίας για τον πρωταγωνιστή Καρβάλιο, αλλά και για τον ίδιο τον Μανουέλ Μονταλμπάν, από την παιδική του ηλικία, τη γεμάτη όμως στερήσεις σε εκείνες τις φτωχογειτονιές της πόλης. Η περιγραφή και η συνομιλία του πατέρα με το γιο  του, ψηλά στο λόφο Μοντζουίκ,  είναι συγκλονιστική από κάθε πλευρά. ‘…Ο πατέρας του μόλις είχε βγει απ’ τη φυλακή, ξαπλωμένος κάτω από τα πεύκα ….το παιδί στο οποίο αναγνωρίζει τον εαυτό του τσιμπολογά ψωμί και τυρί, ενώ ο πατέρας τρώει μία-μία αργά τις ρώγες από ένα πολύ γινωμένο τσαμπί σταφύλι. Ξαφνικά το τυρί θρυμματίζεται και ένα μέρος πέφτει ανάμεσα  στις πευκοβελόνες, και το παιδί, τρομαγμένο από την απαγορευμένη για κείνους τους καιρούς σπατάλη, προσπαθεί να μαζέψει τα κομματάκια ένα προς ένα’. Και ο πατέρας του δίνει τα σταφύλια που έχουν μείνει στο σχεδόν αποσωσμένο τσαμπί, λέγοντας, ‘…Ας τα. Δικαιούνται και τα μυρμήγκια να φάνε’. Τα σχόλια του αφηγητή μάλλον περισσεύουν: ‘… Η ιστορία δεν είχε φερθεί καλά σ’ αυτόν τον άντρα που είχε επιδιώξει να είναι χωρίς ιστορία, αλλά εντούτοις είχε βρεθεί μέσα στη δίνη της’! ‘Κάποιος είχε πει ότι η νοσταλγία είναι λάθος’, λέει ένας χαρακτήρας στο διήγημα, μια φράση όμως που δεν βρίσκει σύμφωνο ούτε τον Καρβάλιο, ούτε φυσικά τον Μονταλμπάν. Μαζί με όλες τις γνωστές απόψεις και θέσεις του αριστερών πολιτικών πεποιθήσεων συγγραφέα, και εδώ γίνεται λόγος για την πορεία των εργαζομένων στην πόλη του με το όραμα και την προσδοκία της ενωμένης Ευρώπης που, και σε αυτή τη χώρα και σε κείνη την περίοδο, σταδιακά ανέτειλε, τουλάχιστον θεωρητικά. ‘Κάθε λαός έχει την Ιστορία που του  αξίζει και με σφιγμένη την καρδιά, ίσως οι αστουριανοί ανθρακωρύχοι να κληθούν να πληρώσουν ένα μέρος της αξίας της θαυμάσιας ελευθερίας που σήμερα απολαμβάνουν οι Πολωνοί’, γράφει ο συγγραφέας υπενθυμίζοντας στον εαυτό του το σχετικό δημοσίευμα στο εντιτόριαλ της εφημερίδας ΄Λα Βανγουάρδια’.

Αλλά και στα επόμενα διηγήματα της συλλογής, επανέρχονται μπροστά όλα όσα απασχολούσαν σε συνεχή βάση τον συγγραφέα Μονταλμπάν. Στο χριστουγεννιάτικο διήγημα ‘Μοναξιά συνοδεία ψητής γαλοπούλας΄, ο Καρβάλιο σκέφτεται τη απουσία της ‘τεχνητής’ οικογένειας την οποία είχε δημιουργήσει ‘μαζεύοντάς τη από τα ανθρώπινα κοντέινερ της Βαρκελώνης…’, ένα προοίμιο του ίδιου του θανάτου του. Στον ‘Επιδειξία’, προχωρεί σε ανάπτυξη της σχέσης μεταξύ δημοκρατίας και κουζίνας, ένα από τα αγαπημένα θέματα του Μονταλμπάν. ‘…Η δημοκρατία έχει αποφέρει κάποια πολιτιστικά πλεονεκτήματα στη σύγχρονη Βαρκελώνη, για παράδειγμα, την ανάπτυξη μιας κουζίνας πολύ ενδιαφέρουσας, πολύ συγκρητιστικής στην οποία ανακατεύεις τα πάντα, ότι μαγειρεύεις, ότι ξέρεις, ότι θυμάσαι για να γίνει εφικτή μια επώνυμη κουζίνα. Με το φασισμό απεναντίας, όλα ήταν παέγια και σάντουιτς με λουκάνικο’. Στο επόμενο, το ‘Ακριβώς όπως ήμασταν’ ο Καρβάλιο περιγράφει λεπτομέρειες από τις σχέσεις μεταξύ των μελών του κομμουνιστικού κόμματος της Ισπανίας όλα εκείνα τα δύσκολα χρόνια, φέροντας στο νου την περίφημη φράση του Μαρξ σύμφωνα με την οποία ‘…στοιχεία δυσαρεστημένα με  την αστική τάξη μπορεί να νοιώσουν τον πειρασμό να συμπαραταχθούν με το προλεταριάτο…’.

Τα τελευταία διηγήματα της συλλογής προσομοιάζουν στα μυθιστορήματα της Αγκάθα Κρίστι, με τον Καρβάλιο να συγκεντρώνει τους ύποπτους προς το τέλος της υπόθεσης σε μια αίθουσα για να τους ανακοινώσει με το δικό του απλό συλλογισμό πως οδηγήθηκε στην αποκάλυψη του δολοφόνου.

Ταυτόχρονα, σε αρκετά σημεία του βιβλίου,  δεν  του ξεφεύγουν οι αναφορές, άμεσες ή έμμεσες,  στο θέμα της γήρανσης και της περαιτέρω αντιμετώπισης και περίθαλψης των πρωταγωνιστών του.

‘… Έρχεται μια στιγμή που ένας γέρος είναι περισσότερο γέρος παρά πλούσιος ή φτωχός’, φιλοσοφούσε ένας χαρακτήρας στο βιβλίο ‘Ο αδελφός’ . Ο ίδιος ο συγγραφέας δεν πρόλαβε να νοιώσει, ή πιο σωστά να βιώσει κάτι τέτοιο. Τον πρόλαβε ο αναπάντεχος θάνατος (18 Οκτωβρίου, 2003) μέσα στο αεροδρόμιο, στη μακρυνή Μπανγκόκ, κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού επιστροφής στη γενέθλια και αγαπημένη του πόλη, τη Βαρκελώνη.

 

Print Friendly, PDF & Email

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here